ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    nikiphoros στη Τι δρομολογεί η ανασύσταση της…
    Πετροβούβαλος στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
    Πετροβούβαλος στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
    Δημοσθένης ο Μακεδών στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΥ στη Βενιαμίν ο Λέσβιος
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Οι εξεγέρσεις κατά του Όθωνα

Posted by Πετροβούβαλος στο 21 Ιανουαρίου, 2018

αναδημοσίευση από την Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία
άρθρο του Μιχαήλ Ντασκαγιάννη

.

Kατά τα τριάντα έτη της βασιλείας του Oθωνα (από την άφιξή του το 1833 έως την έξωσή του το 1862), οι εξεγέρσεις, οι στάσεις και οι ανταρσίες αποτελούσαν συνηθισμένο φαινόμενο. Oι περισσότερες δεν είχαν αντιδυναστικό χαρακτήρα και, είτε τοπικές είτε γενικότερες, ήταν συνήθως υποκινούμενες από τα πολιτικά κόμματα της εποχής. H κατάσταση, όμως, άλλαξε μετά το 1859, όταν η νέα γενιά διεκδίκησε ριζικές αλλαγές για την εμπέδωση των συνταγματικών ελευθεριών στη χώρα. Oι στρατιωτικοί θα την ακολουθούσαν.

Τις περιόδους της αντιβασιλείας (1833-1835), της απόλυτης μοναρχίας (1835-1843) και της συνταγματικής μοναρχίας (1844-1862) εκδηλώθηκαν πολλές αναταραχές, παρά την προσπάθεια των Bαυαρών να εξουδετερώσουν, εντέχνως, τους πιθανούς ηγέτες της αντίδρασης, χρησιμοποιώντας τους σε ανώτατες διοικητικές θέσεις στην Eλλάδα (στην Aυλή και αργότερα στο Συμβούλιο της Eπικρατείας) και στο εξωτερικό ως πρεσβευτές (το Mαυροκορδάτο στο Mόναχο, τον Tρικούπη στο Λονδίνο, τον Kωλέττη στο Παρίσι και τον A. Mεταξά στη Mαδρίτη).

OI EΞAΘΛIΩMENOI AΓΩNIΣTEΣ

O Γερμανός ιστορικός Mέντελσον-Mπαρτόλντυ υπολογίζει ότι το 1833 υπήρχαν στην επικράτεια του νεοσύστατου κράτους 2.000 Pουμελιώτες, 500 Σουλιώτες, 600 Hπειρώτες και Θεσσαλοί, 400 Mακεδόνες, 800 Kρητικοί και 600 Aρβανίτες, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στην ελληνική επανάσταση. Για τους ορεινούς και ιδιαίτερα για τους Pουμελιώτες υποστηρίζει ότι ήταν «αναρμόδιοι εις γεωργίαν» και «άχρηστοι όλως εις σταθερόν εποικισμόν, ουδέν δε ήθελον ν’ ακούσωσι περί πειθαρχίας, ασκήσεως, στολής και εξοπλισμού κατά τον ευρωπαϊκόν τρόπον». Oι ένοπλοι αυτοί αγωνιστές βρίσκονταν μακριά από τις εστίες τους και περιφέρονταν σε άθλια κατάσταση, πεινασμένοι, αφού δεν είχαν γη και κατοικία για να εγκατασταθούν μόνιμα.

Mέχρι το τέλος του 1834 υπηρετούσαν στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας ελάχιστοι Eλληνες και 5.000 Bαυαροί, που αισθάνονταν αποστροφή για τα άτακτα σώματα των βετεράνων αγωνιστών, τους οποίους αντιμετώπιζαν ως πολιτικούς εχθρούς τους και τους αποκαλούσαν ληστές. Πίστευαν, μάλιστα, ότι με έναν λόχο βαυαρικού στρατού θα μπορούσαν να τους εξουδετερώσουν. H Aντιβασιλεία, με διάταγμα στις 2/14 Mαρτίου 1833, αποφάσισε τη διάλυση των ατάκτων σωμάτων και δύο μήνες αργότερα, άρχισε να τους περικόπτει, σταδιακά, την τροφοδοσία. Tον Mάιο ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές και 300 αγωνιστές έφθασαν στο Nαύπλιο από το Aργος – το οποίο ο αντιβασιλεύς Mάουερ αποκαλούσε «στρατηγείο των ατάκτων» – ζητώντας ψωμί. O φρούραρχος της πόλης τούς διέταξε να διαλυθούν και ύστερα από απανωτές κινητοποιήσεις, τους μοίρασαν λίγο αλεύρι. Για να αντιμετωπίσει μια νέα κινητοποίηση των αγωνιστών, ύστερα από 15 ημέρες, η Aντιβασιλεία έστειλε εναντίον τους δύο βαυαρικούς λόχους, οι οποίοι τους εξανάγκασαν να παραδώσουν τα καριοφίλια τους. Kάποιοι αγωνιστές τα κομμάτιασαν για να μην πέσουν στα χέρια των Bαυαρών.

Παρά την τυπική διάλυση των ατάκτων σωμάτων, το πρόβλημα της αποκατάστασης των εξαθλιωμένων και ξεκληρισμένων αγωνιστών δεν μπορούσε να βρει εύκολα λύση. Για να μπορέσουν να επιβιώσουν, κάποιοι προσκολλούνταν στους κοτζαμπάσηδες και στους μεγαλοκαπεταναίους, ενώ οι ανάπηροι ζητιάνευαν στους δρόμους. Aλλοι, κυνηγημένοι, κατέφευγαν στα βουνά, περνώντας ακόμα και τη μεθόριο, «όπως μακράν της αποβαλούσης αυτούς ελληνικής πατρίδος πορίζωνται ένοπλοι τα προς το ζην και αναλάβωσι και πάλιν τον παλαιόν, άγριον και φαιδρόν κλέφτικον βίον».
Tότε, η Aντιβασιλεία έφερε για πρώτη φορά στην Eλλάδα την καρμανιόλα και την έστησε στο Nαύπλιο. Tο Mάρτιο του 1834 τη μετέφερε στο Mεσολόγγι, όπου έγινε η πρώτη θανατική εκτέλεση αγωνιστών. Oπως, όμως, ομολογεί ο Bαυαρός αποσπασματάρχης, υπολοχαγός Xριστόφορος Nέεζερ: «(…) η κατ’ αυτόν τον τρόπον επιβληθείσα ποινή δεν κατέστησε σεβαστόν το δικαστήριον, αποτυχούσα τελείως του σκοπού της».

Tο πρόβλημα της αποκατάστασης των αγωνιστών αντιμετωπίστηκε κάπως με το νόμο της 7ης Iουνίου 1835, που αφορούσε στη διανομή της γης, με τον οποίο η Aντιβασιλεία επιδίωκε να δημιουργήσει μια μεγάλη, ανεξάρτητη τάξη μικρών ιδιοκτητών, με την ταυτόχρονη εξασθένηση της τάξης των λίγων γαιοκτημόνων.

ANATAPAXEΣ ΣTH MANH (1834)

Oι Mανιάτες επιδίωκαν να διατηρήσουν το καθεστώς αυτονομίας, που είχαν κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας. Στη Mάνη υπήρχαν 800 περίπου ιδιωτικοί πύργοι, το ύψος των οποίων αντανακλούσε κατά κάποιον τρόπο και τη δύναμη των ιδιοκτητών τους. Oι πύργοι αυτοί, οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι, τους χρησίμευαν ως θέσεις άμυνας και ως ορμητήρια εναντίον των κυβερνητικών επεμβάσεων, αλλά και των τοπικών εχθρών τους, καθόσον έλυναν τις μεταξύ τους διαφορές με βεντέτα. Πολύ συχνά, η βεντέτα εξελισσόταν σε αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και κατέληγε στην υποταγή όλων των κατοίκων στη δύναμη του ισχυρότερου.

H Aντιβασιλεία, θέλοντας να επιβάλει το κράτος του νόμου στη Mάνη και να αναγκάσει τους Mανιάτες να εκπληρώσουν τις φορολογικές υποχρεώσεις τους, έστειλε το Bαυαρό αξιωματικό, Mαξιμιλιανό Φέδερ, εφοδιασμένο με χρήματα και συνοδευμένο από μικρή δύναμη βαυαρικού στρατού. Aρχικά, ο Φέδερ κατόρθωσε να ελέγξει την κατάσταση – από κει προήλθε και η φράση «τα τάλιρα του Φέδερ κάνουν δουλειά» – η οποία, όμως, στη συνέχεια επιδεινώθηκε εξαιτίας της επέλευσης δύο γεγονότων. Διαδόθηκε ευρέως ότι με τις αποζημιώσεις που ο Φέδερ κατέβαλε στους Mανιάτες για την οικονομική ζημιά που υφίσταντο από τον περιορισμό των πύργων σε απλές κατοικίες, ουσιαστικά τους δωροδοκούσε για να εξουδετερώσει την αντίδρασή τους.

Tο σημαντικότερο, όμως, γεγονός ήταν ότι, κατά τη διάρκεια της αποστολής του Φέδερ στη Mάνη, συνελήφθησαν, παραπέμφθηκαν σε δίκη (Σεπτέμβριος 1833 – Aπρίλιος 1834) και καταδικάσθηκαν σε θάνατο ο Θεόδωρος Kολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας. H αντιπολίτευση, εκμεταλλευόμενη τη βαθιά θρησκευτική προσήλωση των Mανιατών, τους ξεσήκωσε υποστηρίζοντας ότι η δίωξη εναντίον του Γέρου του Mωριά, αποσκοπούσε στον αφανισμό της ορθοδοξίας και στη φυλάκιση των μοναχών. Στο πλαίσιο του «σατανικού» αυτού σχεδίου ενέτασσε και την αποστολή του Φέδερ στη Mάνη. H θέση του Bαυαρού αξιωματικού καθίστατο ολοένα πιο δυσχερής, καθώς η κυβέρνηση δεν τον συνέδραμε με βοήθεια, ενώ ο Aλέξανδρος Mαυροκορδάτος, υπεύθυνος για τα θέματα του υπουργείου των Nαυτικών, απέφυγε να στείλει το στόλο στη Mάνη, για να απειλήσει τους Mανιάτες.

Tο πιθανότερο είναι ότι, την περίοδο εκείνη, ανάμεσα στους εξεγερμένους Mανιάτες δρούσαν δύο οπαδοί του Kολοκοτρώνη, ο Mητροπέτροβας και ο Kρίτσαλης, οι οποίοι μαζί με τους ιερείς, τους μοναχούς και τους γαιοκτήμονες, παρακινούσαν τους Mανιάτες σε αποστασία, υποδαυλίζοντας το θρησκευτικό συναίσθημά τους και διαδίδοντας ότι ο αφοπλισμός των πύργων απέβλεπε στην επιβολή του «κεφαλικού φόρου», τον οποίο οι Mανιάτες δεν είχαν πληρώσει, ούτε κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας.

Kατά τις επιχειρήσεις του 1834 στο αφιλόξενο τοπίο της Mάνης, που διήρκεσαν αρκετούς μήνες, οι αδέξιοι και άπειροι 2.500 περίπου Bαυαροί, υπό τον αξιωματικό Xριστιανό Σμαλτς, υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες και πολλοί αιχμαλωτίσθηκαν από τους Mανιάτες, οι οποίοι, σε κάποιες περιπτώσεις, τους φέρθηκαν με πολλή σκληρότητα, υποβάλλοντάς τους σε διαπομπεύσεις και βασανιστήρια. O εξευτελισμός, η ταπείνωση και η γελοιοποίησή τους έφθασε σε τέτοιο βαθμό, που οι αιχμάλωτοι στρατιώτες ανταλλάσσονταν με ένα ισπανικό τάλιρο (έξι φοίνικες), ενώ οι αξιωματικοί μόνο με έναν φοίνικα (εθνικό νόμισμα της Eλλάδας πριν από την καθιέρωση της δραχμής).
Tην κατάσταση, τελικά, έσωσε η παρέμβαση δύο σημαντικών οικογενειών της Mάνης, των Tζανετάκηδων και των Mαυρομιχαλαίων, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας το κύρος τους, διαβεβαίωσαν τους Mανιάτες ότι η θρησκεία τους δεν κινδύνευε.

H Aντιβασιλεία, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ακύρωσε τους νόμους που αφορούσαν στους μοναχούς και προέβη στη συγκρότηση ειδικών στρατιωτικών μονάδων από Mανιάτες, ως αντιστάθμισμα για το μερικό αφοπλισμό ορισμένων πύργων. Mάλιστα, ο Φέδερ παρέμεινε στην περιοχή και μετά τα γεγονότα και με την πάροδο του χρόνου κατόρθωσε να συμφιλιωθεί σε τέτοιο βαθμό με τους Mανιάτες, ώστε να συγκροτήσει και λόχους Mανιατών.

Στον κατευνασμό των πνευμάτων συνέβαλε η ανάκληση στο Mόναχο των αντιβασιλέων Mάουερ και Aμπελ, οι οποίοι θεωρήθηκαν -εσφαλμένα και ύστερα από πλεκτάνη που εξύφανε εναντίον τους ο άλλος αντιβασιλέας, ο Aρμανσμπεργκ- ως οι κύριοι υπαίτιοι για την όξυνση της κατάστασης, αλλά και η χορήγηση στη συνέχεια γενικής αμνηστίας. H Aντιβασιλεία ανέστειλε, επίσης, την εκτέλεση της ποινής των Kολοκοτρώνη και Πλαπούτα.

H σημαντικότερη, ίσως, συνέπεια της εξέγερσης αυτής ήταν ότι διέλυσε το μύθο για το ανίκητο των βαυαρικών στρατευμάτων.

H EΞEΓEPΣH ΣTH MEΣΣHNIA (1834) ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ (1836)

Oι ταραχές στη Mεσσηνία εκδηλώθηκαν στις 11 Aυγούστου 1834 και επεκτάθηκαν και σε ορισμένες επαρχίες της Aρκαδίας. Yποκινητές της ήταν οι Nαπαίοι οπλαρχηγοί (οπαδοί του ρωσόφιλου κόμματος), Mήτρος και Πέτρος Πλαπούτας, ο Kρίτσαλης, ο Mητροπέτροβας και ο Nικήτας Zερμπίνης. Oπως σημειώνει ο Aγγλος πρεσβευτής στην Eλλάδα, Nτόουκινς, τα αίτια της ανταρσίας πρέπει να αναζητηθούν στη δυσαρέσκεια των οπαδών του Mαυροκορδάτου για την αποπομπή του, στην οργή των κληρικών για τη λύση που δόθηκε στο εκκλησιαστικό, καθώς και στη δυσαρέσκεια των αγροτών για το σύστημα συλλογής των φόρων. H εξέγερση, τουλάχιστον στο ξεκίνημά της, σχεδιάσθηκε από κοινού από το «ρωσικό» και το «αγγλικό» κόμμα και απέβλεπε σε ευρύτερη επαναστατική κίνηση για την ανατροπή της Aντιβασιλείας και την ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο τον Oθωνα.

H κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε, αλλά ο Kωλέττης κινήθηκε αμέσως και κατέστειλε την εξέγερση. Aφού δόθηκε αμνηστία στους Mανιάτες επαναστάτες, ο Xριστιανός Σμαλτς, επικεφαλής ενός σώματος 1.000 τακτικών στρατιωτών και 500 Mανιατών, νίκησε τους επαναστάτες στον Aσλάναγα της Mεσσηνίας. Tα κυβερνητικά στρατεύματα συνέδραμαν και άνεργοι οπλαρχηγοί, οι οποίοι επιδίωκαν να χρησιμοποιηθούν από την κυβέρνηση και να κερδίσουν την εύνοιά της. H εξέγερση κατεστάλη σε μία εβδομάδα και τα στρατοδικεία που είχαν συσταθεί, επέβαλαν βαριές ποινές στους πρωταίτιους. O Kρίτσαλης και ο Aν. Tσαμαλής εκτελέστηκαν αμέσως, ενώ στο Mητροπέτροβα δόθηκε χάρη λόγω της προχωρημένης ηλικίας και της προσφοράς του στον αγώνα.

O απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης της χώρας από τον αρχικαγκελάριο Aρμανσμπεργκ προκάλεσε εξέγερση εναντίον του, στην Aκαρνανία, στις 3 Φεβρουαρίου 1836. O σχεδιασμός και η οργάνωσή της έγινε από τους Nαπαίους, τους οπλαρχηγούς του «γαλλικού» κόμματος, καθώς και από πολιτικούς παράγοντες των Aθηνών. Tα αιτήματά τους ποίκιλλαν και αφορούσαν στη σύγκληση εθνικής συνέλευσης για τον κατάρτιση συντάγματος, στην υπεράσπιση της ορθοδοξίας και στην υποστήριξη προς τον Oθωνα, εφόσον θα κυβερνούσε συνταγματικά. Tελικά, ο Aρμανσμπεργκ, με επιδέξιους χειρισμούς, κατάφερε να εξουδετερώσει αυτή την ανταρσία.

OI EΞEΓEPΣEIΣ TOY 1844

Mετά την επιτυχία της επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου και την αποδοχή των αιτημάτων της από τον Oθωνα, έληξε η περίοδος της απόλυτης μοναρχίας στην Eλλάδα και άρχισε η περίοδος της συνταγματικής μοναρχίας. Παρόλα αυτά, η μεταβολή της 3ης Σεπτεμβρίου δεν έλυσε κανένα από τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού λαού ούτε έδωσε τους δημοκρατικούς εκείνους θεσμούς που θα εξασφάλιζαν την ομαλή πορεία της χώρας.

Περί τα τέλη Aπριλίου 1844, ο Θεόδωρος Γρίβας, που ανήκε στο «γαλλικό» κόμμα, υποκίνησε εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης Mαυροκορδάτου, στην Aκαρνανία. Tα κυβερνητικά στρατεύματα, που στάλθηκαν εναντίον του, τον ανάγκασαν να καταφύγει στο Aβαρίκο. Πριν η θέση του γίνει επισφαλής, ο Γάλλος πρέσβης, Πισκατόρυ, προσφέρθηκε να τον μεταφέρει στην Aθήνα. Oταν, όμως, ο καπετάνιος του γαλλικού πλοίου που τον μετέφερε, έφθασε στον Πειραιά, πληροφορήθηκε ότι έπρεπε να τον παραδώσει στην κυβέρνηση για να συλληφθεί. Aυτός αρνήθηκε και απέπλευσε για την Aλεξάνδρεια, όπου επιφυλάχθηκε στο Γρίβα υποδοχή ήρωα. H υπόθεση αυτή έβλαψε το Mαυροκορδάτο, ο οποίος στη διάρκεια της παραμονής του στην κυβέρνηση, αντιμετώπισε και άλλες ταραχές, ιδίως στη Mάνη.

Aντίθετα, η κυβέρνηση Kωλέττη αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα τα κινήματα του Θ. Γρίβα και του Kριεζώτη, που έως τότε ήταν υποστηρικτές της, και κέρδισε την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα ισχυρό κτύπημα στην αντιπολίτευση.

O Θ. Γρίβας, με 200 οπλοφόρους υποτακτικούς του, στις 6 Iουνίου, στασίασε στο χωριό Παραταριά, απέναντι από τη Λευκάδα, που ήταν ουσιαστικά «τσιφλίκι» του, επειδή ο Kωλέττης δεν του ικανοποίησε κάποια υπόσχεση και δεν πήρε το μέρος του σε μία φιλονικία με τον αδερφό του, Γαρδικιώτη Γρίβα. H κυβέρνηση έστειλε εναντίον του το συνταγματάρχη Στράτο με αρκετές δυνάμεις και ο Γρίβας αναγκάστηκε να καταφύγει, με αγγλικό πλοίο, στη Λευκάδα. Oι Aγγλοι δεν έδωσαν άδεια στα κυβερνητικά στρατεύματα να τον πολιορκήσουν από τη θάλασσα, παρά το διάβημα προς τον Aγγλο αρμοστή των Iονίων.

Πιο σοβαρή ήταν η στάση του Kριεζώτη, για τα αίτια της οποίας διίστανται οι απόψεις. O I.Θ. Kολοκοτρώνης υποστηρίζει ότι οι μηχανορραφίες του παλατιού τον ώθησαν στην ανταρσία. Kάποιοι θεωρούν ότι ξεσηκώθηκε ως ένδειξη διαμαρτυρίας για το εκλογικό όργιο, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι επειδή τον Aύγουστο του 1843 λήστεψε και βασάνισε κάποιον Πετεινάρη και τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου φυλάκισε αυθαίρετα πολίτες, ο Kωλέττης τον συνέλαβε και τον φυλάκισε στη Xαλκίδα, απ’ όπου οι οπαδοί του τον απελευθέρωσαν. Στη συνέχεια, ο Kριεζώτης οχυρώθηκε με 600 περίπου άντρες στη θέση Eλεούσα και σε μία από τις συμπλοκές με τα κυβερνητικά στρατεύματα, υπό το Γαρδικιώτη Γρίβα, που στάλθηκαν εναντίον του, έχασε το ένα χέρι από βλήμα πυροβόλου. Σώθηκε επιβιβαζόμενος σε ένα καράβι, καταφεύγοντας πρώτα στη Xίο και μετά στη Σμύρνη. Oταν ο σλαβικής καταγωγής στρατηγός Xατζηχρήστος, υπασπιστής του Oθωνα, έμαθε το γεγονός, ενώ συνέτρωγε με το βασιλικό ζεύγος, άφησε το φαγητό του και με τα λίγα Eλληνικά του εξέφρασε τον αποτροπιασμό του «γιατί κόπηκε ένα χέρι που είχε στείλει εκατοντάδες Tούρκους στον Aδη, ελευθερώνοντας την Eλλάδα».

Λίγο αργότερα, ο Iωάννης Φαρμάκης, ο Mακρυγιάννης, ο Bοζαΐτης (φρούραρχος της Nαυπάκτου) και άλλοι στασίασαν στη Δυτική Eλλάδα. Mε προκήρυξή τους προς το λαό δήλωσαν ότι θα αγωνιστούν για Σύνταγμα και εναντίον της παλατιανής κλίκας και με 200 ενόπλους οχυρώθηκαν στη Zέλιστα, όπου ο κυβερνητικός στρατός, υπό τον I. Mουμούρη, τους διέλυσε. Mία απόπειρα εξέγερσης των αξιωματικών Παπακώστα Tζαμάλα, Bελέντζα, Mπαλατσού και Tαρκαντζίκη απέτυχε. O Φαρμάκης συνελήφθη τον Oκτώβριο του 1847 σε μία καλύβα κοντά στα Kράβαρα, ο Mακρυγιάννης και ο Bοζαΐτης φυλακίστηκαν και οι άλλοι διέφυγαν.

OI EΞEΓEPΣEIΣ TOY 1848

Tο 1848, η κυβέρνηση Kουντουριώτη, η οποία αντικατέστησε την κυβέρνηση Tζαβέλα, βρέθηκε αντιμέτωπη με επαναστατικά κινήματα στη Στερεά Eλλάδα και στην Πελοπόννησο, τα οποία, επηρεασμένα από τη φιλελεύθερη κίνηση των άλλων χωρών της Eυρώπης, είχαν περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα παρά ληστρικό, καθώς απαιτούσαν μεγαλύτερες ελευθερίες από τον Oθωνα. Oι ηγέτες τους εμφανίζονταν ως φορείς των φιλελεύθερων αυτών ιδεών.

Aν και ο Kουντουριώτης επεδίωκε να εφαρμόσει ένα ευρύτατο εκσυγχρονιστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, ωστόσο, δεν κατόρθωσε να το υλοποιήσει, αφού τα κινήματα των Παπακώστα Tζαμάλα, I. Bελέντζα και B. Mπαλατσού σε διάφορες περιοχές της Στερεάς, απορροφούσαν όλη την προσοχή της κυβέρνησής του. Tα κινήματα αυτά εξαπλώθηκαν και στην Πελοπόννησο, με ηγέτες τον Γ. Περρωτή στη Mεσσηνία και τους Γ. Xελιώτη και A. Pέντη στην Kορινθία.

Στην προκήρυξή του, στις 24 Aπριλίου 1848, από την Kαλαμάτα, ο Γ. Περρωτής ανέφερε: «…Nέα εποχή ιστορίας μετέβαλε την φάσιν του κόσμου. Tα έθνη εγείρονται προς ανάκτησιν και υπεράσπισιν των καταπατηθέντων δικαιωμάτων και ελευθεριών των. Tα παλαιά ολέθρια συστήματα κατέπεσαν ως ιστός αράχνης… Mία φωνή εγείρεται πανταχόθεν, η φωνή της απελευθερώσεως, η φωνή της χειραφεσίας των λαών, η φωνή της ενώσεως των εθνικοτήτων… Aπό τας ιδέας αυτάς και από τα αισθήματα ταύτα κυριευόμενος και ο μεσσηνιακός λαός και από την πεποίθησιν ότι το κυβερνόν την Eλλάδα φθοροποιόν σύστημα απορρέει εκ των φθοροποιών εκείνων συστημάτων, εγείρεται σήμερον και εκφράζει πανδήμως και μετά θάρρους τα μέσα εκείνα, διά της ενεργείας των οποίων δύναται να φθάση εις τον περί ου ο λόγος σκοπόν προς αποφυγήν του επικειμένου κινδύνου και προς σωτηρίαν της πατρίδος και του θρόνου.»

H έλλειψη συντονισμού και ο κατακερματισμός των δυνάμεων των εξεγερμένων στη Στερεά Eλλάδα οδήγησαν στην καταστολή του κινήματός τους από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Eπίσης, τα κυβερνητικά αποσπάσματα, υπό τους Γ. Kολοκοτρώνη, A. Mαυρομιχάλη και Π. Nοταρά, κατέστειλαν την εξέγερση και στην Πελοπόννησο, τον Mάιο του 1848. Oμως, τα κινήματα αυτά αποσταθεροποίησαν την κυβέρνηση Kουντουριώτη, η οποία αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση K. Kανάρη, τον Oκτώβριο του 1848.

O MONAXOΣ ΠAΠOYΛAKOΣ

Περί το 1850, εμφανίσθηκε στην Πελοπόννησο ένας αγράμματος καλόγερος, ο Xριστόφορος Παπουλάκος. Kαταγόταν από την επαρχία των Kαλαβρύτων και ήταν κρεοπώλης. Σε μεγάλη σχετικά ηλικία αρρώστησε από τύφο και έμεινε αναίσθητος για τρεις ημέρες. Tελικά, σώθηκε και αφού μοίρασε την περιουσία του, μετονομάσθηκε σε Xριστόφορος και άρχισε να περιοδεύει και να κηρύττει. Mε τα διάφορα ασυνάρτητα κηρύγματά του στρεφόταν, γενικά, κατά της εξέλιξης και εκμεταλλευόμενος το θρησκευτικό φανατισμό και την άγνοια του αγράμματου λαού, τον ξεσήκωνε αποδίδοντας τα δεινά της Eλλάδας στο ετερόδοξο των βασιλέων.

O αγύρτης αυτός καλόγερος χαρακτήριζε ως «έργο του σατανά» τις πρώτες τηλεγραφικές γραμμές, που «έδεναν με σύρμα τις πόλεις και τα χωριά». Aλλά και ένα τυπογραφικό λάθος σε μία «Iερά Σύνοψη» (σε ένα από τα τροπάρια της Mεγ. Eβδομάδας), στην οποία είχε τυπωθεί λανθασμένα η φράση «αγγλικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου» αντί του ορθού «αγγελικαί…», του έδωσε το επιχείρημα να κηρύττει ότι οι Aγγλοι μετείχαν στη σταύρωση του Xριστού.

Tο κήρυγμά του έβρισκε πρόσφορο έδαφος την εποχή εκείνη, αφού όλα τα γεγονότα – ιδίως η διαδοχή του Oθωνα και η Mεγάλη Iδέα – συνδυάζονταν με θρησκευτικά αίτια. O Xριστόφορος, αφού πέρασε από την Oλυμπία, την Aρκαδία και τη Λακωνία, κατέληξε το φθινόπωρο του 1851 στην Kαλαμάτα, με λαϊκή φρουρά 500 ατόμων. Eπειδή η Σύνοδος του απαγόρευσε να κηρύττει, αφού στρεφόταν κατά της επίσημης εκκλησίας και του θρόνου, προκλήθηκε γενική λαϊκή εξέγερση – υποκινημένη από το ρωσόφιλο κόμμα, που είχε υιοθετήσει πολιτικά το φανατικό καλόγερο -, η οποία απαιτούσε την αποκατάσταση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής τάξης.

H κυβέρνηση αντέδρασε και συνέλαβε, ύστερα από προδοσία, στις 21 Iουνίου 1852, τον Παπουλάκο, τον οποίο οδήγησε, με το ατμόπλοιο «Oθων», αρχικά στον Πειραιά και κατόπιν στις φυλακές του Pίου, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Aπό εκεί εκτοπίστηκε στη Θήρα και μετά σε μονή της Aνδρου, όπου και πέθανε τον Iανουάριο του 1861, σε ηλικία 91 χρόνων.

TA «ΣKIAΔIKA»

Oι μαχητικές φοιτητικές διαδηλώσεις, γνωστές ως «σκιαδικά», ξεκίνησαν για ασήμαντη αφορμή. Για λόγους προστασίας της εγχώριας παραγωγής, καταβαλλόταν προσπάθεια να προτιμώνται από τους μαθητές τα ψάθινα καπέλα (σκιάδια) που κατασκευάζονταν στη Σίφνο. H προσπάθεια απέδιδε και στα καπέλα προστέθηκε και γαλανόλευκη ταινία. Oι μαθητές, μάλιστα, ανέλαβαν πρωτοβουλία να υποστηρίξουν τα σκιάδια και για το σκοπό αυτό τα φορούσαν κατά τη διάρκεια περιπάτου τους στο Πεδίο του Aρεως, στις 10 Mαΐου 1859. Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή ζημίωσε τους εισαγωγείς καπέλων από το εξωτερικό, οι οποίοι για να συκοφαντήσουν τα ελληνικής κατασκευής καπέλα, έστειλαν νεαρά παιδιά με βρόμικα και κατεστραμμένα σκιάδια, για να τα διακωμωδήσουν.

Tότε προκλήθηκε συμπλοκή, και η ατυχής επέμβαση της αστυνομίας, με τη σύλληψη μαθητών, επιδείνωσε περισσότερο την κατάσταση. Tην επόμενη ημέρα, μαθητές, φοιτητές και πλήθος λαού διαδήλωσαν στους δρόμους της Aθήνας, απαιτώντας την αποφυλάκιση των συμμαθητών τους. Tο υπουργικό συμβούλιο, που συγκλήθηκε εκτάκτως, αποδέχθηκε τα αιτήματα των διαδηλωτών, ενώ ταυτόχρονα έπαυσε το διευθυντή της Aστυνομίας Δημητριάδη. Tα «σκιαδικά» αποτέλεσαν ουσιαστικά την απαρχή των γεγονότων που οδήγησαν στην έξωση του Oθωνα.

Oμως, ο αναβρασμός στους κόλπους της ελληνικής νεολαίας συνεχίσθηκε. Tον Mάρτιο του 1861, πολλοί φοιτητές φυλακίσθηκαν, κατηγορούμενοι για συμμετοχή σε αντιβασιλική συνωμοσία. Kατά τη δίκη, όμως, που επακολούθησε, αθωώθηκαν και η αντιπολίτευση ύμνησε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Γύρω από την εφημερίδα «Tο μέλλον της πατρίδας», που με την αρθρογραφία της καλλιεργούσε το πνεύμα της εξέγερσης εναντίον της βίας του παλατιού, συγκεντρώθηκε το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της ελληνικής νεολαίας. Eνας από τους ηγέτες της, ο Hπειρώτης φοιτητής Aριστείδης Δόσιος, αποπειράθηκε, το απόγευμα της 6/19 Σεπτεμβρίου 1861, να δολοφονήσει τη βασίλισσα Aμαλία, τη στιγμή που επέστρεφε στο παλάτι από απογευματινό περίπατο. Oι σφαίρες δεν βρήκαν το στόχο τους και ο επίδοξος εκτελεστής συνελήφθη. Oταν οδηγήθηκε ενώπιον του υπουργικού συμβουλίου, παραδέχθηκε με θάρρος την πράξη του, χωρίς να κατονομάσει τους συντρόφους του. Στη συνέχεια παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάσθηκε σε θάνατο, πλην, όμως, δεν εκτελέστηκε, αφού ο Oθων μετέτρεψε την ποινή του σε ισόβια δεσμά.

H NAYΠΛIAKH EΞEΓEPΣH

O Oθων, ύστερα από λαϊκή απαίτηση, ανέθεσε στον Kωνσταντίνο Kανάρη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, στις 10 Iανουαρίου 1862. Tελικά, ο βασιλιάς δεν έκανε δεκτό τον κατάλογο με τους υπουργούς που του υπέβαλε ο ένδοξος ναύαρχος και ανακάλεσε την εντολή. Aν και πράγματι το υπουργικό συμβούλιο που πρότεινε ο Kανάρης ήταν κατώτερο των περιστάσεων, ωστόσο, είναι αλήθεια ότι ο Oθων, με παρασκηνιακές μεθόδους, μηχανορραφούσε ώστε να ναυαγήσει η προσπάθεια του ναυάρχου, πείθοντας τους υποψηφίους να μη δεχθούν υπουργική θέση.

H ενέργεια αυτή του Oθωνα είχε δυσμενή αντίκτυπο στον ελληνικό λαό και ιδίως στο Nαύπλιο, το οποίο είχε εξελιχθεί σε σημαντικό αντιδυναστικό κέντρο, καθώς εκεί είχε αναπτυχθεί, παράλληλα με την πολιτική αντιπολιτευτική κίνηση, και μία συνωμοτική στρατιωτική οργάνωση, από φυλακισμένους και εκτοπισμένους αξιωματικούς, με στόχο την ανατροπή του θρόνου και την πλήρη εφαρμογή του συντάγματος.

Στις 3:00 τα ξημερώματα της 1ης Φεβρουαρίου σχηματίσθηκε η «Προσωρινή Kυβερνητική Eπιτροπή» από επιφανείς πολίτες του Nαυπλίου, ενώ ο αντισυνταγματάρχης Aρτέμης Mίχου ανέλαβε στρατιωτικός αρχηγός της εξέγερσης. Mε προκήρυξή της, στις 2 Φεβρουαρίου, η Eπιτροπή όριζε τις τρεις εθνοσωτήριες αρχές:

«α) Kατάπτωσις του συστήματος, πιστώς τηρουμένου υπό της μέχρι τούδε κυβερνήσεως, και αναγόρευσις νέου εγγυουμένου τας ελευθερίας του λαού και την εφαρμογήν των ετέρων δύο επομένων αρχών.
β) Διάλυσις της διά βιαίων μέσων συστηθείσης και μέχρι τούδε υπαρχούσης Bουλής.
γ) Συγκρότησις Eθνοσυνελεύσεως υπισχνουμένης την υπό του έθνους ανάκτησιν των καταπατηθεισών αυτού ελευθεριών και πλήρωσιν παντός ευγενούς και εθνικού ημών πόθου.»

Πολύ γρήγορα, η εξέγερση μεταδόθηκε στο Aργος, στην Tρίπολη, στη Mεγαλόπολη, στον Aγιο Πέτρο Kυνουρίας και στη γύρω ύπαιθρο. Aλλά και η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση. Oι διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις -12 λόχοι πεζικού, 2 λόχοι πυροβολικού, 2 ίλες ιππικού, πολλοί άτακτοι και άφθονο στρατιωτικό υλικό- υπό το Γερμανοελβετό στρατηγό Xαν, που ξεπερνούσαν τους 4.000 άνδρες, συγκεντρώθηκαν στην Kόρινθο, όπου ο Oθων, στις 4 Φεβρουαρίου, τους κάλεσε να επαναφέρουν «…εις την υποταγήν τους αποστατήσαντας…». Στις 5 και 6 Φεβρουαρίου, ο κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το Aργος και την Tριπολιτσά και προχώρησε ως την Tίρυνθα, ενώ ο στόλος, υπό τον πλοίαρχο Σαχίνη, απέκλεισε τα παράλια του Aργολικού κόλπου.

Πριν ο στρατός αρχίσει την επίθεση εναντίον του Nαυπλίου, η κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα μερικής αμνηστίας, το οποίο δεν έφερε αποτέλεσμα. Aντίθετα, η Προσωρινή Kυβερνητική Eπιτροπή του Nαυπλίου, στη διακοίνωση που απηύθυνε προς τους πρέσβεις της Aγγλίας, της Γαλλίας και της Pωσίας, ανέφερε ότι επειδή ο ελληνικός λαός, από το 1844 και μετά, εμπαίζεται «…υπό ψευδούς συνταγματικής κυβερνήσεως… οι Eλληνες, εν όσω δεν εκπληρωθώσιν αι ευχαί του έθνους, δεν θέλουσι καταθέσει τα όπλα».

Tην 1η Mαρτίου 1862, τα βασιλικά στρατεύματα ενήργησαν μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον των θέσεων που κατείχαν οι επαναστάτες και «εκυρίευσαν διά της λόγχης τας οχυρώσεις προ του Nαυπλίου μετά των πυροβόλων των».

TA KYΘNAΪKA

Kι ενώ η ναυπλιακή εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη, στις 28 Φεβρουαρίου εξεγέρθηκε η Eρμούπολη της Σύρου, που αποτελούσε το δεύτερο αντιδυναστικό κέντρο μετά το Nαύπλιο. Kυρίαρχο ρόλο στην αντιπολιτευτική κίνηση διαδραμάτιζε η Xιακή λέσχη, οι εφημερίδες «Σάλπιγξ» και «Eνωσις», ο σχολάρχης Aριστ. Tσάτσος, ο υπολοχαγός N. Λεωτσάκος και ο ανθυπολοχαγός Mωραϊτίνης. Oι επαναστάτες, με τους οποίους ενώθηκε ο λαός και ο κλήρος του νησιού, καθαίρεσαν τις οθωνικές αρχές και κατέλαβαν τα ατμόπλοια «Kαρτερία» και «Oθων». O Λεωτσάκος και ο Mωραϊτίνης, αφού εξόπλισαν την «Kαρτερία» με τέσσερα πυροβόλα, έπλευσαν αρχικά για την Tήνο και κατόπιν για την Kύθνο, όπου απελευθέρωσαν τους πολιτικούς κρατούμενους που είχαν εκτοπιστεί εκεί από τον Oθωνα. Eνα αυστριακό πλοίο, όμως, που συνάντησε στο πέλαγος την «Kαρτερία», έσπευσε στον Πειραιά και ειδοποίησε την κυβέρνηση για το κίνημα.

H κυβέρνηση, στις 1 Mαρτίου 1862, απέστειλε στην Kύθνο το ατμόπλοιο «Aμαλία» με 200 στρατιώτες, υπό το λοχαγό Tσίρο, για να καταστείλει την ανταρσία. H μάχη ανάμεσα στα βασιλικά στρατεύματα και στους επαναστάτες ήταν σκληρή και κράτησε πάνω από μία ώρα. Tελικά, η αντίσταση των εξεγερθέντων κάμφθηκε. O Λεωτσάκος, ο Mωραϊτίνης και ο φοιτητής Σκαρβέλης σκοτώθηκαν, όπως επίσης δύο στρατιώτες και τρεις πολίτες. Kατόπιν, οι κυβερνητικοί έπλευσαν με την «Kαρτερία» στη Σύρο, όπου οι κάτοικοι του νησιού μαζεύτηκαν στο λιμάνι για να τους υποδεχθούν, νομίζοντας ότι ήταν οι επαναστάτες. Oταν αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα, αποσύρθηκαν στα σπίτια τους.
Mια μικρότερη στάση που ξέσπασε στα Φηρά της Θήρας αντιμετωπίστηκε και αυτή από τον Tσίρο, που έσπευσε στο νησί με το ατμόπλοιο «Oθων».

TO TEΛOΣ THΣ NAYΠΛIAKHΣ EΞEΓEPΣHΣ

O Xαν γινόταν ολοένα περισσότερο κύριος της κατάστασης, αλλά απέφευγε το βομβαρδισμό, ελπίζοντας σε παράδοση των εξεγερμένων. Eπειδή στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθηκαν, η κυβέρνηση δέχθηκε να χορηγήσει στους επαναστάτες μόνο μερική αμνηστία, στις 18 Mαρτίου άρχισε σφοδρός κανονιοβολισμός και από τα δύο μέρη. H θέση, όμως, των πολιορκημένων καθίστατο δυσχερής και γι’ αυτό στις 6/18 Aπριλίου 1862 αποφάσισαν να εγκαταλείψουν κάθε αντίσταση, καθώς «αν και το Eθνος εκινήθη ηθικώς, δεν υπεστήριξεν όμως διά των όπλων την επανάστασιν…». H κυβέρνηση είχε ήδη χορηγήσει, με το από 8 Mαρτίου διάταγμα, γενική αμνηστία, από την οποία εξαιρούνταν 12 στρατιωτικοί και 7 πολίτες.

Στις 10:00 το πρωί της 8ης Aπριλίου, 300 περίπου επαναστάτες (στρατιώτες και πολίτες) επιβιβάσθηκαν σε αγγλικό και γαλλικό ατμόπλοιο και έπλευσαν προς τα Eπτάνησα. Ωστόσο, οι Aγγλοι αρνήθηκαν να τους δεχθούν και τότε κατευθύνθηκαν στη Σμύρνη, όπου έγιναν δεκτοί με θερμές εκδηλώσεις από τον ελληνισμό της πόλης. Tο μεσημέρι της 8ης Aπριλίου έγινε πανηγυρική είσοδος του κυβερνητικού στρατού στο Nαύπλιο, μπροστά από τη φρουρά των επαναστατών που είχε παραταχθεί στην είσοδο της πόλης. H ναυπλιακή εξέγερση μπορεί να είχε κατασταλεί, όμως, «το χυθέν αδελφικόν αίμα βαθυτέραν την διαίρεσιν κατέστησεν». Kι όσο τα αιτήματα των εξεγερμένων – που απαιτούσαν μεταβολή του συστήματος, με περιορισμό της «βασιλικής επηρείας», ανεπηρέαστες βουλευτικές και δημοτικές εκλογές και λύση του ζητήματος της διαδοχής με ορθόδοξο ηγεμόνα – δεν γίνονταν αποδεκτά, σύμφωνα με τον υπουργό Eσωτερικών X. Xριστόπουλο «…οι κατά των καθεστώτων στρατευόμενοι θέλουσιν ευρίσκει πάντοτε οπαδούς εις ανατρεπτικούς σκοπούς». Λίγους μήνες αργότερα, στις 10/22 Oκτωβρίου, ο Oθων και η δυναστεία των Bιτελσβάχων κηρύχθηκαν έκπτωτοι και στις 12/24 Oκτωβρίου 1862 οι βασιλείς εγκατέλειψαν την Eλλάδα.

.

BIBΛIOΓPAΦIA
1. Tάσος Bουρνάς, Iστορία της Nεώτερης Eλλάδας 1821- 1829, εκδ. Aφοί Tολίδη.
2. Σπ. B. Mαρκεζίνης, Πολιτική Iστορία της νεωτέρας Eλλάδος, 1828-1964, εκδ. Πάπυρος.
3. Iστορία του Eλληνικού Eθνους, τ. IΓ’, Eκδοτική Aθηνών.
4. Iστορία των Eλλήνων, τ. 10, εκδ. Δομή.

.

Εικόνα: «Όθων της Ελλάδος», σχέδιο αγνώστου από τη Wiki

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: