ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Asia Pavlova στη Δ/Π «ΑΝΔΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑ»…ἡ εἰ…
    Παντελής Βλαχάκης στη Τάλως, το πρώτο ρομπότ στην…
    Pantelis Vlahakis στη Τάλως, το πρώτο ρομπότ στην…
    georgeiraklion στη Τάλως, το πρώτο ρομπότ στην…
    georgeiraklion στη Και να που θυμηθήκαμε την Πρωτ…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.Οι φυσικοί αυτουργοί αποκαλύφθηκαν, οι ηθικοί ποτέ.

Posted by Πετροβούβαλος στο 28 Σεπτεμβρίου, 2018

ΑΝΝΙΤΑ Ν. ΠΡΑΣΣΑ
Δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,
προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

.

Ο πρώην υπουργός του Τσάρου έρχεται σε μια χώρα ρημαγμένη από τον πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Η πρόθεσή του να μην ανεχτεί τα φεουδαρχικά προνόμια των κοτζαμπάσηδων εις βάρος των ακτημόνων αγωνιστών, αλλά και το αυταρχικό ύφος διακυβέρνησής του τον φέρνουν αντιμέτωπο με συντηρητικά αντανακλαστικά. Στο εκρηκτικό μίγμα έρχονται να προστεθούν τα συμφέροντα των Αγγλων και των Γάλλων, που αισθάνονται απειλούμενοι μετά τη νίκη των Ρώσων επί των Τούρκων το 1829. Το φονικό βόλι των Μαυρομιχαλαίων επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως προσωπική αντιδικία. Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί(!) που ακολούθησαν έδειξαν τους ηθικούς αυτουργούς.

«Εγκλημα στην εκκλησιά»

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, το πρωί της Κυριακής, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ξεκίνησε για το Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο, για να εκκλησιασθεί, όπως συνήθιζε κάθε Κυριακή και γιορτή. Τον συνόδευαν δύο φρουροί του, ο μονόχειρας απόμαχος Κρητικός αγωνιστής Γεώργιος Κοζώνης και ο Δημήτριος Λεωνίδης. Στις 6:15 έφθασε στην εκκλησία, όπου στην είσοδο τον περίμεναν οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης και οι δύο φρουροί τους, Ιωάννης Καραγιάννης και Ανδρέας Γεωργίου, οι οποίοι -όπως αποδείχθηκε- ήταν συνεννοημένοι με τους συνωμότες. Οταν τους είδε ο Καποδίστριας ταράχτηκε, σαν κάτι να προαισθάνθηκε, σταμάτησε για λίγο, αλλά αμέσως συνέχισε. Καθώς έμπαινε στην εκκλησία, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, πιάνοντάς τον με το αριστερό του χέρι από τον τράχηλο, τον πυροβόλησε από πίσω στο κεφάλι. Ταυτόχρονα πυροβόλησε εναντίον του και ο Ιωάννης Καραγιάννης, αλλά η σφαίρα αστοχώντας χτύπησε στην αριστερή παραστάδα της πύλης της εκκλησίας, όπου εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα (σε ειδική θήκη που δείχνει το σημείο αυτό). Αμέσως ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης επιτέθηκε στον Κυβερνήτη και τον μαχαίρωσε δύο φορές κάτω από την κοιλιά. Ο Κυβερνήτης έπεφτε πάνω στο ακρωτηριασμένο χέρι του φρουρού του Κοζώνη και έπειτα από τέσσερα λεπτά ήταν νεκρός.

Οι αδελφοί Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Καποδίστρια. Ο πρώτος σκοτώθηκε επιτόπου και ο δεύτερος εκτελέστηκε αντιμετωπίζοντας με γενναιότητα το θάνατο, αλλά το μυστήριο των κινήτρων παρέμεινε.

Το ξαφνιασμένο και τρομαγμένο εκκλησίασμα βγήκε έξω. Μια γυναίκα έκλεισε τα μάτια του Καποδίστρια, ενώ άλλες σκούπισαν με τα μαντίλια τους το αίμα του στο λιθόστρωτο. Το σώμα του μεταφέρθηκε από τον επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς Ρηγανά και τον Βαυαρό αρχιθαλαμηπόλο Πουφ (Puff) στο σπίτι του Σπηλιωτάκη, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ο Ρηγανάς πήρε τα προσωπικά του έγγραφα και τα παρέδωσε στον Ρώσο αντιπρέσβη Ρύκμαν (Ruckmann),ο οποίος αργότερα τα έστειλε με πολεμικό πλοίο στη Ρωσία.Αμέσως μετά την πράξη τους, ο Κοζώνης, αφού άφησε το σώμα του Καποδίστρια, με μία ομάδα στρατιωτών καταδίωξε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και τον πυροβόλησε, αλλά η σφαίρα τον χτύπησε ελαφρά. Ο πληγωμένος δολοφόνος προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Το εξαγριωμένο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί μπροστά στην εκκλησία όρμησε εναντίον του για να τον λιντσάρει, ώσπου ο Φωτομάρας τον πυροβόλησε από το παράθυρο του σπιτιού του. Στη συνέχεια το οργισμένο πλήθος προπηλάκισε το άψυχο σώμα του σέρνοντάς το στα καλντερίμια τηςπόλης μέχριτην πλατεία του πλατάνου και βλασφημώντας και καταριώντας το έριξαν μέσα στη θάλασσα από τα τείχη του κάτω φρουρίου. Ο άλλος δολοφόνος, ο Γεώργιος, ξεφεύγοντας από την καταδίωξη, κατέφυγε στο σπίτι του λοχαγού του Μηχανικού Βαλλιάνου και όταν είδε ότι εκεί δεν ήταν ασφαλής, αφού πλησίαζε το εξαγριωμένο πλήθος που τον καταδίωκε, κατέφυγε στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβη Ρουάν (Rouen), παραδίνοντας τον εαυτό του και τα όπλα του στην «τιμή της Γαλλίας» (Γενική Εφημερίς, αρ. 84-85 /1831). Ο Ρουάν τον δέχθηκε με συμπάθεια, καθώς και οι Γάλλοι αξιωματικοί Ζεράρ (Gérard) και Πελιόν (Pellion). Ο μεν Ζεράρ ήταν διοικητής του ελληνικού τακτικού στρατού, ο δε Πελιόν αρχηγός του Επιτελείου και πρώην διοικητής του Ιππικού. Οπως θα φανεί στη συνέχεια, ούτε αυτό το μέρος ήταν ασφαλές καταφύγιο, αφού το έξαλλο πλήθος περικύκλωσε το σπίτι απαιτώντας εκδίκηση. Αυτή η ενέργεια του Γεώργιου Μαυρομιχάλη να ζητήσει άσυλο στον Γάλλο αντιπρέσβη δημιούργησε πολλά ερωτηματικά και υποψίες για ηθική αυτουργία της Γαλλίας στη δολοφονία. Αυτό ενισχύεται και από τα ρωσικά αρχεία που αναφέρονται στη δολοφονία (βλ. Λουλές).

Η στιγμή της δολοφονίας του Καποδίστρια. Το πλήθος καταδιώκει τους δολοφόνους. Πίνακας του Χαράλαμπου Παχή.

Στο μεταξύ, ο πορτογαλικής καταγωγής φρούραρχος του Ναυπλίου Αντόνιο Αλμέιδα (Almeida) έκλεισε τις πύλες της πόλης και φρόντισε να στείλει περιπόλους για τη διατήρηση της τάξης.Ο δε Αυγουστίνος Καποδίστριας (αδερφός του Κυβερνήτη), που του ανέθεσε τη στρατιωτική εξουσία της πόλης, του επέστησε την προσοχή στους δύο Γάλλους Ζεράρ και Πελιόν. Πράγματι, ο Αλμέιδα τους συνάντησε, συνοδευόμενος από τους συνταγματάρχες Σάμπουργκ, διοικητή του Μηχανικού (ολλανδικής καταγωγής και πρώην αξιωματικό του ρωσικού στρατού), και N. Ράικο (Rayko), διοικητή του Πυροβολικού και της Σχολής Ευελπίδων (ρωσικής καταγωγής). Στη συνάντησή τους αυτή οι Γάλλοι μάταια προσπάθησαν να πείσουν τον Αλμέιδα να παραιτηθεί. Στη συνέχεια οι Ζεράρ και Πελιόν κατευθύνθηκαν στο σπίτι του Ρώσου αντιπρέσβη Ρύκμαν, όπου ήδη ήταν οι συνάδελφοί τους, ο Αγγλος Ντώκινς (Dawkins) και ο Γάλλος Ρουάν, και τους ζήτησαν να αναλάβουν, ως εκπρόσωποι των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, τη διακυβέρνηση της χώρας. Την πρόταση αυτή αρνήθηκε μόνο ο Ρύκμαν, ισχυριζόμενος ότι η ρύθμιση της διάδοχης κατάστασης ήταν ελληνική υπόθεση. Ο Ρουάν επέμεινε να καλέσουν γαλλικό στρατό για να καταλάβει το Παλαμήδι και δήλωσε ότι η «Δυναστεία του Καποδίστρια τελείωσε» (Λουλές, 86). Ο Αλμέιδα αντί για απάντηση έδειξε το πλήθος που θρηνούσε. Οι Ντώκινς και Ρουάν, στη συνέχεια, ζήτησαν από τον Αλμέιδα την ελεύθερη επικοινωνία με τα πλοία τους και εκείνος, αφού συμφώνησε, τους συνέστησε να χρησιμοποιήσουν για λόγους ασφαλείας μόνο μέλη των πρεσβειών τους. Ο φρούραρχος ήταν ανυποχώρητος παρά τις απειλές των διπλωματών της Αγγλίας και της Γαλλίας ότι θα αποχωρήσουν από την πόλη.

Επίσης ο Ζεράρ (μέσω του Πελιόν) ζήτησε να του αναθέσουν τη στρατιωτική εξουσία και την ανώτατη διοίκηση του Ναυπλίου, με το σκεπτικό ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να τηρήσει την τάξη.Το ίδιο αίτημα υπέβαλε αυτοπροσώπως και στη Γερουσία. Για τη στάση δε του στρατηγού Ζεράρ είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη δολοφονία αυτός και ο υπασπιστής του, Αντώνης Καλαμογδάρτης, περιφέρονταν στους δρόμους του Ναυπλίου μιλώντας με τρόπο προκλητικό, που μπορούσε να εξεγείρει τους περαστικούς (Κρεμμυδάς, 248). Κατά την προανάκριση που θα ακολουθήσει, θα φανείη ενοχή του Ζεράρ και η κυβέρνηση θα τον απολύσει. Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι δεν έχουν ακόμη βρεθεί οι καταθέσεις του Ζεράρ, καθώς και των Πελιόν και Ρουάν (Κρεμμυδάς, 248).

Τα ρωσικά αρχεία είναι επίσης αποκαλυπτικά για τη θέση του Ρουάν στο θέμα της καταφυγής του Γεώργιου Μαυρομιχάλη στο σπίτι του (σχετικά βλ.Λουλές, σ. 86-87). Οταν έγινε γνωστό το καταφύγιο του Μαυρομιχάλη, ο Ρουάν, προφανώς για να αποποιηθεί οποιαδήποτε ανάμιξη ή συνενοχή, ανέφερε στο διοικητή του Ναυπλίου Κ. Αξιώτη ότι «κατά κακή σύμπτωση» οι δολοφόνοι του Κυβερνήτη ήταν στο σπίτι του και ζητούσε την απομάκρυνσή τους. Μετά τη δολοφονία είχε οριστεί μία τριμελής Κυβερνητική Επιτροπή αποτελούμενη από τον αδελφό του Καποδίστρια, Αυγουστίνο, και τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, οι οποίοι ανέθεσαν το έργο της σύλληψης του δολοφόνου στον Αλμέιδα. Επειτα από λίγο, όμως, ο Ρουάν άλλαξε γνώμη και όταν παρουσιάστηκε ο Αλμέιδα με γραπτή εντολή της κυβέρνησης για την παράδοση του Μαυρομιχάλη, ισχυρίστηκε ότι τον θεωρούσε αθώο και δεν μπορούσε να παραδώσει ένα άτομο που ζητούσε τη γαλλική προστασία. Παρέδωσε μόνο τους φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων, Ιωάννη Καραγιάννη και Ανδρέα Γεωργίου.

Ο Αλμέιδα επανήλθε προειδοποιώντας ότι θα άφηνε το μαινόμενο πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί έξω από την πρεσβεία, να δράσει. Ο δε Μαυρομιχάλης επέμενε ότι έπρεπε να παραδοθεί μόνο στην Εθνική Συνέλευση, της οποίας ήταν μέλος. Κάτω από την πίεση του Αλμέιδα, ο Ρουάν αναγκάστηκε να τον παραδώσει. Ο δολοφόνος, με τη βοήθεια των Αλμέιδα και Πελιόν, που τον προστάτευσαν από τους εξαγριωμένους κατοίκους, οδηγήθηκε στο νησάκι της πόλης, στο Μπούρτζι, όπου ήδη βρίσκονταν οι Καραγιάννης και Γεωργίου. Αργότερα μεταφέρθηκε στο Παλαμήδι, που κρίθηκε ασφαλέστερος τόπος.

Η καποδιστριακή Πολιτεία και οι αντιδράσεις/η αντιπολίτευση

Η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν η κορύφωση του αντιπολιτευτικού κλίματος εναντίον του, που μέσα στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του σταδιακά γιγαντώθηκε.Οταν τον Ιανουάριο του 1828 έφθανε στην Ελλάδα, η κατάσταση που επικρατούσε ήταν τόσο οικτρή που ο ίδιος την παρομοίαζε με τον «Αδη» (Επιστολαί, Α ́, 322, 21.2.1828). Από τις εκθέσεις που του υπέβαλαν οι γραμματείς (υπουργοί) της Προσωρινής Κυβέρνησης διαπιστώνεται το χάος που έπρεπε να βάλει σε τάξη: σκιώδης κρατική εξουσία και οργάνωση, ανύπαρκτα οικονομικά, ερειπωμένη δημόσια και ιδιωτική ζωή, αυθαιρεσία, μισο-απελευθερωμένη χώρα και κατάληψη πολλών εδαφών από τον εχθρό, πειρατεία στο Αιγαίο, εξαθλιωμένος λαός, λεηλατημένη γη.

Την τραγικότητα της κατάστασης αποδίδει ο Βαυαρός καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας Φρίντριχ φον Τιρς (Friedrich von Thiersch): «Η χώρα, όση είχε απελευθερωθεί ως εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε μ’ ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική πυρκαγιά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο τηςαρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία.

Ο Μοριάς ήταν ένα ρημαδιό στο έλεος της αρπακτικότητας των κοτζαμπάσηδων. Ετσι περιέγραφε την κατάσταση ο Βαυαρός κλασικός φιλόλογος Φρίντριχ φον Τιρς.

Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασία ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης, λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Είκοσι πέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμιά μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δεν λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε» (στο: Πετρίδης, 86).

Τα ανυπέρβλητα αυτά προβλήματα απαιτούσαν μία ισχυρή και συγκεντρωτική κυβέρνηση και γι’ αυτό ο Καποδίστριας πρότεινε ένα σχέδιο προσωρινής μεταβολής της Διοίκησης, την «Προσωρινήν Διοίκησιν της Επικρατείας». Στις 20 Ιανουαρίου συστήθηκε ένα 27μελές γνωμοδοτικό σώμα,το Πανελλήνιο, που διαιρείτο σε τρία Τμήματα (Οικονομίας, Εσωτερικών και Πολέμου) με επικεφαλής έναν Πρόβουλο, ενώ προβλεπόταν και ένας γενικός γραμματέας (πρωθυπουργός χωρίς ουσιαστική εξουσία), με τον τίτλο «Γραμματεύς της Επικρατείας». Πρώτος Γραμματεύς Επικρατείας διορίστηκε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Η νομοθετική εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια του Καποδίστρια, που θα την ασκούσε με τη βοήθεια του Πανελληνίου. Το συγκεντρωτικό αυτό κυβερνητικό σύστημα ήταν, κατά τον Στέφανο Παπαδόπουλο (σ. 72), «ένα είδος Προεδρικής Δημοκρατίας με την εξουσία του Προέδρου προσωρινά ενισχυμένη λόγω των εκτάκτων περιστάσεων». Στις 23 Ιανουαρίου ιδρύονταν με τρία αντίστοιχα ψηφίσματα το «Πολεμικόν Συμβούλιον», το «Υπουργικόν Συμβούλιον» και η «Εκκλησιαστική Επιτροπή».

Το καλοκαίρι του 1829 η Δ ́ Εθνοσυνέλευση του Αργους θα επικύρωνε πανηγυρικά το μέχρι τότε έργο του Κυβερνήτη και θα τον εξουσιοδοτούσε να συνεχίσει την πολιτική του. Οι ενέργειες αυτές του Καποδίστρια αποσκοπούσαν στη δημιουργία εθνικού συγκεντρωτικού κράτους δυτικού τύπου, στην αποδέσμευση της διοίκησης από τις τοπικές κεντρόφυγες δυνάμεις και στην περιθωριοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου της εποχής, των κοτζαμπάσηδων και των Φαναριωτών, που κατά την επανάσταση είχαν ενισχυθεί και είχαν αποδυναμώσει τον απλό λαό. Η παραδοσιακή ηγετική ομάδα των προκρίτων, στην οποία ανήκαν και οι Μαυρομιχαλαίοι, είχε αναπτυχθεί στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ως ανάγκη εκείνης της εποχής, ανάγκη όμως που είχε εκλείψει μετά τη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Για τη νοοτροπία τους ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε: «Ανθρωποι υπό την τουρκικήν εξουσίαν πολύν χρόνον μαθητευθέντες, δεν καταλαμβάνουσιν ευκόλως ότι διά μόνης της ευνόμου συστάσεως της ιδιοκτησίας δύνανται να συντάξωσι και την πολιτείαν των, αλλά προτιμώσι την παρούσαν κατάστασιν, θέλοντες είναι πάντοτε αρχηγοί μάλλον ακτημόνων ανθρώπων, παρά πολίται έχοντες έκαστοι νόμιμον ιδιοκτησίαν, έστω και ολίγων στρεμμάτων» (Επιστολαί, Δ ́, 197-198).

Παράλληλα, ο Κυβερνήτης στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση αυτού του λαού και στη δημιουργία και ενίσχυση της μεσαίας τάξης, που θα γινόταν χάρη σε δύο απαραίτητες προϋποθέσεις: την εργασία και τη μικρή -έστω ιδιοκτησία. Ετσι ο απλός λαός θα συνειδητοποιούσε την οντότητά του μέσα στο κράτος και την πραγματική του απελευθέρωση, λειτουργώντας συγχρόνως ως ανάχωμα στη μεγάλη δύναμη των μεγαλογαιοκτημόνων και προκρίτων. Η σχεδιαζόμενη διανομή στους ακτήμονες των εθνικών γαιών δεν έγινε δυνατό να πραγματοποιηθεί λόγω της μη καταβολής από τις Δυνάμεις του περίφημου δανείου των 60.000.000 φράγκων, που μάταια περίμενε μέχρι τη δολοφονία του.

Τις αρχές του αυτές θα εκθέσει ο Κυβερνήτης στη γνωστή του «Πραγματεία περί της καταστάσεως της Ελλάδος» (Notice sur la situation de la Grèce), τον Νοέμβριο του 1830, προς τον Μιχαήλ Σούτσο, διπλωματικό εκπρόσωπο της Ελλάδας στο εξωτερικό: «Η εργασία, αυτός πρέπει να είναι ο μοχλός και η βάσις της βαθμιαίας αναγεννήσεως των Ελλήνων. Το να θελήση τις να την επιτύχη διά παντός άλλου μέσου εις ένα λαόν ανήσυχον και ευεργετικόν, από τον οποίον η τουρκική διακυβέρνησις αφήρεσε σχεδόν πάσαν περιουσίαν και μετ’ αυτής τα στοιχεία της τάξεως και της σταθερότητος εις τα οποία στηρίζεται πάσα κοινωνική οργάνωσις, θα ήτο μάταιον και επικίνδυνον […] Αι αρχαί αύται συνοψίζονται εις μίαν και μόνην: ο ελληνικός λαός, ο οποίος σήμερον αποτελεί μίαν μάζαν ακτημόνων (proletaires), να ανέλθη εις την τάξιν ενός λαού ιδιοκτητών. Οτε ο σκοπός ούτος θα έχη επιτευχθή, η συνταγματική οργάνωσις της Ελλάδος θα είναι όχι μόνον δυνατή, αλλά και εύκολος».

Στη μεσαία, λοιπόν, τάξη (μικροκαλλιεργητές, έμποροι και βιοτέχνες) απέβλεπε ο Καποδίστριας για τη στήριξη του πολιτικού του συστήματος. Η πολιτική της ωριμότητα και χειραφέτηση ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για την παραχώρηση συνταγματικών ελευθεριών, γιατί, αντίθετα, ο φιλελευθερισμός θα ευνοούσε τους δημαγωγούς του λαού. Το κυβερνητικό του έργο χαρακτηρίζεται από μία συνεχή πάλη με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο που τον αντιπολιτεύθηκε, έχοντας ως συνεργούς την Αγγλία και τη Γαλλία. Στον άνισο -όπως αποδείχθηκε- αγώνα του αυτόν ο Καποδίστριας ήταν μόνος. Οι ηττημένες στην επανάσταση λαϊκές δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να του παράσχουν το αναγκαίο έρεισμα και γι’ αυτό αναγκαστικά προσπάθησε να επιβληθεί «εκ των άνω». Η πατερναλιστική του διακυβέρνηση ήταν κοινωνική αναγκαιότητα εκείνη την εποχή. Ακολουθώντας αυτές τις επιλογές ο Καποδίστριας έμεινε μόνος του και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο θάνατος ήταν η μόνη διέξοδος. Συναισθανόμενος όλο αυτό το εχθρικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί γύρω του και σταδιακά τον έπνιγε, δύο εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του, στις 14 Σεπτεμβρίου, έγραφε στο φίλο του Εϋνάρδο (Jean Gabriel Eynard) στη Γενεύη, επιμένοντας στην αμετακίνητη στάση του: «Αλλ’ εμέ ούτε ο φόβος των μηχανουργιών και μηχανουργών, ούτε αι μακραί στήλαι εφημερίδων τινών, δεν θέλουσι παρεκτρέψη της προβεβλημένης πορείας. Ας λέγωσι και ας γράφωσιν ό,τι θέλουσιν· έρχεται όμως καιρός ότε οι άνθρωποι κρίνονται ουχί καθ’ όσα είπαν ή έγραψαν περί των πράξεων αυτών, αλλά κατ’ αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεων. Υπό του αξιώματος τούτου ενισχυόμενος, έζησα εν τω κόσμω μέχρι της αποκλίσεως της ζωής μου καταθυμίως. Αδύνατον να αλλάξω σήμερον, αλλά θέλω πράξη το δέον, και ας γείνη ό,τι γείνη» (Επιστολές, Δ ́, 302-303).

Οι Υδραίοι καπετάνιοι και η Υδρα ήταν το επίκεντρο της αντίδρασης εναντίον του Καποδίστρια.

Οι τάξεις που θίχθηκαν (κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες και πλοιοκτήτες) προσέγγισαν τις ξένες δυνάμεις, όπως είχαν ήδη κάνει από τα χρόνια της Επανάστασης (π.χ. τα δάνεια του 1824-25), δίνοντας αφορμές επέκτασης της ξένης επιρροής, ιδιαίτερα της αγγλικής και της γαλλικής. Η δε Αγγλία και η Γαλλία ήταν πολύ επιφυλακτικές προς τον Καποδίστρια, φοβούμενες ότι θα ευνοούσε τα συμφέροντα της Ρωσίας και τις επιδιώξεις της για επέκταση στη Μεσόγειο, και καθυστερούσαν τη συνεχώς και επίμονα ζητούμενη δανειοδότηση. Επίσης είναι γνωστές οι δυσκολίες που συναντούσε στην εξωτερική του πολιτική για τη διεύρυνση των περιορισμένων συνόρων του κράτους. Στο Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1828-1829 ο Καποδίστριας ακολού- θησε μια ευμενή ουδετερότητα προς τη Ρωσία, διευκολύνοντας το στόλο της στη Μεσόγειο. Η Συνθήκη της Αδριανουπόλεως στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 συνέβαλε σημαντικά στη χειραφέτηση της Ελλάδας, αλλά ενίσχυσε την αντίδραση της Αγγλίας προς τον Καποδίστρια, θεωρώντας ότι η Ρωσία κέρδιζε έδαφος στο διπλωματικό παιχνίδι και μπορούσε με τη στρατιωτική της νίκη να επιβάλει στην Τουρκία τη νέα ελληνική πραγματικότητα (κάτι που δεν είχε καταφέρει η Αγγλία με τη διπλωματική οδό). Ετσι, ο Καποδίστριας γινόταν «το εξιλαστήριο θύμα της αναμφισβήτητης διπλωματικής ήττας των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων και κατά κύριο λόγο της Αγγλίας», και με την ίδια αντιπάθεια τον αντιμετώπιζαν πλέον και οι διπλωματικοί εκπρόσωποι στην Ελλάδα της Αγγλίας Ντώκινς και της Γαλλίας Ρουάν, οι οποίοι και θα υποβοηθήσουν την αντιπολίτευση (Λουλές, 81).Η αντιπολίτευση άρχισε να εντείνεται από την άνοιξη του 1830 και οι δύο κύριες εστίες του αντι- κυβερνητικού αγώνα έγιναν η Μάνη και η Υδρα. Η ισχυρή οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων της Μάνης, έχοντας πληρώσει βαρύ φόρο αίματος τόσο στα Ορλωφικά όσο και στην Επανάσταση, αντιδρούσε στην κυβερνητική απόφαση για κατάργηση των προνομίων που απολάμβανε στην περιοχή αυτή από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δηλαδή την αποφυγή της φορολο- γίας και τη συνέχιση της κατακράτησης των εσόδων των τελωνείων της Νότιας Μεσσηνίας. Οι Μαυρομιχαλαίοι, επικαλού- μενοι τις αναμφισβήτητες υλικές θυσίες τους στον Αγώνα και την απώλεια πολλών μελών τους, αρνούνταν και συνέστησαν επαναστατική κυβέρνηση στο Λιμένι της Μάνης, η οποία όμως σύντομα αυτοδιαλύθηκε. Η σύλληψη του αρχηγού της οικογένειας Πετρόμπεη και η προφυλάκισή του στο Παλαμήδι ενέτεινε τις αντικυβερνητικές ενέργειες των συγγενών του στη Μάνη (Λούκος, «Οι Μαυρομιχαλαίοι»).

Η αντιπολίτευση είχε ενταθεί το 1831. Τον Μάιο είχε σημειωθεί η αποτυχημένη εξέγερση στην Αταλάντη του Τσάμη Καρατά- σου, διοικητή του ελαφρού τάγματος, ενώ το καλοκαίρι σημαδεύτηκε με τα γνωστά γεγονότα του Πόρου. Παρόλο που ποτέ δεν αποδείχτηκε ότι το κίνημα του Καρατάσου είχε ενισχυθεί από την Υδρα, το γεγονός ότι ο Καρατάσος βρήκε καταφύγιο εκεί καθώς και οι ομολογίες μερικών αξιωματικών άφησαν να υπονοηθεί ότι βασικοί υποκινητές ήταν το «Κοινόν της Υδρας». Η Υδρα ήταν το δεύτερο μεγάλο κέντρο της αντιπολίτευσης, όπου οι πλοιοκτήτες και γενικότερα ο ναυτικός κόσμος μάταια ανέμεναν τις αποζημιώσεις τους. Η καθυστέρηση βέβαια αυτή δεν οφειλόταν στην αδιαφορία της κυβέρνησης, αλλά στην έλλειψη των οικονομικών πόρων. Στο νησί είχε καταφύγει ο ισχυρός πυρήνας της αντιπολίτευσης, πολιτικοί όπως οι Αλ. Μαυροκορδάτος, Αλ. Ζαΐμης και Σπ. Τρικούπης, καθώς και η εφημερίδα «Ο Απόλλων» και ο εκδότης της Αναστάσιος Πολυζωίδης. Ενδεδυμένοι με το μανδύα των συνταγματικών ελευθεριών οι αντικυβερνητικοί, οι «συνταγματικοί», έχοντας την ανεπίσημη φιλική στάση της Αγγλίας και της Γαλλίας, υποκινούσαν τους απογοητευμένους κατοίκους. Στο δε «Απόλλωνα» δημοσιεύονταν οι αναφορές προς τον Κυβερνήτη των κατοίκων πολλών περιοχών, ζητώντας Σύνταγμα και τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης. Μέσα στον αναβρασμό αυτό, ο Καποδίστριας προχώρησε στον αποκλεισμό της Υδρας, για να ακολου- θήσει το γνωστό Κίνημα του Πόρου με τον εμπρησμό από τον Υδραίο ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη του δίκροτου «Ελλάς», της κορβέτας «Υδρα» και του φρουρίου Heideck (Αδαμοπούλου και Πρασσά, 459-482).

Στον Πόρο έγινε πια φανερή η επιδοκιμασία και συμπαράσταση της Αγγλίας και της Γαλλίας, οι οποίοι έκτοτε θα υποκινούν το λαό σε εξέγερση. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η προσπάθειά τους να αξιοποιήσουν την εχθρότητα των Μαυρομιχαλαίων. Εκτός από το φυλακισμένο στο Παλαμήδι Πετρόμπεη, ο αδελφός του Κωνσταντίνος και ο γιος του Γεώργιος ήταν υπό αστυνομική επιτhρηση στο Ναύπλιο με την ίδια κατηγορία που βάραινε τον Πετρόμπεη: ανοχή ή υποκίνηση της εξέγερσης στη Μάνη. Η αποκάλυψη επίσης το καλοκαίρι του 1831 της μυστικής «Εταιρίας του Ηρακλέους» είχε θορυβήσει την κυβέρ- νηση, μολονότι δεν είναι γνωστό αν είχε ανάμιξη στη δολοφονία. Ο Καποδίστριας, επικαλούμενος «ανώτερους λόγους», προκήρυξε Εθνική Συνέλευση στο Αργος.Οι Υδραίοι, βλέποντας ότι με τις εκλογές αυτές δεν θα ωφελούνταν, τροποποίησαν τους στόχους τους και αντί για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης ζητούσαν πλέον την απομάκρυνση του Κυβερνήτη. Θεωρώντας δε την Υδρα ως κέντρο της αντιπολίτευσης, προέτρεπαν τους δημογέροντες να μη λάβουν μέρος στη νέα Εθνο- συνέλευση του Αργους, αλλά να στείλουν τους πληρεξουσίους τους στην Υδρα. Στις παραμονές της δολοφονίας του Καπο- δίστρια, φαίνεται ότι γίνονταν προσπάθειες συμβιβασμού με την αντιπολίτευση. Στις 21 Σεπτεμβρίου είχε συναντήσει στο Κυβερνείο τον ισχυρό Πελοποννήσιο πρόκριτο και αγωνιστή Κανέλλο Δεληγιάννη και είχαν μια έντονη συζήτηση. Ο μεν Καποδίστριας κατηγόρησε τους προκρίτους για αδικίες εις βάρος των Ελλήνων, ενώ ο Δεληγιάννης υπερασπίστηκε τους αγώνες και τις θυσίες τους και διαμαρτυρήθηκε για τον παραγκωνισμό τους (Βακαλόπουλος, 707-708). Ο Καποδίστριας επίσης προσπάθησε να προσεγγίσει και το ναυτικό κόσμο της Υδρας με μεσολαβητή τον Π. Νικολαΐδη, ο οποίος στις 20 Σεπτεμβρίου, με εμπιστευτικό έγγραφό του προς τον Γεώργιο Κουντουριώτη, μετέφερε τη διάθεση του Κυβερνήτη για αποκατάσταση των σχέσεών του με τους προκρίτους του νησιού.Ο Νικολαΐδης, θεωρώντας υπεύθυνο για τα γεγονότα του Πόρου τον Μαυροκορδάτο και τους ξένους, επιδίωκε την απομόνωσή του από τους Υδραίους προκρίτους και έδινε τη διαβεβαίωση για τις προθέσεις του Κυβερνήτη να μην προβεί σε κυρώσεις. Ο Καποδίστριας δεν είχε προλάβει να στείλει την απάντη- σή του στους Υδραίους. Οι δε Υδραίοι το πρωί της δολοφονίας έστελναν στο Ναύπλιο τον Αλ. Κοντόσταυλο, εξουσιοδοτημένο από τους Λάζαρο Κουντουριώτη, Ανδρέα Ζαΐμη, Μιαούλη κ.ά., με προτάσεις συμβιβασμού, αλλά πλέον ήταν αργά (Βακαλόπουλος, 708-710. Πρβλ. Αδαμοπούλου και Πρασσά, 48-482).

Ο Ρώσος Πιότρ Ιβάνοβιτς Ρίκορντ είχε κανονίσει για μια συμφιλιωτική συνάντηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη με τον Κυβερνήτη. Ωστόσο, ο εκνευρισμός του Καποδίστρια τη ματαίωσε.

Μία άλλη, πολύ σημαντική επίσης, προσπάθεια μεσολάβησης έγινε εκείνες τις μέρες και έχει πολύ ενδιαφέρον για το θέμα μας. Στις παραμονές της δολοφονίας του Κυβερνήτη, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ (Ricord) είχε αναλάβει να μεσολαβήσει για τη συμφιλίωση του Καποδίστρια με την οικογένεια. Είχε μάλιστα επισκεφθεί στην Τζίμοβα (σημ. Αρεόπολη) τη γερόντισσα μάνα του Πετρόμπεη και άλλα μέλη της οικογένειας. Στη συνέχεια έλαβε άδεια για να βγει από τη φυλακή ο Πετρόμπεης και τον δέχθηκε στη ναυαρχίδα του, όπου γευμάτισαν και συζήτησαν, χωρίς να γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες.

Ο Ρίκορντ είχε προγραμματίσει συνάντηση των δύο ανδρών στο Ναύπλιο, όπου ο Πετρόμπεης θα ομολογούσε ότι έσφαλε και ο Καπο- δίστριας θα συγχωρούσε την οικογένεια. Στις 23 Σεπτεμβρίου, λίγες μέρες πριν από τη δολοφονία, ο Ρίκορντ συνόδευσε τον Μανιάτη αρχηγό μέχρι την είσοδο του σπιτιού του Καποδίστρια, αλλά τότε συνέβη ένα περιστατικό, από τις παράξενεςεκείνες συμπτώσεις της ιστορίας. Ο Καποδίστριας μόλις είχε διαβάσει ένα συκοφαντικό άρθρο της εφημερίδας «Courrier Anglais» του Λονδίνου, που πριν από λίγο είχε φθάσει στο Ναύπλιο, και τον εκνεύρισε τόσο που αρνήθηκε να δεχθεί τον Πετρόμπεη αμέσως. Επειτα από διαπραγματεύσεις μισής ώρας, ο περήφανος Μανιάτης αναγκάστηκε να αποχωρήσει προσβεβλημένος και ταπεινωμένος και να επιστρέψει στη φυλακή του.

Οι αντιδράσεις και τα σχόλια για τη δολοφονία

Οι αντιδράσεις στη δολοφονία του Κυβερνήτη ήταν έντονες από όλες τις πλευρές. Ο φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος θεώρησε υπεύθυνες τις Μεγάλες Δυνάμεις γιατί δεν τον στήριξαν και καλλιέργησαν ένα κλίμα αβεβαιότητας και προσωρι- νότητας. Ο Γάλλος στρατηγός Σνάιντερ κατηγόρησε την Αγγλία που φοβόταν τη «στερέωση της κυβερνητικής εξουσίας σ’ ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος». Η Ρωσία φοβήθηκε ότι η δολοφονία θα ερμηνευόταν ως αποδοκιμασία της πολιτικής της στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με την Αγγλία και τη Γαλλία. Η τελευταία, έπειτα από πίεση του Ρώσου πρεσβευτή στο Παρίσι Πότσο ντι Μπόργκο, αναγκάστηκε να αποδοκιμάσει την αντικυβερνητική στάση του Ρουάν και ορισμέ- νων Γάλλων στρατιωτικών του εκστρατευτικού σώματος, θεωρώντας ότι εξέφραζε προσωπικές τους πρωτοβουλίες και όχι την επίσημη πολιτική της χώρας τους. Στην Αγγλία η είδηση δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες, που μέχρι τότε τον κατηγορού- σαν δριμύτατα, χωρίς σχόλια (Λουλές, 87-92).

Στο εσωτερικό της χώρας η απήχηση της δολοφονίας ήταν συνταρακτική. Ιδιαίτερα για τον απλό λαό ο Καποδίστριας ήταν ο πατέρας και ευεργέτης του, όπως έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης, και η απώλειά του σκόρπισε λύπη και οδύνη. Σ’ αυτό το κλίμα ανήκουν και οι πρώτες αντιδράσεις που διαδραματίστηκαν έξω από τον Αγιο Σπυρίδωνα. Τον ίδιο πόνο εισέπραξαν και οι στενοί συνεργάτες και οι οπαδοί του, καθώς και οι ομογενείς του εξωτερικού.Αντίθετα, για την αντιπολίτευση η δολοφονία σήμαινε το τέλος των δεινών της. Οι δολοφόνοι χαρακτηρίστηκαν ως τυραννοκτόνοι, ως άλλοι «Αρμόδιος και Αρτιστογείτων». Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» έναν ύμνο για το δολοφόνο, θυμίζοντας την εποχή των Πεισιστρατιδών:

«Μιμητής Αρμοδίου και Αριστογείτων νέος
Το φιλέκδικο σπαθί μου θα σκεπάσω με μυρσίνη,
Εις τον Τύραννον θα πέσω… θα τον σφάξω…
και γενναίως
Θα σφαγώ καθώς εκείνοι».

Οι Υδραίοι καπετάνιοι Λάζαρος Κουντουριώτης και Ανδρέας Μιαούλης είχαν στείλει τη μέρα της δολοφονίας αντιπροσωπία με συμβιβαστικές προτάσεις προς τον Καποδίστρια, αλλά τα γεγονότα τους πρόλαβαν.

Παρόμοια ήταν η αντίδραση της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας «Ο Απόλλων» και του εκδότη της Αναστάσιου Πολυζωίδη, στο φύλλο της 30ής Σεπτεμβρίου 1831: «Ως άνθρωποι δεν δυνάμεθα παρά να λυπηθώμεν και να θρηνήσωμεν διά το τοιούτον τραγικόν τέλος του Ιωάννου Καποδίστρια· ως πολίται όμως, φίλοι της σωτηρίας της Πατρίδος προ παντός άλλου, είμεθα πολλά μακράν να καταδικάσωμεν την πράξιν, εν ω μάλιστα βλέπομεν δι’ αυτής την υψηλήν της θείας δίκης απόφασιν εκπληρουμένην, εις αμοιβήν των αρρήτων και αθεμίτων κακών, εκ των οποίων η Ελλάς είχεν υπερπληρωθή· τόσω δε πλέον η πράξις μας φαίνεται γενναιοτέρα, όσω χρεωστείται εις χείρας όχι ετεροκινήτων, όχι μισθωτών και ασήμων, αλλά αυθορμή- των και επισήμων ανθρώπων, οι οποίοι σιμά των τόσων και τόσων θυσιών της Οικογενείας των, απεφάσισαν και την ιδίαν των ζωήν να προσφέρουν ως επισφράγισιν του πατριωτισμού των· και τωόντι ο εις την επρόσφερεν, ο δε άλλος τον αυτόν κίνδυνον διατρέξας, ελυτρώθη». Εκδόθηκε άλλο ένα φύλλο (αρ. 60/7.10.1831) και έκτοτε σταμάτησε η κυκλοφορία της, αφού δεν υπήρχε πλέον λόγος, όπως δήλωνε ο εκδότης: «Ο Τύραννος εξέλιπε, και ούτως η πηγή, όθεν όλαι αι συμφοραί προήρ- χοντο, εστέρευσε μονομιάς» (σ. 249).

Οι ανακρίσεις και η τιμωρία

Οι δολοφόνοι του Καποδίστρια, ως στρατιωτικοί, δικάστηκαν από έκτακτο Στρατοδικείο στις 9 Οκτωβρίου 1831. Πρόεδρος ήταν ο στρατηγός Φωτομάρας, αντιπρόεδρος ο συνταγματάρχης Τσώκρης και μέλη οι ταγματάρχες Π. Φωκάς, Χ.Ταργός και Δ. Κουροκάφας, καθώς και οι λοχαγοί Ι. Φωτεινός, Κ. Φαρμάκης και Κ. Αξελός.Εισηγητής του κατηγορητηρίου ο Αξελός και εισαγγελέας ο Κ. Κάρπος Παπαδόπουλος. Ο συνήγορος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη ήταν ο Σκώτος δικηγόρος Ε. Μάσσον (Edward Masson). Οντας αντικαποδιστριακός, μετέφραζε τα αντικαποδιστριακά άρθρα των αγγλικών εφημερίδων που δημο- σιεύονταν στην εφημερίδα «Ο Απόλλων». Ο Μάσσον, αρνούμενος αρχικά, γιατί φοβόταν για τη ζωή του, είχε δεχθεί το διορισμό του μόνο ύστερα από μεσολάβηση του Αγγλου αντιπρέσβη Ντώκινς και τις εγγυήσεις της νέας κυβέρνησης. Στη διάρκεια της δίκης αποκαλύφθηκε ότι την προηγουμένη της δολοφονίας,στις 26 Σεπτεμβρίου,στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη,οι Μαυρομιχα- λαίοι είχαν επιχειρήσει, χωρίς επιτυχία, να δολοφονήσουν τον Κυβερνήτη στήνοντάς του ενέδρα κοντά στην ομώνυμη εκκλησία.Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από το ανακριτικό υλικό είναι ο ρόλος των Γάλλων στη συνω μοσία, και μάλιστα συγκεκριμένων στρατιωτικών. Οι προαναφερθέντες Γάλλοι Ζεράρ και Πελιόν φάνηκε ότι ήταν γνώστες του σχεδίου της δολοφονίας, ενώ από ορισμένες καταθέσεις έγινε φανερό ότι ο γαλλικός στρατός στην Πελοπόννησο όχι μόνο βοηθούσε τους συνωμότες σε ό,τι αφορά την κάλυψη ή φυγάδευση των δολοφόνων, αλλά στόχευε και στην κατάληψη της εξουσίας (Κρεμμυδάς, 263-264. Πρβλ. Λουλές, 92-93).

Ο δε στρατηγός Ζεράρ το προηγούμενο της δολοφονίας βράδυ είχε ειδοποιήσει το τακτικό τάγμα να είναι συγκεντρωμένο στις 6 το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου για ασκήσεις, ασυνήθιστη πρακτική μέχρι τότε. Επίσης, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι Ζεράρ και Πελιόν πήγαν στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβη Ρουάν, όπου είχε καταφύγει κι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Οι δε Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης είχαν βεβαιώσει τους φρουρούς τους Ιωάννη Καραγιάννη και Ανδρέα Γεωργίου για τη συμμετοχή των Γάλλων στη συνωμοσία. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι ο Ζεράρ τα ξημερώματα της 27ης Σεπτεμβρίου πήγε στη θέση Πέντε Αδέλφια, για να διαπιστώσει τη θέση των γαλλικών πλοίων. Σύμφωνα δε με μαρτυρίες, τα γαλλικά πλοία μετά τη δολοφονία άνοιξαν πανιά, τοποθέτησαν τα κανόνια τους σε θέση μάχης και πλησίασαν την ακτή (Κρεμμυδάς, 265-266).Στο σχέδιο επίσης ήταν η μεταφορά των δολοφόνων με γαλλικό πλοίο, ενώ σε μία μαρτυρία αναφέρεται επικοινωνία ανάμεσα στα γαλλικά πλοία και την αντιπολιτευόμενη Υδρα, καθώς και αλληλογραφία ανάμεσα στους Υδραίους, στον Γάλλο αντιπρέσβηΡουάν και το ναύαρχο της γαλλικής μοίρας Ντερινύ (Κρεμμυδάς, 266-267).

Η συμμετοχή του Ρουάν στη συνωμοσία αφήνεται αμφισβητήσιμη από την προανάκριση. Η εμπλοκή του εντοπίζεται στην καταφυγή των κατηγορουμένων στο σπίτι του, που όμως δεν ήταν στα σχέδιά τους, αφού είχαν συμφωνήσει να προσφύ- γουν στο σπίτι του Ζεράρ. Επίσης, πριν από του Ρουάν, είχαν πάει στο σπίτι του Βαλλιάνου. Η δε αρχική του άρνηση να τους παραδώσει και η επιμονή του να τους παραδώσει στην Εθνοσυνέλεση, δεν στοιχειοθετεί κατηγορία για την ενοχή του. Προφανώς γνώριζε την πολιτική της κυβέρνησής του και ήταν ενήμερος για συνωμοτικές ενέργειες σε βάρος της ζωής του Καποδίστρια, αλλά από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν αποδείχθηκε ενεργός συμμετοχή του (Κρεμμυδάς, 269-270).

Στη διάρκεια της δίκης ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αρνήθηκε την ενοχή τη δική του και των δύο φρουρών του, Καραγιάννη και Γεωργίου. Ολη την ευθύνη την έριξε στο νεκρό θείο του Κωνσταντίνο. Ο Μάσσον, λόγω των ολοφάνερων αποδεικτικών στοιχείων της ενοχής του, δεν τον υπερασπίστηκε, αλλά επέμεινε στην αναρμοδιότητα του Στρατοδικείου. Ο ισχυρισμός του απορρίφθηκε και οι Μαυρομιχάλης και Καραγιάννης καταδικάστηκαν σε θάνατο, ο δε Γεωργίου σε δεκαετή καταναγκαστική εργασία. Το επιβαρυντικό στοιχείο για τον Γεωργίου ήταν το γεγονός ότι δεν κατήγγειλε, ενώ γνώριζε, το σχέδιο της δολοφονίας.

Ο 32χρονος Μαυρομιχάλης εκτελέστηκε την επόμενη μέρα, στις 10 Οκτωβρίου, τη 1 το μεσημέρι, στην Πρόνοια του Ναυπλίου, με τουφεκισμό. Εξομολογητής του ήταν ο ιερέας του Αγίου Ανδρέα του Παλαμηδίου και επικεφαλής του αποσπάσ ματος ο Σκυλίτσης. Ο Γεώργιος αντιμετώπισε με εξαιρετικό θάρρος τις κάννες των όπλων που βρίσκονταν σε απόσταση 30 βημάτων. Σύμφωνα με ανώνυμο αυτόπτη μάρτυρα, ο ίδιος έδωσε την εντολή της εκτέλεσής του και απευθυνόμeνος στο πλήθος που τον καταριόταν συνέστησε «Ομόνοια και Ενωση» (Βακαλόπουλος, 716). Η εκτέλεση του Καραγιάννη πήρε αναστολή, γιατί ο ίδιος υποσχέθηκε αποκαλύψεις, σύμφωνα με τις οποίες η συνωμοσία της δολοφονίας πρόβλεπε δύο παράλληλες δράσεις: οι Μαυρομιχαλαίοι θα χτυπούσαν τον Κυβερνήτη και οι Καραγιάννης και Γεωργίου τους φρουρούς του. Επίσης ο Καραγιάννης αποκάλυψε ότι είχε τη διαβεβαίωση του Γεώργιου Μαυρομιχάλη ότι ο στρατηγός Ζεράρ «ήταν μαζί τους» και ότι αμέσως μετά τη δολοφονία θα κατέφευγαν στο σπίτι του στρατηγού μέχρι να επέμβει ο γαλλικός στρατός (Λουλές, 93). Επίσης ισχυρίστηκε ότι οι Μαυρομιχαλαίοι του είχαν εξομολογηθεί ότι στη συνωμοσία μετείχαν ο στρατηγός Ζεράρ, ο Αναστάσιος Λόντος, ο γερουσιαστής Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο γιος του Αντώνης, ο πολιτάρχης του Ναυπλίου Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος ή Κακλαμάνος, η ομάδα του Ν. Παπαλεξόπουλου και άλλοι. Φυλακίστηκαν χωρίς δίκη οι Αν. Λόντος, Ανδρ. Καλαμογδάρτης και η ομάδα Παπαλεξόπουλου, ενώ ο Ζεράρ πείστηκε να παραιτηθεί και ο Κακλαμάνος απομακρύνθηκε (Κρεμμυδάς, 244 έπ.,Λούκος, Η αντιπολίτευση, 375 έπ.). Ανακρίθηκαν περίπου 130 άτομα και το πόρισμα των ανακρίσεων διαβιβάστηκε στην Ε ́ Εθνοσυνέλευση στις 7 Ιανουαρίου 1832, αλλά η υπόθεση δεν προχώρησε δικαστικά, ίσως για να αποφευχθούν οι οξύτητες. Η ενοχή περιορίστηκε στους καταδικασμένους και αποδόθηκαν ευθύνες στην Υδρα για την οργάνωση της συνωμοσίας, χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύεται. Δεν έγινε όμως αναφορά για το ρόλο των Γάλλων, προφανώς για να μην ενταθούν οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις. Δεν αποδεικνύεται επίσης ενεργός ανάμιξη των Αγγλων, οι οποίοι πιθανότατα γνώριζαν για τη συνωμοσία δολοφονίας και είχαν ευνοϊκή στάση, αφού η δολοφονία εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους (Κρεμμυδάς, 272-274).

Η δολοφονία του Καποδίστρια εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα ιδιωτικής εκδίκησης της οικογένειας των Μαυρομιχα λαίων, οι οποίοι όμως ήταν οι φυσικοί αυτουργοί, αλλά όχι οι ηθικοί.

.

Η δολοφονία του Καποδίστρια σε πίνακα του Διονυσίου Τσόκου.

.

Πηγή: ΕΜΠΛΟΚΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: