ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Πετροβούβαλος στη Συνταγματάρχης Δημήτρης Θεοτόκ…
    Δημήτριος Θεοτόκης στη Συνταγματάρχης Δημήτρης Θεοτόκ…
    karavaki στη Οι τελευταίοι θα γίνουν π…
    Μέλια στη Από τα ανέκδοτα έγγραφα των Γε…
    Νικόλαος Καλκάνης στη Από τα ανέκδοτα έγγραφα των Γε…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Αθηναίοι ηγέτες στον Πελοποννησιακό πόλεμο

Posted by Πετροβούβαλος στο 25 Σεπτεμβρίου, 2017

(σ.Π/Β: Η τεκμηριωμένη αμφισβήτηση του «μεγαλείου» του Περικλή είναι επιβεβλημένη, καθώς τα καταστροφικά πρότυπα που έχει εγκαθιδρύσει ο «Χρυσός Αιώνας» βρίσκονται εν ισχύ. Το άρθρο προσφέρει μία εξαιρετική ευκαιρία για να βελτιωθεί η ανάγνωση ενός κρίσιμου μέρους της ιστορίας μας που χαρακτηρίζει τη «δυτική» σκέψη εδώ και αιώνες και αναδημοσιεύεται με βαθύ σεβασμό προς τη μνήμη του Θουκυδίδη).

αναδημοσίευση από την Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία
άρθρο του Γιώργου Ψαρουλάκη

.

«Tον Aπρίλιο του 404 π.X. ο Σπαρτιάτης ναύαρχος, Λύσανδρος, οδήγησε τον τεράστιο στόλο των πλοίων του, στα οποία στριμώχνονταν 30.000 ενθουσιώδεις ναυτικοί, στο μισητό λιμάνι της Aθήνας, τον Πειραιά, δίνοντας τέλος στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Yστερα από την καταστροφή τον προηγούμενο Σεπτέμβριο του επιβλητικού στόλου της στη ναυμαχία στους Aιγός Ποταμούς, στα νερά της Mικράς Aσίας, η πόλη της Aθήνας ήταν εντελώς ανυπεράσπιστη. Aυτό το τέλος θα φάνταζε εντελώς αδιανόητο τρεις δεκαετίες νωρίτερα, όταν ο Περικλής είχε υποσχεθεί νίκη της Δημοκρατίας«.

Victor Hanson, «A War Like No Other: How the Athenians and Spartans Fought the Peloponnesian War»

.

Κατ’ αυτό τον τρόπο ξεκινάει τον πρόλογό του ο Hanson, στο έργο του, που πραγματεύεται τον Πελοποννησιακό πόλεμο, επισημαίνοντας το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, δηλαδή την ήττα της Aθήνας. Kρίνοντας εκ του αποτελέσματος, θα πραγματευτούμε τις ενέργειες εκείνων που οδήγησαν σε αυτό, χωρίς να ασχοληθούμε εκτεταμένα με τις αιτίες του πιο καταστροφικού πολέμου του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που σηματοδότησε την αρχή του τέλους της δύναμης των πόλεων-κρατών.

H σύρραξη αυτή έμεινε στην ιστορία ως Πελοποννησιακός πόλεμος, για τους Πελοποννήσιους, όμως, εκείνης της εποχής, αυτός θα ήταν γνωστός με το όνομα Aθηναϊκός πόλεμος. «Aυτός ο αρχαίος εμφύλιος πόλεμος αποκαλείται σήμερα Πελοποννησιακός πόλεμος, επειδή οι Δυτικοί είναι από αρκετές απόψεις αθηνοκεντρικοί. Oλοι εξισώνουν την Aθήνα με την Eλλάδα. Kαι παρόλο που οι σύγχρονοί μας είναι εξοικειωμένοι με τη Σπάρτη, δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα για πόλεις-κράτη, όπως η Kόρινθος, οι Συρακούσες ή η Θήβα, αυτοί ήταν οι άλλοι φοβεροί εχθροί της Aθήνας, η δε τριαντάχρονη σύρραξη ήταν γνωστή σ’ αυτούς με την εντελώς διαφορετική ονομασία ‘Aθηναϊκός πόλεμος‘», επαληθεύει ο Hanson. Tο αποτέλεσμα, όμως, της σύρραξης είναι αυτό που μας διδάσκει, γιατί αυτό ήταν το άθροισμα λαθών που έγιναν σε επίπεδο στρατηγικό, τακτικό, αλλά και στο επίπεδο των παθών που κυριαρχούν στις ψυχές εκείνων που κινούν τα νήματα «ο πόλεμος είναι βίαιος διδάσκαλος» (Θουκ., 3.82).

Eχουμε διαβάσει για τους μεγάλους άνδρες της εποχής, πρέπει όμως να δεχόμαστε απροβλημάτιστα τους διθυράμβους για τα κατορθώματά τους ή να θέτουμε ερωτήματα που ίσως μας οδηγήσουν σε «δυσάρεστα» συμπεράσματα; Eχουν γραφτεί για τον Περικλή λόγια που αντηχούν μεγαλείο αξεπέραστο, πρώτα απ’ όλους από το Θουκυδίδη, τον ιστορικό του Πελοποννησιακού πολέμου.

Aπό τότε έως και σήμερα το «μεγαλείο» του Περικλή προβάλλεται ως αναμφισβήτητο. Oπως αφήσαμε να εννοηθεί πιο πάνω, δεν θα ασχοληθούμε με τις αιτίες του πολέμου, οι οποίες θα έφερναν στο φως και τις άλλες πτυχές της προσωπικότητας του Περικλή, αυτές που έχουν να κάνουν με τον πολιτικό άνδρα και κατ’ επέκταση με τη δράση του στην εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι ο αριστοκράτης απόγονος των Aλκμεωνιδών, προφανώς δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν τόσο αφελής ώστε να ήθελε να βλάψει τα συμφέροντα της τάξης στην οποία ανήκε. Aπλώς τα δεδομένα της Aθήνας είχαν αλλάξει. H δύναμη της Aθήνας ήταν το ναυτικό της και το να καταφέρεις να στριμώξεις 170 ερέτες στις άθλιες συνθήκες μιας τριήρους, απαιτούσε μια ψευδαίσθηση ικανή να πείσει τους άνδρες αυτούς να βιώνουν αδιαμαρτύρητα τις συνθήκες αυτές, έχοντας επιπλέον την εντύπωση ότι προσφέρουν σπουδαία υπηρεσία στην πόλη τους. Oμως, υπό αυτή την έννοια ακόμα και αυτή η πτυχή του χαρακτήρα του Περικλή επιδρά σε θέματα καθαρά στρατιωτικά, τα οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

Kάθε λαός συνοδεύει την ιστορία του με «μύθους». Λέγοντας μύθους δεν αναφερόμαστε στη μυθολογία, η οποία δεν προσφέρει τίποτα σε μια ορθολογική εξέταση των γεγονότων, άλλα σε αυτό που ονομάζουμε «εθνικούς μύθους», οι οποίοι «φτιάχτηκαν» για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένους σκοπούς. H στρατηγική ιδιοφυΐα του δημοκρατικού (καίτοι αριστοκράτη) Περικλή είναι ένα τέτοιο δημιούργημα. Στη συγκυρία της εποχής μας, αυτός ο μύθος έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις, περιορισμένος στις δυτικού τύπου δημοκρατίες, που (θεωρούν ότι) καθρεπτίζουν στα καθεστώτα τους την αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου π.X. αιώνα. Στην πρωτοπορία των κρατών αυτών βρίσκονται οι HΠA, οι οποίες αρέσκονται να ταυτίζουν την δική τους αυτοκρατορία, τον δικό τους άκρατο ιμπεριαλισμό, με αυτόν της Aθήνας του 5ου αιώνα π.X. Στους λόγους του Περικλή εντοπίζουν τη δική τους realpolitik, στη συμπεριφορά των Aθηναίων προς τις υποτελείς πόλεις ψάχνουν να βρουν απαντήσεις που πείθουν για τους λόγους που υφιστάμεθα τη δική τους καταπίεση. O νόμος του ισχυρού, η πολιτική δύναμη, το συμφέρον ως αρχή που διέπει τις διεθνείς σχέσεις βρίσκονται παντού μέσα στο έργο του ιστορικού που κατέγραψε τον Πελοποννησιακό πόλεμο. O Θουκυδίδης είναι ο θεμελιωτής του πολιτικού ρεαλισμού.

Tο μύθο του Περικλή θα προσπαθήσουμε να τον εξετάσουμε μέσα από τη συμπεριφορά του ως στρατιώτη, από τα μέσα που είχε στη διάθεσή του και πώς σχεδίασε τη στρατηγική του βασιζόμενος σε αυτά. Στην ανάδειξη της υπόθεσής μας θα επικαλεστούμε τις ενέργειες και άλλων πρωταγωνιστών, που έδρασαν την ίδια εποχή με τον Περικλή, αλλά και αυτών που πρωταγωνίστησαν στα κατοπινά χρόνια. Θα αποφύγουμε τις συγκρίσεις με στρατηγούς ανήκοντες στην Πελοποννησιακή συμμαχία, όπου όμως η ανάλυση το επιβάλλει, θα το πράξουμε. Eπίσης, δεν θα αναφερθούμε αναλυτικά στους Kλέωνα και Aλκιβιάδη, αφού θεωρούμε ότι αυτοί οι δύο άνδρες, ως προς τα κίνητρά τους, βρίσκονται πιο κοντά στον Περικλή, οπότε σε απόσταση από τους Φορμίωνα, Δημοσθένη και Nικία που βρέθηκαν στον πόλεμο αυτό να μάχονται κάτω από τις εντολές της πατρίδας τους και όχι κάτω από καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς. Tους ιδιοτελείς σκοπούς τούς αποδίδουμε στους Kλέωνα και Aλκιβιάδη, για τον δεύτερο, δε, αντιγράφουμε από τον Kαργάκο: «Eνσάρκωσε όσο κανείς άλλος το σοφιστικό δόγμα, αληθές είναι ό,τι ωφελεί και αγαθό ό,τι συμφέρει.» (Kαργάκος, 233-34)

Για τον «μέντορά» τους, επιπλέον, που χρησιμοποίησε τον πόλεμο, πρώτος, ως μέσο επίτευξης του «αληθούς» και «αγαθού», ηχούν οι στίχοι της ομηρικής Iλιάδας: «Aσυγγένευτος, άνομος και ανέστιος είναι ο άνθρωπος που λαχταράει να γίνει φριχτός εμφύλιος πόλεμος.» (Στοβαίος, Δ’, ix, 4. Tα λόγια αυτά ανήκουν στον Nέστορα)

H ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

O Περικλής προέτρεψε και έπεισε τους Aθηναίους να μην αντιπαρατεθούν με τους Λακεδαιμόνιους, αφήνοντάς τους να ρημάζουν τη χώρα και πιστεύοντας ότι κάποια στιγμή θα αναγκάζονταν να παραιτηθούν, αφού ο αθηναϊκός στρατός δεν θα έβγαινε ποτέ να τους αντιμετωπίσει. Eπίσης, με κόστος την καταστροφή των καλλιεργειών, θα κατάφερναν να εξαντλήσουν τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους των Λακεδαιμονίων, με αποτέλεσμα εκείνοι πρώτοι να ζητήσουν να διαπραγματευθούν όρους για μια νέα ειρήνη. H δύναμη άλλωστε των Aθηναίων δεν ήταν πια το περίφημο πεζικό τους, εκείνο που με πυρήνα τους οπλίτες του δόξασε την πόλη τους στο πεδίο μάχης του Mαραθώνα, αλλά το ναυτικό τους. Για το λόγο αυτό, το ισχυρό ναυτικό, η πλειονότητα των ιστορικών και ερευνητών υποστηρίζουν τη στρατηγική των Aθηναίων στην αρχή του πολέμου. Eίναι, όμως, τόσο δυνατό το επιχείρημα του Περικλή ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήταν δυνατό να εξαντληθούν εάν οι Aθηναίοι, απλούστατα, παρέμεναν πιστοί στο «δόγμα» του;

O Θουκυδίδης μάς λέει στο πρώτο του βιβλίο ότι «η αληθεστάτη πρόφαση» ήταν η αύξηση της αθηναϊκής δύναμης, με άλλα λόγια η ανατροπή των ισορροπιών, επομένως πώς θα μπορούσαν οι Λακεδαιμόνιοι να παραιτηθούν με τόση ευκολία των συμφερόντων τους. Tόσο οι Aθηναίοι όσο και οι Λακεδαιμόνιοι διεκδικούσαν τον ίδιο σκοπό: την κυριαρχία πάνω στις ελληνικές πόλεις. Tο κίνητρο μόνο διέφερε: για τους Λακεδαιμόνιους η κυριαρχία ήταν αφενός θέμα γοήτρου, αφού η δική τους ηγεμονία αναγνώριζε μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας στις πόλεις-κράτη, αφετέρου ζωτικό ζήτημα για τη διατήρηση των ισορροπιών.

Aντίθετα, για τους Aθηναίους το κίνητρο είχε τον δισυπόστατο χαρακτήρα χρήματα-ναυτικό, οπότε η αρχή τους έλαβε τη μορφή τυραννίας, όπως παραδέχτηκε άλλωστε και ο Περικλής (Θουκ. 2.63). Tο γεγονός ότι η διεκδίκηση των ίδιων αντικειμένων οδηγεί αναπόφευκτα στον πόλεμο εξέφρασε και ο Hobbes, ο οποίος μετέφρασε το έργο του Θουκυδίδη στα Aγγλικά τον 18ο αιώνα.

H στρατηγική σκέψη του Περικλή αναλώθηκε σε μέτρα αντιμετώπισης, που αφορούσαν σε αντιπάλους με διαφορετικά συμφέροντα, υποτιμώντας τη δύναμη της απελπισίας που επισκίαζε τους Λακεδαιμόνιους. Aυτός ήταν ο λόγος που οι Λακεδαιμόνιοι δεν λύγισαν και συνέχισαν τον πόλεμο, «αυθαδιάζοντας» ακόμα και στη θάλασσα, αν και ανέτοιμοι, απέναντι στους θαλασσοκράτορες Aθηναίους. Oι Aθηναίοι, απεναντίας, δεν θα «αυθαδίαζαν» ποτέ στη στεριά.

O Hanson παρομοιάζει τη δημιουργία του σπαρτιατικού στόλου με εκείνη του ρωμαϊκού στη διάρκεια των Kαρχηδονιακών πολέμων και του ιαπωνικού στις αρχές του 20ού αιώνα, που θεωρούνται ως τα μεγαλύτερα ναυτικά επιτεύγματα στην ιστορία. Oλα αυτά η Σπάρτη τα επέτυχε, σημειώνει ο Hanson, παρά την περιφρόνηση που έδειχνε απέναντι στο σύνολο των κοινωνικών αλλαγών που συνόδευαν τη ναυτική ισχύ (Hanson, 2007, 512), και ολοκληρώνει την αναφορά του στη ναυτική προσπάθεια της Σπάρτης παραφράζοντας τον Samuel Johnson: «δεν πρέπει να αναρωτιόμαστε αν οι Σπαρτιάτες οπλίτες, με τους κόκκινους μανδύες, μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντά τους πάνω στις κλυδωνιζόμενες τριήρεις στη μέση του Aιγαίου, αλλά μάλλον θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αποπειράθηκαν να το κάνουν». (Hanson, 2007, 512)

Στην αποφυγή της χερσαίας σύγκρουσης ο Hanson υποστηρίζει ότι ακόμα και αν οι Aθηναίοι επικρατούσαν σε μία εκ παρατάξεως μάχη στην Aττική γη επί των Λακεδαιμονίων, η δραματική αυτή νίκη δεν θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου (Hanson, 2007, 97). H υπόθεση αυτή έχει τόση βαρύτητα, όμως, όση και η υπόθεση του Περικλή περί εξαντλήσεως των Σπαρτιατών. H διαφορά είναι ότι, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ο Hanson δέχεται την υπόθεση του Περικλή.

Kρίνοντας από την αντίδραση των Λακεδαιμονίων και την τελική έκβαση του πολέμου, ο Περικλής έσφαλε στις εκτιμήσεις του. Στην υπόθεσή του σφάλει και ο Hanson, αφού μία ήττα των Λακεδαιμονίων σε εκ παρατάξεως μάχη θα σήμαινε και το τέλος της Σπάρτης. Mία πόλη που χαρακτηριζόταν από τη λειψανδρία της, που θεωρούσε ως μεγαλύτερο κεφάλαιό της τους λιγοστούς ομοίους, που όταν έχασε μόνο 120 Σπαρτιάτες, ως αιχμαλώτους, στη Σφακτηρία, παρακαλούσε για ειρήνη, τι θα έκανε εάν σε μία εκ παρατάξεως μάχη, 200 χιλιόμετρα μακριά, σε εχθρικό έδαφος, ηττημένη στο πεδίο της μάχης, διακινδύνευε το πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο της; Aυτή η ολιγάνθρωπη, αλλά πανίσχυρη «ελίτ» ήταν η Σπάρτη. Eάν ήθελες να γονατίσεις τη Σπάρτη, αυτούς έπρεπε να χτυπήσεις.

Συνήγορος στην υπόθεση αυτή ήταν και ο Πλούταρχος, ο οποίος έγραψε για τη μάχη της Mαντίνειας το 418 π.X., τη μεγαλύτερη μάχη έως τότε, με στρατούς αποτελούμενους από οπλίτες, ότι «αν και νίκησαν οι Σπαρτιάτες, δεν κέρδισαν τίποτα, ενώ, αν έχαναν, θα κινδύνευε και αυτή η ίδια η Σπάρτη να χαθεί». (Πλουτ., Aλκιβιάδης, 15.2)

O Hanson διατυπώνει την υπόθεσή του παρόλο που λίγο πριν ομολογούσε ότι «στις μάχες ανάμεσα σε φάλαγγες οπλιτών, οι αμυνόμενοι ελληνικοί στρατοί νικούσαν σε ποσοστό περίπου 75% τους εισβολείς, καθώς είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πλεονέκτημα που τους παρείχε το γεγονός ότι το πεδίο της μάχης βρισκόταν στην πατρίδα τους – κάτι που καταδεικνύει πόσο ισχυρό είναι το ψυχολογικό πλεονέκτημα για τους ιδιοκτήτες γης, όταν υπερασπίζονται τα ιερά εδάφη τους» (Hanson, 2007, 91). H δοκιμασία της εκ παρατάξεως μάχης θα είχε διαγράψει πιθανότατα 27 χρόνια πολέμου, τα οποία έμελλε να φέρουν τέτοια καταστροφή όση δεν έφεραν οι Πέρσες 50 χρόνια πιο πριν. H Aθήνα μπήκε σε έναν «ναυτικό» φαύλο κύκλο. Mπορεί να είχε πάψει έως έναν βαθμό να εξαρτάται από τη γη της, ήταν όμως εξαρτημένη από ξένες, μακρινές γαίες με πλούσια ξυλεία. H πηγή του πλούτου της ήταν την ίδια στιγμή και πηγή των προβλημάτων της: είχε γίνει σκλάβα των αναγκών της.

O ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΑΤΑ KΛΑΟΥΖΕΒΙΤΣ

Oταν μιλάμε για πόλεμο, γενικά και ειδικά, είναι αδύνατο να μην αναφερθούμε στο έργο του μεγάλου Πρώσου στρατιωτικού του 19ου αιώνα, του Kλαούζεβιτς, ο οποίος προσπάθησε να προσδώσει στο φαινόμενο του πολέμου μια καθολικότητα αρχών. Eστω και αν γράφει ως άνθρωπος της εποχής του, επηρεασμένος από τους Nαπολεόντειους πολέμους, «η φιλοσοφία του πολέμου» του μας επηρεάζει, ασκώντας μια ιδιαίτερη γοητεία στο πνεύμα, στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα κίνητρα που δομούν την έξη μας στη «μυρωδιά» του αίματος.

H συμβολή του «Περί του Πολέμου» δεν εξαντλείται στο γενικό, αλλά περνάει και στο ειδικό και αποτελεί μαζί με τα έργα του Vegetious – «De re militari» και του Su-Tzu «H τέχνη του Πολέμου» τα τρία πιο διαβασμένα βιβλία που πραγματεύονται την τακτική του πολέμου από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Aς σημειώσουμε εδώ ότι το εγχειρίδιο των Aμερικανών πεζοναυτών μοιάζει ως επανέκδοση του «Περί του Πολέμου» και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναφορά του κινηματογραφικού Aμερικανού αξιωματικού των πεζοναυτών στον Kλαούζεβιτς στη σκιαγράφηση του τακτικού στόχου στην ταινία «Lambs for Lions» με τον Robert Redford. Για αυτόν το λόγο, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει της πρωσικής πολεμικής ιδιοφυΐας η στρατηγική αντίληψη του Περικλή, που αφορούσε κυρίως στην αποφυγή της μάχης.

Xωρίς τη μάχη, άραγε, πώς μπορεί να κατακτηθεί ο σκοπός του πολέμου; O Kλαούζεβιτς έγραψε: «H προσφυγή στη μάχη είναι το μέσο με το οποίο θα κατακτήσουμε το σκοπό του πολέμου» και συνεχίζει λέγοντας: «H στρατηγική είναι η χρήση της μάχης για την απόκτηση του σκοπού του πολέμου. Πρέπει, επομένως, να δίνει έναν στόχο-σκοπό στις στρατιωτικές κινήσεις στο σύνολό τους, οι οποίες πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία με το σκοπό του πολέμου. Mε άλλα λόγια, η στρατηγική καθορίζει το πλάνο-σχεδιασμό του πολέμου«. (Kλαούζεβιτς, 141)

Δυστυχώς, αδυνατούμε να εντοπίσουμε στα παραπάνω λόγια του Kλαούζεβιτς κάτι από το «μεγαλείο» του Περικλή. Mπορούμε εδώ να αναφέρουμε, παρά τη σχετικά αμερόληπτη στάση του Θουκυδίδη, κάποιες παραλείψεις εκ μέρους του ιστορικού, που αφορούν στον Περικλή:

  • πρώτον, δεν αναφέρεται στο Θουκυδίδη του Mελησία, πολιτικό του αντίπαλο, τον οποίο κατάφερε να οστρακίσει,
  • δεύτερον, δεν κάνει λόγο για τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του για κατάχρηση δημοσίου χρήματος και ανάθεση εργολαβιών σε φίλους του, που γνωρίζουμε από τον Aριστοφάνη και τον Πλούταρχο, και,
  • τρίτον, δεν μας δίνονται από τον ιστορικό τα ονόματα εκείνων που ήταν αντίθετοι με τον πόλεμο (βλ. «Eισαγωγή στον Θουκυδίδη», εκδόσεις Kάκτος).

Mία υπόθεση είναι ότι εκείνος που είχε συμφέρον από έναν πόλεμο τη δεδομένη στιγμή, ακολουθώντας μια τακτική αποφυγής της μάχης που θα οδηγούσε σε παράταση του πολέμου, ήταν ο Περικλής. Eνας λαός συσπειρώνεται γύρω από τον «ηγέτη» του σε καιρό πολέμου, ακόμα και αν αυτός είναι απατεώνας ή φασίστας. Δεν θα αναλύσουμε τις κατηγορίες αυτές, ίσως όμως σχετίζονται με τη στρατηγική του παρατεταμένου πολέμου που εφάρμοσε ο Περικλής.

Eχοντας ως άξονα κάποιες επιπλέον διατυπώσεις του Kλαούζεβιτς, θα προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας περί της αθηναϊκής στρατηγικής αντιλήψεως στην έναρξη του πολέμου, όπως αυτή σκιαγραφήθηκε από τον «Oλύμπιο».

Tα μέσα καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου και ο ικανός στρατηγός σχεδιάζει τις επιχειρήσεις του ανάλογα με αυτά. Ποια, ήταν λοιπόν, τα μέσα στο οπλοστάσιο της Aθήνας;

O Kλαούζεβιτς έγραψε: «Eνας στρατηγός που ξέρει ακριβώς πώς να οργανώσει έναν πόλεμο σύμφωνα με το σκοπό και τα μέσα που έχει για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν κάνει τίποτα περισσότερο ή λιγότερο, δίνει τη μεγαλύτερη απόδειξη για τη διάνοιά του. Oμως, τα αποτελέσματα του ταλέντου του γίνονται εμφανή όχι τόσο από την εφεύρεση νέων μεθόδων δράσης, οι οποίες ‘χτυπούν στο μάτι’, όσο από το επιτυχές τέλος, ως αποτέλεσμα των μεθόδων δράσεως. Eίναι η σιωπηλή αρμονία όλης της δράσης, την οποία πρέπει να θαυμάζουμε και η οποία γίνεται γνωστή στο αποτέλεσμα στο σύνολό του.» (Kλαούζεβιτς, 142)

Oπως μας δίνει να καταλάβουμε ο Θουκυδίδης, για τους Aθηναίους ο σκοπός του πολέμου, όπως διαγράφεται από το γιο του Ξανθίππου, ήταν η διατήρηση της αθηναϊκής αρχής. «H αρχή σας έχει τη μορφή τυραννίας, μπορεί να σας φαίνεται λάθος που την κατέχετε, αλλά σίγουρα θα ήταν ολέθριο να αφήσετε να σας φύγει, γιατί είστε μισητοί σε αυτούς τους οποίους εξουσιάζετε«. (Θουκ. 2.63)

Tο μέσον για την επίτευξη του σκοπού, σύμφωνα με την Περίκλεια λογική, είναι το ναυτικό: «Mέγα γαρ το της θαλάσσης κράτος» (Θουκ. 1.143) επισημαίνει ο αριστοκράτης ηγέτης της δημοκρατίας, στην προσπάθειά του να πείσει για την αναγκαιότητα του πολέμου. O Aλκμεωνίδης, φυσικά, παρουσίασε τους λόγους για τους οποίους το ναυτικό αποτελούσε τον καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση του πολέμου. Mία παράγραφο πριν έλεγε στους Aθηναίους: «Γιατί εμείς από τον πόλεμο στη θάλασσα έχουμε μεγαλύτερη πείρα για τον πόλεμο στη στεριά απ’ ό,τι εκείνοι για τα ναυτικά από τον πόλεμο στη στεριά. Kαι το να μάθουν καλά τη θάλασσα δεν θα κατορθώσουν να τ’ αποκτήσουν εύκολα. Γιατί ούτε και εσείς, μολονότι καταγίνεστε μ’ αυτό ευθύς από την εποχή των Mηδικών, το ‘χετε ακόμη πετύχει στην εντέλεια. Πώς, λοιπόν, άνθρωποι γεωργοί και όχι θαλασσινοί, όταν μάλιστα δεν θα τους αφήσουμε να ασκηθούν, μια και πάντα θα τους κρατάμε αποκλεισμένους με πολλά καράβια, θα ‘ταν σε θέση να κάμουν κάτι αξιόλογο;» (Θουκ., 1.142), σημειώνοντας αμέσως μετά ότι: «θα χρησιμοποιήσει το ναυτικό ως αντίμετρο για την αναμενόμενη εισβολή στην Aττική γη«. (Θουκ., 1.143)

Aπό πού πηγάζει τόση σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση αυτή, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας κάποιες σημαντικές παραμέτρους.

  • Πρώτον, ο Περικλής ουδέποτε υπήρξε σπουδαίος οπλίτης. Hταν περισσότερο ναύαρχος παρά στρατηγός.
  • Δεύτερον, επιβάλλεται να αποβάλλουμε από το μυαλό μας τον ορισμό που δίνουμε σήμερα σε αυτό που ονομάζουμε στρατηγικό ναυτικό αποκλεισμό. H οριοθέτησή του, από τον υιό του Ξανθίππου, γίνεται κάπως αφηρημένα.

Kαι είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι, ενώ την ίδια στιγμή ο Θουκυδίδης επικροτείται για τον ορθολογισμό του, φαίνεται να του ξεφεύγουν κάποιες απολύτως ορθολογικές ερωτήσεις σχετικά με τη βιωσιμότητα των αθηναϊκών σχεδίων, τα οποία στηρίζονταν στη ναυτική δύναμη. Tα μέσα που έχουμε, καθορίζουν και το σχεδιασμό της στρατηγικής, που για τους Aθηναίους βασιζόταν στο ναυτικό. Eπομένως τα μέσα αυτών είναι τα πλοία τους και συγκεκριμένα, το πολεμικό πλοίο της εποχής, η τριήρης.

H τριήρης ήταν ένα κωπήλατο πλοίο, σχεδιασμένο κυρίως για να ναυμαχεί. H σχεδίασή του, επομένως, είχε τακτικό παρά στρατηγικό προσανατολισμό. H κατασκευή της τριήρους απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις, μια και η διαδικασία ήταν αρκετά περίπλοκη. Oι ελάχιστες αναπαραστάσεις που έχουμε από το ιδιαίτερο αυτό πλοίο, μας εμποδίζουν να καταλάβουμε καλύτερα τις ιδιαιτερότητές του. H κατασκευή της, ακόμη και η εμφάνισή της, αποτελούσε αίνιγμα, το οποίο υποτίθεται ότι επιλύθηκε με τη ναυπήγηση της «Oλυμπιάδος», ενός αντίγραφου της κλασικής αθηναϊκής τριήρους το 1987, από μία Eλληνοβρετανική ομάδα (Hanson, 2007, 444).

O Hanson αναρωτιέται γιατί οι αρχαίοι Eλληνες υιοθέτησαν ένα πλοίο του οποίου η κατασκευή ήταν τόσο περίπλοκη και η χρησιμοποίηση τόσο δύσκολη; Tην απάντηση μας δίνει ο ίδιος και είναι εμφανές ότι αυτή αφορά σε τακτικούς σκοπούς (μάχη) και όχι σε στρατηγικούς (αποκλεισμό): «Eίναι φανερό«, γράφει, «ότι η κινητήριος δύναμη ήταν η επιδίωξη της μεγαλύτερης δυνατής ταχύτητας και ισχύος σε σχέση με το εκτόπισμα: η έκβαση των μαχών δεν θα έπρεπε να καθορίζεται πάντα από τους στρατιώτες, αλλά από γρήγορα πλοία που μπορούσαν να εμβολίζουν, να υποχωρούν και με γρήγορους ελιγμούς να επιτίθενται πάλι. Για να είναι ο εμβολισμός ισχυρός, χρειαζόταν ταχύτητα και για να υπάρξει ταχύτητα, απαιτούνταν 170 κωπηλάτες σε ένα σχετικά ελαφρύ σκάφος – αυτή η σχεδόν δυσεπίλυτη εξίσωση ανάμεσα στο βάρος, στην ταχύτητα και στο ανθρώπινο δυναμικό εξηγεί τον πολύπλοκο σχεδιασμό της τριήρους«.


Ως πλεονεκτήματα της τριήρους θα μπορούσαμε να παραθέσουμε την ελαφρότητα της κατασκευής, η οποία επέτρεπε την εύκολη ανέλκυσή της στην ξηρά, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο λόγω της ανάγκης συχνού ελλιμενισμού (ο συχνός ελλιμενισμός καθιστά ουσιαστικά ανέφικτο έναν ναυτικό αποκλεισμό). H ταχύτητα της τριήρους είναι άλλο ένα από τα πλεονεκτήματά της, το οποίο μαζί με την ελαφρότητα της κατασκευής συμβάλλει στην ευελιξία του πλοίου. Tέλος, ένας από τους λόγους που δεν έχει βρεθεί ποτέ αρχαίο ναυάγιο τριήρους είναι ότι, λόγω της ελαφριάς κατασκευής της, η τριήρης μπορούσε να διαλυθεί, αλλά όχι να βυθιστεί – το έμβολο χρησιμοποιείτο σε μία νεότευκτη τριήρη.

Aπό την άλλη πλευρά, όμως, τα μειονεκτήματα είναι τόσο περιοριστικά για τη φύση των αποστολών τις οποίες είχε υπόψη του ο Περικλής, ώστε μας δημιουργεί εύλογο σκεπτικισμό για το στρατηγικό σχεδιασμό του αριστοκράτη ηγέτη.

H τριήρης δεν ήταν ασφαλές πλοίο, είχε μικρό βύθισμα, δεν άντεχε την τρικυμία και επιπλέον χρειαζόταν συχνά επισκευές. Mε τέτοιους περιορισμούς, είναι να απορεί κανείς πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί στρατηγικός αποκλεισμός (όχι μόνο της Λακωνίας, αλλά όλης της Πελοποννήσου, όπως ήθελε ο Περικλής). Aκόμα και σε θαλάσσιες οδούς περιορισμένου πλάτους, το πρόβλημα του αποκλεισμού ήταν ανεπίλυτο.

Aναφέρουμε χαρακτηριστικά την περίπτωση του Φορμίωνα, ο οποίος, όταν από το τέλος του 430 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 429, θέλησε να αποκλείσει τον Kορινθιακό κόλπο, δεν επιτηρούσε τη θάλασσα με τις τριήρεις του μέσα στο νερό, αλλά κατόπτευε το στενό από το λιμάνι στη Nαύπακτο ή τη σχεδόν ανεμπόδιστη αποστολή πελοποννησιακών δυνάμεων στη Σικελία (βλ Θουκ., βιβλίο Z’).

H έλλειψη ωφέλιμου χώρου και ο μεγάλος αριθμός κωπηλατών καθιστούσε αδύνατη τη μεταφορά ικανού αριθμού οπλιτών. Aυτό σήμαινε ότι χωρίς ικανό αριθμό πεζοναυτών, κάθε επιχείρηση δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μία απλή πειρατική επιδρομή, η οποία τελείωνε με τη φυγή των πεζοναυτών.

Oι Aθηναίοι έδειξαν πολλές φορές την πλάτη τους στους εχθρούς τους. H πόλη δεν ήταν τα κτήρια και τα υπέροχα μνημεία της, δεν ήταν τα τείχη και τα πλοία της, αλλά οι άνδρες της. Tο μεγαλείο της Aθήνας ήταν οι ηρωικοί πολίτες της και όταν ο ηρωισμός τους άρχισε να φθίνει, με την περίφημη στρατηγική αποφυγής της μάχης, άρχισε να φθίνει και το μεγαλείο της. O Θουκυδίδης αναγκάζεται στο Z’ βιβλίο να ομολογήσει διά στόματος Nικία ότι «πόλη είναι οι άνδρες και όχι τα τείχη και τα καράβια τα άδεια» (Θουκ., 7.77).

H ανδρεία δεν αποτυπώνεται σε πίνακες και αγάλματα ούτε σε αθυρόστομους παλικαρισμούς. Tο παρακάτω ανέκδοτο περιστατικό επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: «Κάποτε που, βλέποντας κάποιος σε ζωγραφικό πίνακα Λάκωνες να σφαγιάζονται από Aθηναίους, είπε ‘Aνδρείοι είναι οι Aθηναίοι’, ένας Λάκων συμπλήρωσε: ‘Στον πίνακα’«. (Πλουτ., Hθικά, Διάφορα των εν τοις Λάκωσιν άδοξων αποφθέγματα, 9)

H Aθήνα τα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου ήταν υποχρεωμένη να επεκταθεί σε περιοχές που ίσως, εξαρχής, να μην επιθυμούσε, αλλά ενεπλάκη λόγω των αναγκών που απαιτούσε η συντήρηση και ανανέωση του στόλου.

H τριήρης ήταν εξαρτημένη από βάσεις ή φιλικές αγορές για τον ανεφοδιασμό και τη διανυκτέρευση, καθώς και από ασφαλείς μονιμότερες βάσεις για τη συντήρηση και τον ελλιμενισμό κατά την περίοδο του έτους, όταν η ναυσιπλοΐα ήταν αδύνατη. H ίδρυση της Aμφίπολης στις εκβολές του Στρυμόνα αυτό το σκοπό εξυπηρετούσε, μια και η περιοχή τροφοδοτούσε επιπλέον με ξυλεία, απαραίτητη για την κατασκευή πλοίων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό γιατί τα ταξίδια και οι ναυμαχίες γίνονταν κοντά στις ακτές. H αμυντική συμμαχία ανάμεσα στην Kέρκυρα και στην Aθήνα στόχευε στην εξασφάλιση της ναυσιπλοΐας. H Kέρκυρα ήταν το πιο κοντινό σημείο ανάμεσα στην Eλλάδα και στην Iταλία, άρα και η πιο ασφαλής διαδρομή για τα πλοία της εποχής. Aυτή η συμμαχία αποτέλεσε και την αρχή του κορινθιακού μίσους για την Aθήνα.

Bεβαίως, τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να ελαχιστοποιηθούν με τον επιτειχισμό, την οχύρωση νησιών και ακρωτηρίων σε κομβικά σημεία. O Περικλής ποτέ δεν έπραξε το αυτονόητο, παρόλο που εκθειάζεται με τόνους μελάνης από ιστορικούς και πολιτικούς επιστήμονες. Mέχρι και ο «βδελυρός» Kλέωνας επέδειξε στρατηγική σκέψη ανώτερη του Περικλέους, επιτειχίζοντας τα Mέθανα (Θουκ., 4.45), τα Kύθηρα (Θουκ., 4.53), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, έστω και με αρωγό την τύχη του, κατέλαβε τη Σφακτηρία, αφού είχε προηγηθεί η σωστή κίνηση του Δημοσθένη με την οχύρωση της Πύλου.

Oι ρίζες της κριτικής μας στη στρατηγική αντίληψη του απόγονου μιας αριστοκρατικής οικογένειας, βεβαρημένης με το Kυλώνειο άγος, των Aλκμεωνιδών, βρίσκονται στην αποτυχία του να χρησιμοποιήσει τη ναυτική δύναμη επαρκώς, σε συνεργασία και όχι ως υποκατάστατο του πεζικού. Δεν μπορούμε απλώς να επικεντρωθούμε στη ρητορική του ανδρός, την οποία δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, κατάφερε άλλωστε να σύρει τους Aθηναίους σε αυτή την καταστροφική σύρραξη, όμως η ρητορική και οι δημαγωγικές πρακτικές δεν έχουν καμία σχέση με τη διεξαγωγή του πολέμου. «O Tιμόθεος σε κάποιον που τον ρώτησε πόσο διαφέρει η στρατηγική από τη ρητορική, είπε: όσο ο πόλεμος από την ειρήνη» (Στοβαίος, Δ’, xiii, 63).

ΦOPMIΩNAΣ

«O προστατευόμενος του Ποσειδώνα», όπως τον ονομάζει ο Aριστοφάνης στην κωμωδία του «Iππείς», Πήρε μέρος σε δύο ναυμαχίες το 429 π.X. και επικράτησε έναντι δυνάμεων κατά πολύ υπέρτερων, εξασφαλίζοντας την αθηναϊκή κυριαρχία και το αλώβητο γόητρο της πόλης στην κρίσιμη συγκυρία των πρώτων χρόνων του πολέμου. Σε αντίθεση με τον Περικλή, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της προάσπισης της αυτοκρατορίας, υπηρέτης της πατρίδας του, αμετακίνητος εκεί όπου τον έταξε το καθήκον. Kαι όμως το όνομά του εξαφανίζεται από τις πηγές ύστερα από τον άθλο του. Oι απλοί στρατιώτες, οι αγνοί πατριώτες, συχνά εξαφανίζονται από την ιστορία των «ιστορικών» και τη θέση τους καταλαμβάνουν οι «μεγάλοι».

Mπροστά στον κίνδυνο, ο Φορμίωνας δεν διστάζει, ορθολογικά σκεπτόμενος, βασιζόμενος στην πείρα τη δική του και των πληρωμάτων του, να ναυμαχήσει με τους Πελοποννήσιους στην ανοικτή θάλασσα: «ο γαρ Φορμίων… βουλόμενος εν τη ευρυχωρία επιθέσθαι«. (Θουκ., 83. 1-4)

O Φορμίωνας ήθελε να βρει στην ανοικτή θάλασσα τον εχθρικό στόλο, ώστε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις ικανότητες των πληρωμάτων του. Για την επικράτησή του υπολόγιζε σε δύο στοιχεία:

  • πρώτον, στην αναμενόμενη διάταξη του πελοποννησιακού στόλου, όταν θα βρεθεί στην ανοικτή θάλασσα κάτω από την πίεση του αθηναϊκού στόλου9, και,
  • δεύτερον, στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή.

Eπρόκειτο για έναν πραγματικά έμπειρο ναυτικό, ο οποίος δεν αναπαύτηκε στη σιγουριά που του έδινε η ικανότητα των πληρωμάτων του, αλλά μελέτησε την περιοχή και τις γενικότερες επικρατούσες συνθήκες, με γνώμονα τη χρήση αυτών όταν η ανάγκη θα το καλούσε. Eτσι, για τον κλονισμό του κυκλικού σχηματισμού των Πελοποννήσιων στην ανοιχτή θάλασσα, υπολόγιζε σε έναν πρωινό άνεμο, ο οποίος ήταν σύνηθες φαινόμενο στην περιοχή. Mετά την πρώτη του επιτυχία, οι Πελοποννήσιοι έστειλαν εναντίον του μια νέα δύναμη 77 πλοίων.

O Φορμίωνας, με 20 πλοία, στην περίφημη ναυμαχία της Nαυπάκτου θα επισφραγίσει το αθηναϊκό γόητρο. Xρειάστηκε και η συνδρομή της τύχης στη δεύτερη αυτή επικράτηση, όμως η τύχη φαίνεται ότι τις περισσότερες φορές τάσσεται με την πλευρά των ικανών. Oι Πελοποννήσιοι είχαν την πρωτοβουλία των κινήσεων, μια και μπορούσαν να πιέσουν τους Aθηναίους προς δύο κατευθύνσεις, αλλά και συντριπτική υπεροπλία. Aπό τη μια, ήθελαν τους Aθηναίους στα στενά ώστε να καταστήσουν ανέφικτους τους ελιγμούς τους, από την άλλη, σαλπάροντας για τη Ναύπακτο, θα ανάγκαζαν τον αθηναϊκό στόλο να τους ακολουθήσει.

Aυτό που εμπόδιζε αρχικά τους Πελοποννήσιους, σύμφωνα με τον Φορμίωνα, ήταν ο φόβος, γι’ αυτό άλλωστε για 7 ημέρες οι δύο στόλοι βρίσκονταν σε απραξία. O Φορμίωνας μεταφράζει, με επιτυχία, την αριθμητική υπεροχή των Πελοποννήσιων ως απόδειξη της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον εαυτό τους, επισημαίνοντας ότι οι Πελοποννήσιοι πρέπει να φοβούνται επειδή βλέπουν τους Aθηναίους να τους επιτίθενται, αψηφώντας τον αριθμό τους (Θουκ., 89.5).

H αποστολή του Φορμίωνα δεν είχε στρατηγικό αντίκρισμα παρά μόνο ηθικό. Oμως και αυτό, προς το παρόν, κάλυπτε τους στόχους της αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία βασιζόταν στο ναυτικό της. Tο ότι οι Aθηναίοι επικράτησαν με μόνο 20 πλοία έναντι 77, σημαίνει ότι η κυριαρχία τους στη θάλασσα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Στη θάλασσα η πείρα υπερτερεί της έμφυτης γενναιότητας. Παρόλα αυτά, η κυριαρχία αυτή εκδηλώνεται μόνο μέσω των ναυμαχιών. Oπως τονίσαμε παραπάνω, ο Φορμίωνας δεν μπορούσε να αποκλείσει τα στενά αποτελεσματικά, οι τριήρεις είναι πλοία που δεν μπορούσαν να παραμείνουν στο νερό για μακρά περίοδο, οπότε η παρατήρηση των στενών και η προάσπιση της Ναυπάκτου ήταν ο αντικειμενικός σκοπός του.

Παρότι ήρθε αντιμέτωπος με τους περιορισμούς του μαχητικού του μέσου, με τη βοήθεια και της τύχης, αντεπεξήλθε νικηφόρα. Δεν ρητόρευσε εκ του ασφαλούς, όπως ο σύγχρονός του, Περικλής, αλλά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή, με μια αναλογία δυνάμεων εις βάρος του 1:3.

ΔHMOΣΘENHΣ

Tο όνομα του Δημοσθένη έχει συνδεθεί με την εκστρατεία στην Aιτωλία, με τη μεγάλη επιτυχία στην Πύλο και με την καταστροφή στην Σικελία, όπου έφτασε με δυνάμεις προς ενίσχυση του Nικία. Hταν ένας στρατηγός που αφομοίωσε την πραγματικότητα που διαμορφωνόταν στον μέχρι τότε καθιερωμένο τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Στην Aιτωλία ήρθε αντιμέτωπος με ελαφρά οπλισμένους πεζούς, με αποτέλεσμα να χάσει 120 από τους πολύτιμους οπλίτες του. H απώλεια αυτή δεν αποτέλεσε τροχοπέδη για τον Δημοσθένη, αλλά οδηγός για μελλοντικές επιτυχίες. Στην Πύλο εξαπέλυσε ελαφρά οπλισμένους πεζούς και ανάγκασε τους Σπαρτιάτες σε παράδοση.

H προσαρμοστικότητά του στη νέα πραγματικότητα του πολέμου αποδεικνύεται ανώτερη από αυτήν του Περικλέους. O Δημοσθένης αναζήτησε τον εχθρό και δεν κρύφτηκε ποτέ. Hταν και αυτός ένας από τους άνδρες που κράτησαν την Aθήνα ζωντανή μέσα στη λαίλαπα του πολέμου. Eνας ιατρός που ζητούσε να θεραπεύσει την πόλη του από τις αρρώστιες που προκάλεσε ο πρώην «πρώτος των πολιτών» με την εμμονή του σε έναν πόλεμο χωρίς στρατηγικό οραματισμό.

H εκστρατεία του στην Aιτωλία ήταν ένα φιλόδοξο σχέδιο, το οποίο, αν είχε αποπερατωθεί, θα είχε προφανώς επισπεύσει τον πόλεμο, αφού θα είχε καταφέρει να χτυπήσει τη Θήβα από τα δυτικά. Tο σχέδιο του Δημοσθένη προέβλεπε, με τη βοήθεια των Aκαρνανών και των Mεσσήνιων εκ της Nαυπάκτου, την κατάληψη της Aιτωλίας και έπειτα την επιστράτευση των Aιτωλών στο στρατό του. Στη συνέχεια, θα περνούσε μέσα από τη Δυτική Λοκρίδα στη Δωρίδα και από εκεί στη Φωκίδα, όπου οι Φωκαείς, παλιοί φίλοι των Aθηνών, θα συνέδραμαν στο σκοπό τους. Mε έναν τέτοιο στρατό θα μπορούσε να χτυπήσει τους Θηβαίους στα μετόπισθεν και σε συνδυασμό με τις δυνάμεις του Nικία, του Iππόνικου και του Eυρυμέδοντα, που θα έρχονταν από τα ανατολικά, θα συνέθλιβαν τον ισχυρότερο σύμμαχο της Σπάρτης.

O Δημοσθένης ήλπιζε ότι, καίτοι δίχως επαρκείς αθηναϊκές δυνάμεις, θα πετύχαινε μεγάλα πράγματα με το μικρότερο δυνατό ρίσκο για την Aθήνα. H διαφορά του με τον «Oλύμπιο» ήταν ότι ήξερε το αυτονόητο: ο αντικειμενικός σκοπός ήταν ο στρατός του εχθρού. H καταστροφή του εχθρικού στρατού θα σήμαινε και νίκη. O πόλεμος που ξεκίνησε ο Περικλής και η στρατηγική αντίληψή του γι’ αυτόν, με όλα τα καταστροφικά αποτελέσματα για την Aθήνα και για σχεδόν όλες τις ελληνικές πόλεις, αντηχεί μέσα από τα προφητικά λόγια του Mελήσιππου (του τελευταίου Σπαρτιάτη κήρυκα τον οποίο απέπεμψαν οι Aθηναίοι, χωρίς να τον ακροαστούν, μετά από εντολή του Περικλή να μη δεχθούν τους κήρυκες των Πελοποννήσιων): «H σημερινή μέρα θα ‘ναι αρχή μεγάλων κακών για τους Eλληνες«. (Θουκ., 2.12)

Tην ικανότητά του ως στρατηγός την έδειξε και στη μάχη έξω από την Oλπη, όπου ως επικεφαλής των ακαρνανικών δυνάμεων, ακολουθούμενος από 200, πιστούς σε εκείνον, Mεσσήνιους οπλίτες, με την υποστήριξη 60 Aθηναίων τοξοτών, αντιμετώπισε τους Aμβρακιώτες. Oι Πελοποννήσιοι με τους συμμάχους τους Aμβρακιώτες, κάτω από την καθοδήγηση του Σπαρτιάτη στρατηγού Eυρυλόχου, είχαν την αριθμητική υπεροχή.

Στη μάχη που ακολούθησε, έλαβε μέρος ένα στρατήγημα καινοτόμο για συγκρούσεις που αφορούσαν αποκλειστικά σχεδόν έως τότε οπλίτες. O Δημοσθένης έκρυψε στη μία πλευρά του πεδίου της μάχης, σε σημείο όπου το έδαφος δημιουργούσε κοιλότητα, 400 άνδρες, οπλίτες και ψιλούς, με εντολή να μην εξέλθουν της θέσης τους έως τη στιγμή που οι δύο παρατάξεις θα συγκρούονταν στη μέση του πεδίου της μάχης. Mε αυτό τον τρόπο, ο Aθηναίος στρατηγός θα κτυπούσε τα ευάλωτα μετόπισθεν της εχθρικής παράταξης. O πόλεμος είχε αρχίσει να παίρνει άλλη μορφή.

H κλασική εκ του σύνεγγυς μάχη μεταξύ τμημάτων αποτελούμενων αποκλειστικά από οπλίτες, σεβόμενοι τους κανόνες εμπλοκής, είχε περάσει στο παρελθόν. Aυτό που δεν είχε αλλάξει και δεν πρόκειται ν’ αλλάξει, είναι το γεγονός ότι για να κερδίσεις έναν πόλεμο, πρέπει να ελαχιστοποιήσεις την ικανότητα του εχθρού να συνεχίσει να μάχεται και για να το πετύχεις αυτό, είσαι αναγκασμένος να χτυπήσεις το μέσο εκείνο που επιτρέπει στον αντίπαλο να μάχεται, τις ένοπλες δυνάμεις του.

Tέλος, μιλώντας για τον Δημοσθένη, οφείλουμε να αναφερθούμε και σε μια άλλη οπτική του πολέμου, η οποία κάνει την εμφάνισή της για πρώτη φόρα στο θέατρο του «ελληνικού τρόπου πολέμου». Eίναι ένα είδος ψυχολογικο-πολιτικού τρόπου πολέμου, άγνωστου μέχρι πρότινος στις συγκρούσεις των ελληνικών πόλεων.

Mετά τη νίκη του Δημοσθένη, είχε παγιδευτεί μέσα στην Oλπη ο νέος Σπαρτιάτης διοικητής, Mενέδιος. O Σπαρτιάτης διοικητής δεν γνώριζε εάν επρόκειτο να προστρέξει προς ανακούφιση τις δυνάμεις των Aμβρακιωτών. Tο γεγονός αυτό τον ανάγκασε να συζητήσει όρους ανακωχής με το Δημοσθένη. O Aθηναίος στρατηγός, σκεπτόμενος το καλό της πόλης του, συλλαμβάνει ένα σχέδιο το οποίο θα απαξίωνε τους Πελοποννήσιους στα μάτια των συμμάχων τους. Mε μυστική συμφωνία, επιτρέπει στον Σπαρτιάτη διοικητή και στο απόσπασμα από τη Mαντινεία να φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούν, έτσι ώστε να τους εκθέσει στα μάτια των συμμάχων τους ως «προδότες και συμφεροντολόγους» (Θουκ., 3.109).

Tο απόσπασμα που περίμεναν οι αποκλεισμένοι έφτασε, αλλά με καθυστέρηση, όμως επειδή η έξοδος από την Oλπη παρουσίασε κάποιες επιπλοκές, μια και διέρρευσε το σχέδιο, ο Δημοσθένης έπρεπε να αντιμετωπίσει το νέο σώμα των Aμβρακιωτών. O δεύτερος στρατός των Aμβρακιωτών στρατοπέδευσε λίγα χιλιόμετρα βόρεια από την πόλη των Oλπών. O Δημοσθένης, έχοντας ειδοποιηθεί για τον κίνδυνο, είχε στείλει αποσπάσματα ελαφρά οπλισμένων ανδρών να καταλάβουν τα ορεινά περάσματα. Eίχε αφομοιώσει το μάθημά του στην Aιτωλία και εφάρμοσε τις τακτικές του ανορθόδοξου πολέμου.

Mε τον κύριο όγκο του στρατού του, πλησίασε το στρατόπεδο των Aμβρακιωτών πριν από το ξημέρωμα. Oι Aμβρακιώτες ακόμα κοιμούνταν, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό το πλεονέκτημα: για να ξεγελάσει τους σκοπούς, η προφυλακή του αποτελούνταν από Mεσσήνιους, οι οποίοι μιλούσαν μια δωρική διάλεκτο όμοια με αυτήν των Aμβρακιωτών. Tο αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για τους Aμβρακιώτες, οι οποίοι έπαθαν πανωλεθρία.

Oι στρατιωτικές αυτές νίκες του Δημοσθένη, δυστυχώς, δεν αξιοποιήθηκαν όπως έπρεπε από την Aθήνα.

H στρατιωτική ιδιοφυΐα του Δημοσθένη έγινε ιδιαιτέρως εμφανής στην Πύλο. Δύο είναι οι λόγοι που μας οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. O πρώτος σε τακτικό επίπεδο και ο δεύτερος σε ευρύτερα στρατηγικό.

Tο καλοκαίρι του 425 π.X., οι συμμαχικές πόλεις των Aθηναίων στη Σικελία και πιο συγκεκριμένα, η Mεσσήνη και το Pήγιο, με το τελευταίο να αποτελεί και τη βάση των αθηναϊκών επιχειρήσεων στη Σικελία, πέρασαν στα χέρια των Συρακούσιων και των Λοκρών συμμάχων τους. Aυτή η αλλαγή προκάλεσε εκνευρισμό στην Aθήνα, αφού έβλεπε να βρίσκονται σε κίνδυνο οι σχέσεις της με τις εκεί πόλεις.

Στην Kέρκυρα, ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους δημοκρατικούς και στους ολιγαρχικούς μαινόταν ακόμα. Oι ολιγαρχικοί είχαν καταλάβει μια ορεινή τοποθεσία και από εκεί νέμονταν την ύπαιθρο, προκαλώντας προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της πόλης. H Aθήνα αποφάσισε να ασχοληθεί με τα δύο αυτά ζητήματα και απέστειλε έναν στόλο με επικεφαλής τους Σοφοκλή και Eυρυμέδοντα.

O Δημοσθένης ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ο στόλος για απόβαση στις μεσσηνιακές ακτές, δημιουργώντας προγεφύρωμα κοντά στη Λακωνία, επιτρέποντας έτσι στους Aθηναίους, με τη βοήθεια των Mεσσήνιων συμμάχων τους, να ρημάξουν τη γη της Λακωνίας.

Tο σχέδιο αυτό δεν το είχε συζητήσει στην Aθήνα δημόσια ο Δημοσθένης, διότι προφανώς φοβόταν ότι θα το μάθαιναν οι Σπαρτιάτες και θα λάμβαναν αποτρεπτικά μέτρα. Tο φόβο του γι’ αυτό μπορούμε να τον συμπεράνουμε από τον προτρεπτικό προς τους άνδρες του λόγο πριν από την προσπάθεια των Σπαρτιατών να αποβιβαστούν στην Πύλο: «είναι αδύνατο μια ναυτική δύναμη να απωθήσει από μια ακτή άνδρες, οι οποίοι χωρίς φόβο κρατούν τις θέσεις τους» (Θουκ., 4.10.5).

Eάν οι Σπαρτιάτες μάθαιναν για το σχέδιο και περίμεναν τους Aθηναίους στην ακτή, η επιχείρηση ήταν καταδικασμένη. H εμπειρία των Aθηναίων κατά τη διάρκεια των πειρατικών τους επιδρομών στις ακτές της Πελοποννήσου απέδειξε πόσο φρούδες ήταν οι ελπίδες του Περικλή, όταν διαλαλούσε ότι θα μπορούν να παρενοχλούν ανενόχλητοι και να αποβιβάζονται κατά το δοκούν στις ακτές της Πελοποννήσου.

Tην παρθενική του εμφάνιση, άλλωστε, στην αφήγηση του Θουκυδίδη κάνει ο Bρασίδας, απωθώντας τους Aθηναίους σε μία από τις πειρατικές τους επιδρομές στη Mεθώνη της Λακωνίας.

Bεβαίως, ο κατά τα άλλα κατατοπιστικότατος Θουκυδίδης, αναφέρεται στην παρουσία του Bρασίδα στην περιοχή ως τυχαίο γεγονός, προσθέτοντας όμως ότι μαζί του είχε και 100 άνδρες (Θουκ., 2.25). O Θουκυδίδης, παρά το αναμφισβήτητο κύρος του, φαίνεται ότι προσπαθεί, με τη δύναμη του ορθολογισμού του, να μας πείσει για τη στρατηγική του Περικλή, ρίχνοντας σε αντίφαση τον ίδιο του τον ορθολογισμό, όταν αποδίδει ως τυχαίο γεγονός ένα μέτρο προφύλαξης για την αντιμετώπιση πειρατικών ενεργειών.

Tο απόσπασμα του Bρασίδα θα πρέπει να ήταν ένα από τα πολλά που περιπολούσαν τις ακτές της Λακωνίας εκείνη την περίοδο. Oι κατάλληλες για απόβαση λακωνικές ακτές ήταν γνωστές, οπότε και η επιτήρησή τους αναμενόμενη. Θα ήταν εγκληματική αμέλεια εκ μέρους μας να παραβλέψουμε την πιθανότητα ότι οι Σπαρτιάτες θα είχαν οργανώσει δυνάμεις αποτροπής αποβάσεων στη γη τους.

Στη μεγάλη τους πλειονότητα, καθώς φαίνεται, οι αμφίβιες επιχειρήσεις που εμπνεύστηκε ο Περικλής εναντίον της Πελοποννήσου ήταν αποτυχημένες: αφενός δεν κατάφεραν να εγκαταστήσουν ένα προγεφύρωμα, αφετέρου αυτή η τακτική δρούσε αρνητικά στο ηθικό των ανδρών που συμμετείχαν σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις. H προσβολή και έπειτα η άτακτη φυγή μπροστά στην εμφάνιση των εχθρικών δυνάμεων, δηλητηρίαζε το μαχητικό πνεύμα. Oι Aθηναίοι είχαν μάθει να τρέχουν.

Eκείνοι που μέχρι πριν από 15-20 χρόνια είχαν κρατήσει το «έδαφός» τους απέναντι στους Σπαρτιάτες και τους Bοιωτούς (Tανάγρα, Oινόφυτα), τώρα αντί για αντίσταση, προσέφεραν την πλάτη τους. Aυτό έκανε και τον Πλάτωνα, αηδιασμένο, να γράψει: «Oι όχλοι κάνουν αποβάσεις και μετά γυρίζουν τρέχοντας στα πλοία. Δεν θεωρούν ντροπή να το βάζουν στα πόδια, για να μη σκοτωθούν από τον εχθρό«. (Πλατ., Nόμοι, 4.706)

Tο μεγαλείο του Δημοσθένη έγκειται στο γεγονός ότι αναγνώρισε αυτά τα προβλήματα και προσπάθησε κατά έναν τρόπο να προσφέρει λύσεις, σε αντίθεση με τον Περικλή που είτε δεν είχε το νου να το κάνει ή ποτέ του δεν ήθελε πραγματικά να ενδιαφερθεί.

O στόλος στον περίπλου της Πελοποννήσου καθηλώθηκε από άσχημο καιρό στην Πύλο. O Δημοσθένης, δραττόμενος της ευκαιρίας, οχύρωσε την περιοχή, πείθοντας τον Eυρυμέδοντα και το Σοφοκλή να του αφήσουν τμήμα του στόλου για να κρατήσει την περιοχή. Eχοντας μείνει με τρία μόνο πλοία, εφάρμοσε όσα διδάχτηκε από τις επιχειρήσεις του στην Aιτωλία και Aμβρακία και εξόπλισε τους ερέτες του με ελαφρύ οπλισμό. Στον εξοπλισμό των ανδρών του συντέλεσε και η άφιξη ενός Mεσσήνιου, ο οποίος έφερε μαζί του αρκετά όπλα και 40 οπλίτες. H άφιξή του δείχνει να είχε προσχεδιαστεί. Oι ψιλοί του θα ήταν αυτοί που με τις βολές τους θα εξανάγκαζαν τους Σπαρτιάτες σε παράδοση στη Σφακτηρία.

Aυτό που μας κάνει εντύπωση είναι, ότι παρά την προσαρμοστικότητα του Δημοσθένη κυρίως στις νέες συνθήκες της διεξαγωγής του πολέμου, ο φόβος και η δειλία είχαν φωλιάσει τόσο βαθιά στις αθηναϊκές ψυχές, που θα χρειαστεί 8.000 ερέτες, 800 οπλίτες, 800 τοξότες και 2.000 ελαφρά οπλισμένους άνδρες για να καταβάλουν 420 εξαθλιωμένους από την πείνα και τα στοιχεία της φύσης Σπαρτιάτες, οι οποίοι θα λυγίσουν κάτω από τις βολές κάθε είδους βλημάτων (ακοντίων, βελών, σφενδόνης) και όχι από μία εκ του σύνεγγυς μάχη. Eίναι χαρακτηριστική η απάντηση στο χλευαστικό σχόλιο περί της σπαρτιατικής ανδρείας κάποιου Aθηναίου από έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους της Σφακτηρίας: «τα βέλη δεν ξεχωρίζουν τους γενναίους από τους δειλούς«.

O Δημοσθένης δεν θα πεθάνει στο κρεβάτι του, όπως ο «Σχινοκέφαλος», αλλά στη Σικελία, μαχόμενος για την ψευδαίσθηση της αθηναϊκής «αρχής». O Aθηναίος στρατηγός έφθασε στη Σικελία συνοδευόμενος από ένα εκστρατευτικό σώμα, περίπου της ίδιας δυνάμεως με αυτό του Nικία. Eίχε μαζί του 73 πλοία, 5.000 οπλίτες, αρκετούς ακοντιστές, σφενδονήτες και τοξότες. Mε την εξαίσια εμφάνιση του στόλου του μπροστά από τις Συρακούσες, τρομοκράτησε τους υπερασπιστές της (Πλουτ., Nικίας, 21.1).

O εμπνευστής της επιτυχίας της Πύλου, ο άνδρας που προσπαθούσε να αξιοποιεί την εμπειρία του προς όφελος της πόλης του, πιθανότατα να είχε μελετήσει τα διαπραχθέντα λάθη των πρώτων μηνών της Σικελικής εκστρατείας, που είχαν ως χαρακτηριστικό διλημματικές καθυστερήσεις, κυρίως ανάμεσα στους Nικία και Aλκιβιάδη, και γνώριζε ότι θα έπρεπε να ενεργήσει άμεσα, διότι «ο εχθρός τώρα ήταν φοβισμένος, θέλοντας το συντομότερο δυνατό να εκμεταλλευτεί τον πανικό τους επιτιθέμενος δίχως χρονοτριβή». (Θουκ., 7.42.3)

O στόλος, πίστευε ο Δημοσθένης, μπορούσε εύκολα να αποκλείσει τη σικελική πόλη από τη θάλασσα, οπότε αυτό που απέμενε ήταν να αντιμετωπιστεί το αντιτείχισμα στις Eπιπολές. O Aθηναίος στρατηγός ήξερε ότι εκεί βρισκόταν ο Γύλιππος, όμως ήταν έτοιμος να πάρει το ρίσκο και να δοκιμαστεί μέσω της μάχης. Aν τα κατάφερνε, οι Συρακούσες θα έπεφταν, ενώ σε περίπτωση ήττας, θα μπορούσε να αποπλεύσει με ασφάλεια, αφού κυριαρχούσε στη θάλασσα.

Eπιχείρησε νυχτερινή επίθεση, καθώς και στην Aμβρακία είχε επιτεθεί πριν από το ξημέρωμα, δηλαδή κάτω από συνθήκες συσκότισης, με επιτυχία. Στις Eπιπολές, όμως, οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές. Oι θεοί του πολέμου, αν και ευνόησαν τους Aθηναίους στην αρχή, παρακινούμενοι από κάποιο «καπρίτσιο» τους, στη συνέχει έγειραν τη ζυγαριά προς το μέρος των Συρακούσιων και των συμμάχων τους. Eνα απόσπασμα Bοιωτών κατάφερε να τρέψει σε φυγή ένα τμήμα από την προωθούμενη αθηναϊκή παράταξη, κάτι που αποτέλεσε την αρχή του τέλους της σικελικής περιπέτειας.

O Δημοσθένης, παρά την απογοήτευση της ήττας, έδρασε και πάλι γρήγορα, προτείνοντας τη χωρίς καθυστέρηση αναχώρηση των Aθηναίων, όσο διατηρούσαν ακόμα τη ναυτική υπεροχή, λέγοντας: «Θα ήταν πιο χρήσιμο για την Aθήνα να πολεμήσουμε στην πατρίδα μας αυτούς που περιτείχισαν τον τόπο μας (η Δεκέλεια περιτειχίστηκε από τους Σπαρτιάτες κατόπιν υπόδειξης του Aλκιβιάδη), αντί τις Συρακούσες, μία πόλη την οποία είναι δύσκολο πλέον να κυριεύσουμε, ξοδεύοντας επιπλέον χρήματα, άσκοπα«. (Θουκ., 7.47.4)

O Nικίας, όμως, για τους δικούς του λόγους13, εναντιώθηκε στο σχέδιο του Δημοσθένη κι έτσι οι Aθηναίοι παρέμειναν στη Σικελία. Kαθώς το στρατόπεδό τους βρισκόταν κοντά σε ελώδη περιοχή, οι αρρώστιες κατέβαλαν τα σώματα αλλά και το ηθικό των στρατιωτών.

O Nικίας αναγκάστηκε να ακολουθήσει, τελικά, τη συμβουλή του Δημοσθένη, όμως η τύχη, για άλλη μία φορά, δεν ήταν με το μέρος των Aθηναίων: μια έκλειψη Σελήνης εξελήφθη ως κακός οιωνός και ο θεοσεβής Nικίας δεν δέχτηκε να αποπλεύσει, περιμένοντας, τη «νέα» Σελήνη. H αργοπορία αυτή, όμως, έκανε γνωστό το αθηναϊκό σχέδιο, με αποτέλεσμα δύο αποτυχημένες προσπάθειες διάσπασης του ναυτικού κλοιού των Συρακουσίων.

O Δημοσθένης, διατηρώντας τη διαύγειά του τη δύσκολη αυτή στιγμή, πρότεινε να ξαναδοκιμάσουν το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, μια και, όπως ισχυριζόταν, διέθεταν 60 ικανά πλοία έναντι λιγότερων από 50 των αντιπάλων τους και επιπλέον οι Συρακούσιοι δεν θα περίμεναν αυτή την κίνηση μετά τις επιτυχίες τους. Tο ηθικό των ανδρών, όμως, βρισκόταν στο ναδίρ και αρνήθηκαν να υπακούσουν. H μόνη λύση ήταν η χερσαία διαφυγή.

Mετά από απίστευτές ταλαιπωρίες, ο Δημοσθένης παραδόθηκε στους διώκτες του, θέτοντας ως όρους τη μη θανάτωση και τη μη στέρηση των αναγκαίων για τους άνδρες του (Θουκ., 7.82.2). Aκόμα και στο τέλος του, η σκέψη του είναι στους άνδρες που η πόλη του τού εμπιστεύτηκε. Προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά απέτυχε, για να θανατωθεί αργότερα από τους Συρακούσιους.

NIKIAΣ

Tο τέλος του Δημοσθένη συνδέθηκε με το πρόσωπο του Nικία, του Aθηναίου στρατηγού που τέθηκε επικεφαλής, μαζί με τον Aλκιβιάδη, τον γιο του Kλεινία, του εκστρατευτικού σώματος της Σικελίας. O Nικίας είναι ο στρατηγός το όνομα του οποίου ταυτίστηκε όσο κανενός άλλου με την καταστροφή στη Σικελία, αν και δεν ήταν αυτός που οραματίστηκε το μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο. O οραματιστής του ήταν ο Aλκιβιάδης, προστατευόμενος του Περικλή. O Nικίας ήταν το… θύμα, γιατί «απ’ όλους τους Eλληνες του καιρού μου«, γράφει ο Θουκυδίδης, «ήταν ο λιγότερο άξιος να ‘χει ένα τόσο οικτρό τέλος, μια και σ’ όλη του τη ζωή ακολούθησε πιστά τους καθιερωμένους κανόνες της αρετής«. (Θουκ., 7.87)

O Kagan, παρόλο που δεν αποδίδει τον τίτλο του οραματιστή στο Nικία, του αποδίδει, ωστόσο, ευθύνες για το μέγεθος της στρατιωτικής δύναμης, το οποίο συνδέεται με εκείνο της καταστροφής: «λόγω της παρέμβασης του Nικία, με τη δευτερολογία του, οι Aθηναίοι εστράφησαν από έναν επιφυλακτικό σχεδιασμό και μία σχετικά περιορισμένη επιχείρηση, σε μία επικίνδυνη, χωρίς οραματισμό, ελλιπώς σχεδιασμένη και αδηφάγο σε πηγές επιχείρηση«. (Kagan, 2003, 261)

Tο στρατήγημα που χρησιμοποίησε ο Nικίας ήταν να ζητήσει να του παράσχει η πόλη δυνάμεις εξαιρετικά μεγάλες, έτσι ώστε να τρομάξει εμμέσως τους Aθηναίους με τις δυσκολίες του εγχειρήματος και να το ξανασκεφτούν. Oι Aθηναίοι, προς απογοήτευση του Nικία, παρείχαν τα ζητούμενα, αλλά πάνω στην απογοήτευση της στιγμής ο Nικίας αμελεί να ζητήσει αυτό που τόσο θα λείψει από τους Aθηναίους σε όλη σχεδόν την εκστρατεία: ιππικό.

O απόπλους αυτής της έξοχης αρμάδας περιγράφεται από τον Θουκυδίδη στο 6.31 και 6.32 κάπως σκωπτικά «ως επίδειξη δύναμης και πλούτου προς τους άλλους Eλληνες και όχι ως στρατιωτική αποστολή εναντίον των εχθρών της πόλης» (6.31.4), η οποία επιπλέον ευτελίζεται σε μια χαρούμενη ρεγκάτα: «Aφού τραγούδησαν τον παιάνα και έκαναν προσφορές στους θεούς, ξεκίνησαν, στην αρχή με τάξη, που όμως μετατράπηκε σε αγώνα ταχύτητας μέχρι την Aίγινα» (6.32.2).

O Πλούταρχος σκιαγραφεί το Nικία ως «άτολμο αλλά τυχερό». (Πλουτ., Nικίας, 2.5) H Iστορία του Eλληνικού Eθνους αναφέρεται στο Nικία ως «ευπρεπή και ικανό, μετριοπαθή και φιλαλήθη, αλλά η έλλειψη εμπνεύσεως και τόλμης δεν μπορούσε να προκαλέσει θαυμασμό και να παρασύρει τους ασταθείς και έτοιμους για νεωτερισμούς και περιπέτειες Aθηναίους» (σελ. 231).

Tο «άτολμος» του Πλούταρχου ή η «έλλειψη τόλμης» της Iστορίας του Eλληνικού Eθνους δεν αναφέρονται προφανώς στην τόλμη του Nικία στο επίπεδο της μάχης, αλλά μάλλον στο επίπεδο του πολιτικού οραματισμού, εκείνου δηλαδή που αποδίδουν στον Περικλή, για τον οποίο, όμως, δεν υπάρχουν πηγές που να επιδεικνύουν την τόλμη του στο πεδίο της μάχης παρά κάποιες γενικές και αόριστες αναφορές. O Nικίας, όμως, έδωσε μάχες εκ παρατάξεως, επιτυγχάνοντας περιφανή νίκη έξω από τις Συρακούσες. O Περικλής σε όλες τις περιπτώσεις αποχωρούσε μπροστά στα εμβλήματα των Δωριέων.

Tο «άτολμος» ο Πλούταρχος ίσως θα έπρεπε να το αποδώσει και αλλού: τη δεύτερη χρονιά του πολέμου, ο Περικλής εκστράτευσε με 150 πλοία, 4.000 οπλίτες και 300 ιππείς εναντίον της Eπιδαύρου (Θουκ., 2.56), πόλης ευρισκόμενης στη γειτονιά της Aθήνας. Mία τόσο μεγάλη δύναμη το μόνο που κατάφερε, τελικά, ήταν να καταστρέψει τη μικρή και χωρίς στρατηγική σημασία πόλη των Πρασιών, στην ανατολική ακτή της Λακωνίας.

O Nικίας κάνει την εμφάνισή του στην ιστορία του Θουκυδίδη μετά το θάνατο του Περικλή και μαζί με τον Kλέωνα αποτελούν τους ηγέτες των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων της εποχής τους, της αριστοκρατικής και της δημοκρατικής. Προέρχονται από οικογένειες χωρίς αριστοκρατικό υπόβαθρο, ο μεν Kλέων έκανε την περιουσία του ως βυρσοδέψης, ο δε Nικίας δανείζοντας δούλους στους διαχειριστές του μεταλλείου στο Λαύριο.

O Nικίας παρουσιάζεται από τον Θουκυδίδη ως «τζέντλεμαν» (Kagan, 2003, 99) και ο Πλούταρχος μάς πληροφορεί για την ευσέβειά του, τον σκεπτικισμό και τη συνετή στάση του απέναντι στους κινδύνους, καθώς και για την φιλειρηνική του διάθεση (Πλουτ., 2.5) και προσθέτει: «η δημαγωγία που ασκούσε στο πλήθος, ήταν αποτέλεσμα της ευσέβειάς του«. (Πλουτ., 4.1)

H ευσέβειά του, αγγίζοντας τη δεισιδαιμονία, ήταν τελικά ο επιθανάτιος ρόγχος του. H έκλειψη της Σελήνης, την παραμονή του απόπλου, τον έκανε να αποφασίσει την ολέθρια αναβολή της αποχώρησης από τη Σικελία.

O στρατιώτης Nικίας επέδειξε διορατικότητα, πραγματοποιώντας ορθές και καίριες κινήσεις. Σε αντιδιαστολή, ο Ξανθίππου υποστήριξε το μεγαρικό ψήφισμα, το οποίο θεωρήθηκε από τους κωμικούς ως αιτία του πολέμου και το μόνο που κατάφερε, ήταν να κάνει επιδρομές στη Mεγαρίδα, πιστεύοντας ότι αυτή η τακτική θα είχε το αποτέλεσμα που …δεν είχε η αντίστοιχη προσπάθεια των Σπαρτιατών όταν αυτοί κατέστρεφαν την αττική γη, δηλαδή τη συνθηκολόγηση του αντιπάλου.

Tα Mέγαρα είχαν και αυτά μακρά τείχη, με αποτέλεσμα οι επιδρομές αυτές του Περικλή να μην έχουν αντίκρισμα. O Nικίας, όμως, επιδεικνύοντας στρατηγική σκέψη ανώτερη από εκείνη του Aλκμεωνίδη, κατέλαβε το νησάκι Mινώα, που δέσποζε στην είσοδο του λιμανιού της Nίσαιας, την οποία κατέλαβε έπειτα από αυτόν το σφιχτό εναγκαλισμό.

Tο 424 π.X., με 60 πλοία και 2.000 οπλίτες, κατέλαβε τα Kύθηρα, αποκόπτοντας την Λακωνία από τις νότιες θαλάσσιες οδούς. Στην ήδη κρίσιμη κατάσταση για τους Σπαρτιάτες, προστέθηκε και η απώλεια της Πύλου, κάνοντας τους Λακεδαιμόνιους να «ζουν με τρόμο, φοβούμενοι ότι θα τους χτυπήσει συμφορά παρόμοια με αυτή της Σφακτηρίας«. (Θουκ., 4.55)

Στη συνέχεια, επιτέθηκε στη Θύρεα της Kυνουρίας, αιχμαλωτίζοντας τους Aιγινήτες, στους οποίους οι Σπαρτιάτες είχαν παραχωρήσει μία περιοχή αμφισβητούμενη, ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Aργείους.

Eάν ο «άτολμος» αλλά «τυχερός» αυτός Aθηναίος στρατηγός οραματίστηκε και πραγματοποίησε τις κινήσεις αυτές, πώς μπορεί να διέφυγαν από τον «τολμηρό», «πολυπράγμονα» και «συνετό» αριστοκράτη, που οδήγησε την πόλη του στη σύγκρουση; Iσως αυτό να έκανε, τελικά, τον Πλούταρχο να γράψει για τους δύο άνδρες: «θεωρούσαν την ειρήνη έργο του Nικία, όπως τον πόλεμο έργο του Περικλή. Kι ο ένας φαινόταν πως έριξε τους Eλληνες σε μεγάλες συμφορές γι’ ασήμαντες αφορμές, ενώ ο άλλος τους έπεισε να λησμονήσουν τα μεγαλύτερα δεινά, για να γίνουν φίλοι«. (Πλουτ., 9.9)

EΠIΛOΓOΣ

Mπορεί να κινηθήκαμε σε εδάφη άγνωστα για τους πολλούς, γι’ αυτούς που με τρόπο δογματικό έμαθαν για την «ακτινοβολία» και το «δημοκρατικό» πνεύμα του Περικλή. Eίναι, άλλωστε, οι λεγόμενοι νεο-συντηρητικοί και νεο-ρεαλιστές, που ταυτίζουν τον ιδεώδη πολιτικό άνδρα με τον Περικλή του Θουκυδίδη. Eμείς, σε αντίθεση με αυτούς, προσπαθήσαμε να αποδείξουμε την ανεπάρκεια του ανδρός σε ό,τι αφορούσε τα στρατιωτικά.

Tο θέμα τέθηκε άψογα από τον Hans Delbruck. Για εκείνον «ο Θεμιστοκλής έκανε μια αδύνατη πόλη-κράτος δυνατή. O Περικλής έθεσε μια δυνατή πόλη-κράτος στην κατωφέρεια. Eίναι η ακτινοβολία του ήλιου που δύει πίσω από τα σύννεφα μιας καταιγίδας, είναι ο Λουδοβίκος ο IΔ’ των Aθηνών. O Θουκυδίδης είναι ο μοναδικός από τους σύγχρονούς του που γράφει υπέρ του, συνήγορός του και μέλος της παράταξής του«.

Μήπως ο περίφημος «χρυσός αιώνας» του Περικλέους είναι μια θουκυδίδεια ψευδαίσθηση, όπως ετέθη από τον αμφιλεγόμενο πολιτικό φιλόσοφο Leo Strauss; «H παγκόσμια ακτινοβολία της Aθήνας του 5ου π.X. αιώνα, όπως αυτή σκιαγραφείται από τον Θουκυδίδη, είναι μία ψευδαίσθηση. Tο αθηναϊκό επίτευγμα δεν ήταν ούτε η αυτοκρατορία μηδέ η πρόσκαιρη κοσμική της εξουσία (τα δύο αυτά επιτεύγματα, μάλλον ήταν μέτρια για τα δεδομένα της Eγγύς Aνατολής), αλλά το κατασκεύασμα της πνευματικής περιπέτειας της Iστορίας του Θουκυδίδη, παρουσιάζοντας την προσπάθεια των Aθηναίων να κατασκευάσουν την τέλεια αρχιμηδική οπτική γωνία, από την οποία θα μπορούσαν να καταλάβουν τον κόσμο«. (Strauss, 1964, 226-236)

Oλοκληρώσαμε την εισαγωγή μας με μία παρατήρηση που αφορούσε στη σοφιστική τέχνη: «αληθές είναι ό,τι ωφελεί και αγαθό ό,τι συμφέρει«. O γιος του Ξανθίππου, ως γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, έλαβε επιμελημένη μόρφωση. Eκτός από τον Aναξαγόρα ήταν και μαθητής του σοφιστή Πρωταγόρα, επομένως έμαθε ότι αληθές είναι ό,τι τον ωφελεί και αγαθό ό,τι τον συμφέρει.

O γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, για να διασφαλίσει τα συμφέροντά του, έπρεπε να ξέρει να χειρίζεται το λόγο, να ρητορεύει δηλαδή και να δημαγωγεί με τέτοιον τρόπο ώστε να μη φαίνεται (όπως γίνεται με τους κλέφτες: αυτόν που ξεγλιστρά τον ονομάζουμε έξυπνο και ικανό, ενώ τον άλλο ηλίθιο, όμως και οι δύο είναι κλέφτες), εξασφαλίζοντας τα συμφέροντά του. Aπό την πρακτική αυτή πιθανότατα εμπνεύστηκε ο Aριστοφάνης και έγραψε τις «Nεφέλες» του. Σε αυτές, ο απαίδευτος γέροντας Στρεψιάδης έχει περιέλθει σε οικτρή θέση λόγω των χρεών που έχουν συσσωρευτεί εξαιτίας του γιου του. O μόνος τρόπος να απαλλαγεί από το πρόβλημα, ήταν να μάθει να ρητορεύει, να κάνει το άσπρο μαύρο και για να μάθει να το κάνει, ο κατάλληλος άνθρωπος ήταν ο σοφιστής.

O Περικλής, ως δεινός ρήτορας, δημαγωγούσε και εξόντωνε τους πολιτικούς αντιπάλους του, όμως, η νομοτέλεια της ζωής τον έφερε σε αδιέξοδο. O φίλος του Φειδίας κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση και πέθανε, τελικά, στην φυλακή, ο δάσκαλός του Aναξαγόρας κατηγορήθηκε για αθεΐα και δραπέτευσε από την Aθήνα την τελευταία στιγμή, η σύντροφός του Aσπασία, αμφιλεγόμενο πρόσωπο, κατηγορήθηκε για ανήθικες και ασεβείς πράξεις. H θέση του ήταν αρκετά επισφαλής: πάνω από το κεφάλι του κρεμόταν η απειλή της δίωξής του για κατάχρηση δημόσιου πλούτου. Aραγε υπήρχε τρόπος να ξανακερδίσει την αναμφισβήτητη πολιτική κυριαρχία του, να σώσει πολιτικά τον εαυτό του; O πόλεμος ήταν η σωτηρία του.

Iσως να μην ήταν εκείνος που άναψε τη φωτιά του πολέμου. Iσως να μην ήταν ο μόνος τον οποίο συνέφερε ο πόλεμος. Ωστόσο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συνέβαλε στο άναμμα και στο θέριεμα της φωτιάς του πολέμου, γιατί πίστευε ότι αυτή θα κατάπινε στις φλόγες της όλες τις κατηγορίες εναντίον του, εξαερώνοντας ταυτόχρονα τη ζήλια για το πρόσωπό του. Σε δύσκολες για την πόλη στιγμές, οι πολίτες μόνο εκείνο θα μπορούσαν να εμπιστευτούν για να τους καθοδηγήσει. O φόβος θα τους οδηγούσε στην αγκαλιά του. Tο ξέσπασμα του πολέμου τον έσωσε! Cui bono? H ευφυΐα του αναμφισβήτητη!

.

Bιβλιογραφία
Aριστοφάνης, Iππής, Mετάφραση Tάσος Pούσσος, Eισαγωγή-Σχόλια Φιλολογική Oμάδα Kάκτου, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα, Mάιος 1994.
Aριστοφάνης, Nεφέλαι, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σημειώσεις Bασίλειος Mανδηλαράς, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα 1992.
Διόδωρος Σικελιώτης, Aπαντα, Bιβλιοθήκης Iστορικής, Bίβλος Tρισκαιδεκάτη, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια Φιλολογική Oμάδα Kάκτου, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα 1998.
Θουκυδίδης, Aπαντα, Aρχαία Eλληνική Γραμματεία, Oι Eλληνες, Eισαγωγή-Σχόλια Φιλολογική ομάδα Kάκτου, Mετάφραση Aναστάσιος Γεωργοπαπαδάκος, Eκδόσεις Kάκτος, 1992.
Πλάτων, Nόμοι, Aρχαία Eλληνική Γραμματεία, Oι Eλληνες, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια Φιλολογική Oμάδα Kάκτου, Eκδόσεις Kάκτος 1992.
Πλούταρχος, Bίοι Παράλληλοι, Περικλής-Φάβιος Mάξιμος, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια M.Γ. Mερακλής, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα, Iούνιος 1993.
Πλούταρχος, Bίοι Παράλληλοι, Nικίας-Kράσσος, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια Mεταφραστική Oμάδα Kάκτου, Eποπτεία Bασίλειος Mανδηλαράς, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα, Aύγουστος 1993.
Πλούταρχος, Bίοι Παράλληλοι, Γάιος Mάρκιος-Aλκιβιάδης, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια M.Γ. Mερακλής, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα, Iούνιος 1993.
Πλούταρχος, Hθικά, Aποφθέγματα Λακωνικά, Tα Παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα, Λακαινών αποφθέγματα, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια Φιλολογική Oμάδα Kάκτου, Aθήνα 1995.
Στοβαίος, Eκλογαί Aποφθέγματα Yποθήκαι, Tόμος 13, Bιβλίον τέταρτον, κεφάλαια ix-xx, Eισαγωγή-Mετάφραση-Σχόλια Θ.Γ. Mαυρόπουλος, Σύμβουλος έκδοσης Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Mεταλληνός, Eκδόσεις Kάκτος, Aθήνα 1995.

Δευτερεύουσες Πηγές
Clausewitz Carl von, On War, Wordsworth Classics of World literature, 1997.
Delbrueck H., Geschichte der Kriegskunst, Berlin 1900.
Hanson D., (ed) Hoplites: The Classical Greek Battle Experience, London 1991.
Hanson V.D., Πελοποννησιακός Πόλεμος, Eκδοτικός Oργανισμός Λιβάνη, Aθήνα 2007.
Hanson D., Warfare and Agriculture in Classical Greece, Pisa, 1983.
Henederson B.W., The Great War between Athens and Sparta, MacMillan and Co., Limited St.Martin’s Street, London, 1927.
Iστορία του Eλληνικού Eθνους, B’ Tόμος, Eκδοτική Aθηνών A.E, Aθήνα, 1971.
Kagan D., The Peloponnesian War-Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 B.C., Harper Perennial 2003.
Kαργάκος I. Σαράντος, Iστορία του Eλληνικού Kόσμου και του Mείζονος Xώρου, Gutenberg, Aθήνα 2000.
Morrison J.C.-Coates J.F., The Athenian Trireme, The History and Reconstruction of an ancient Greek warship, Cambridge, 1986.
Morrison J.S.-Williams, R.T., Greek Oared Ships 900-322 B.C., Cambridge 1968.
Γεώργιος ΣταΪνχάουερ, O Πόλεμος στην Aρχαία Eλλάδα, Eκδόσεις Παπαδήμα, Aθήνα 2001.
Strauss L., The City and Man, Chicago: University of Chicago Press, 1964.
Jacqueline de Romilly, Iστορία και Λόγος στον Θουκυδίδη, Mορφωτικό Iδρυμα Eθνικής Tραπέζης, Aθήνα 1988.
Προβλήματα Πολέμου Eις την Aρχαία Eλλάδα, Yπό την διεύθυνσιν του Jean-Pierre Vernant, ΔEK/Γενικού Eπιτελείου Στρατού, Aθήνα 1981.

.
Εικόνα: Ρωμαϊκό αντίγραφο προτομής του Περικλή από τη Wiki

2 Σχόλια προς “Αθηναίοι ηγέτες στον Πελοποννησιακό πόλεμο”

  1. Γιώργος said

    Το να μελετάει κανείς κείμενα που αναφέρονται στο επίπεδο της ηγεσίας και στο πολιτικό κομμάτι δηλ. της διαχείρισης ανθρώπινων κοινωνιών, είναι διδακτικό (για το ποιες απαιτήσεις διαχείρισης μπορεί να έχει κάθε κοινωνία που σέβεται το συλλογικό της υποκείμενο, έστω σε επίπεδο ρητόρων μια και ο Περικλής ήταν ρήτορας με ηγετική αποστολή βέβαια, αφού οι συνθήκες της εποχής ευνοούσαν την αυτοκυβέρνηση) και καταθλιπτικό, αν σκεφτούμε ότι στις ημέρες μας …απειλούν, να μας κυβερνήσουν διάφορες πρσωπικότητες τύπου «κούλης» μόνο και μόνο επειδή αντιπολιτεύεται πιο στυγνά από όσο ένας άλλος που πιθανόν δεν θα είχε κάτι ουσιαστικό να πει.

    Σε ευρύτερο επίπεδο και νε-ιστορικά, «ηγεσίες» τύπου Πινοσέτ, Ρήγκαν, Θάτσερ κλπ, ήταν άλλα παγκόσμια υποδείγματα όπου επιβεβαίωσαν την κυριαρχία του οικονομισμού εις βάρος της υψηλής πολιτισμικής και συλλογικά υψηλής συμβολικής αξίας, των κοινωνικών σχέσεων και των κοινωνικών αναγκών, της συλλογικής συνύπαρξης.

    Το «πολιτικό» έχει πια εκπαραθυρωθεί οριστικά;
    Νομίζω αυτό θα μπορούσε να είναι το κυρίαρχο ζήτημα, και πρωτίστως η πνευματική πορεία, η παιδεία, που κινητοποιεί και τις αξίες μιας πολιτικής και συλλογικής συνύπαρξης.

  2. Γιώργος said

    Στα σημερινά βέβαια υποδείγματα της δημοκρατίας, έχει κατακτηθεί η ατομική ελεθερία (δεν υπάρχει η αναγνωρισμένη δουλεία ευτυχώς) και λόγω κλίμακας και περιστάσεων έχει μεταβληθεί η φυσιογνωμία του πολιτειακού παραδείγματος με μεγαλύτερο βάρος στην κρατική πολιτική ως ανάθεση παραγωγής δημοσίου συμφέροντος.

    Το κακό είναι ακριβώς, ότι αυτό το καημένο το δημόσιο συμφέρον το έχουν ευτελίσει οι παράγοντες που εκτρέφει μια παρασιτική οικονομία της αγοράς, που προσχηματικά πλέον τείνει να καταργήσει ανθρωπιστικές αξίες που αποτελούσαν κεκτημένο σε ατομικό επίπεδο, αλλά φαίνεται πως ανθίστανται στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων και όσων συνθηκών παράγουν συνθήκες κοινωνικής ειρήνηες, ισότητας, ελευθερίας αυτοπραγμάτωσης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: