ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Η ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ !

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • Tηλεοπτικές Προτάσεις

Αλέξανδρος Καλόμοιρος – Κατά Ενωτικών

Posted by Φαίη στο Νοεμβρίου 16, 2016


ΕΝΑ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΒΙΒΛΙΟ

Αναδημοσίευση από ΕΛΛΟΠΟΣ
[Πρόλογος Φώτη ΚόντογλουΕπιλεγμένα κείμενα με υπότιτλους Έλλοπου.]

Προλογίζοντας τὸ βιβλίο τοῦ Καλόμοιρου ὁ Κόντογλου ἔγραφε:

Ο συγγραφέας τούτου του βιβλίου δεν είναι θεολόγος σπουδασμένος στα σχολεία που σπουδάζουν ένα πράγμα που δεν σπουδάζεται, την θεολογία. Αυτός εσπούδασε την ιατρική, που σπουδάζεται, γιατί είναι γνώση κοσμική, ανθρώπινη. Εβύζαξε την Ορθόδοξη πίστη και την ευσέβεια από την παράδοση, την επήρε, με τον τρόπο που λέγει ο ίδιος ότι μεταδίδεται η πίστη και η ευσέβεια, από δάσκαλο σε μαθητή, από γονιό σε παιδί, από γέροντα σε υποτακτικό, από Χριστιανό σε Χριστιανό [δηλαδὴ μὲ προσωπικὴ σχέση]. Για τούτο είναι «παθών και ουχί μαθών τα θεία», έχοντας οδηγό την πίστη και όχι τη γνώση [ἐγκυκλοπαιδική-ἐπιστημονικὴ ἐνημέρωση]. «Περιπατεί διά πίστεως, ου διά είδους», όπως λέει ο απόστολος Παύλος. Και για τούτο, το βιβλίο του είναι σκληρό, μη έχοντας τους συμβιβασμούς που φανερώνουν την ολιγοπιστία, μήτε την εξοικονόμηση για να μη γίνει κανείς δυσάρεστος στους αντιφρονούντες, μήτε την ψευτοαδελφωσύνη.”

Η αγάπη για την ‘ανθρωπότητα’ είναι υποκρισία

Εάν είχε πάψει να υφίσταται η αδικία, το μίσος και το ψέμα, τότε η ειρήνη θα ήταν το επιστέγασμα της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Η ενότης θα ήταν ένα φυσικό και όχι τεχνητό αποτέλεσμα. Όμως παρατηρείται κάτι το τελείως διαφορετικό. Σήμερα που όλοι μιλούν για ειρήνη και για ενότητα, η φιλαυτία και τα μίση, η αδικία και το ψέμα, η φιλοδοξία και η πλεονεξία μεσουρανούν. Όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του, μιλούν για την αγάπη πρός τον άνθρωπο, για την αγάπη πρός την ανθρωπότητα. Δεν υπήρξε όμως ποτέ μεγαλύτερη υποκρισία από αυτήν την δήθεν αγάπη. Γιατί η αγάπη πρός κάτι το θεωρητικό, πρός κάτι το φανταστικό, όπως είναι η έννοια «ανθρωπότης» είναι εξ’ ίσου θεωρητική και φανταστική. Δεν έχει καμμία σχέσι με την αγάπη πρός τον συγκεκριμένο άνθρωπο που έχουμε μπροστά μας. Αυτή η αγάπη πρός ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, όταν υπάρχη, είναι η μόνη πραγματική. Είναι η αγάπη πρός τον πλησίον μας που εζήτησε ο Χριστός.

Αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος με τις ατέλειες και τις αδυναμίες του, αντί να αγαπηθή, μισήθηκε στις ημέρες μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Και όχι μόνον μισήθηκε, αλλά περιφρονήθηκε και εξευτελίσθηκε, θεωρήθηκε ένα «πράγμα», χωρίς ιδιαίτερη αξία, μέσον για την επίτευξι «υψηλών» σκοπών, ένα μόριο της μάζας. Αυτοί που μιλούν περισσότερο για την αγάπη πρός τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα, για την ειρήνη και την ενότητα, είναι ακριβώς εκείνοι που μισούν περισσότερο τον πλησίον τους, τον γνωστό τους. Αγαπούν τον άνθρωπο: πλάσμα της φαντασίας τους, δεν αγαπούν τον άνθρωπο: πραγματικότητα. Αυτή η λατρεία του ειδώλου «άνθρωπος» είναι στην πραγματικότητα ναρκισισμός, είναι η λατρεία του «εγώ».

Θα ήταν λοιπόν αφέλεια να πιστέψη κανείς ότι η φιλειρηνική διάθεσις που χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα σήμερα προέρχεται από αγάπη. Όχι! Τα περί αγάπης είναι υποκρισία ή αυταπάτη. Ο πόθος της ειρήνης προέρχεται από το χάσιμο των ιδανικών, από τον φόβο και την αγάπη της καλοπέρασης. Είναι ο πόθος να μας αφήσουν ήσυχους να απολαύσουμε τα αγαθά της γής. Είναι η κατά συνθήκην συνεργασία για την απόκτησι των αγαθών που χωριστά ο καθένας δεν θα μπορούσε να αποκτήση. Είναι η παγκόσμιος συνεννόησις πάνω σε κάτι που έγινε το πάθος ολοκλήρου της γής: την φιληδονία και την φιλοϋλία. Είναι προϊόν της ανάγκης.

Η ειρήνη για την οποία μιλάει σήμερα ο κόσμος είναι η άνευ όρων συνθηκολόγησις κάθε καλού και μεγάλου και η επικράτησις της μικρότητος, της μετριότητος και της χλιαρότητος. Είναι η εξάλειψις της προσωπικότητος των ατόμων και των λαών. Είναι μία μαρμελάδα συμβιβασμών και υπολογισμών, μία θάλασσα υποκρισίας, η αδιαφορία για την αλήθεια, η προδοσία κάθε ιερού και οσίου.

Ο πόλεμος είναι κάτι το φοβερό, αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου, και κανείς δεν πρόκειται να τον εξυμνήση. Όμως η ειρήνη που παζαρεύει ο σύγχρονος κόσμος είναι κάτι απείρως φοβερώτερο. Ο πυρετός είναι κάτι το πολύ δυσάρεστο, δείχνει όμως τουλάχιστον ότι ο οργανισμός αντιδρά στό κακό που τον βρήκε. Η ειρήνη που θέλουν να φέρουν δεν είναι δυστυχώς εκείνη που έρχεται από την κατανίκησι του κακού, αλλά εκείνη που έρχεται από την ήττα. Είναι η απυρεξία του πτώματος. …

Δεν υπάρχει πια σχίσμα, αλλά ωκεανός σχίσματος

Στην προσπάθεια του κόσμου για ειρήνευσι, οι λεγόμενοι Χριστιανοί παίζουν σημαντικό ρόλο. Με το σύνθημα «Χριστιανοί ενωθήτε» ξεκινούν για το παζάρι όπου θα πουληθή η αλήθεια.

Κάποτε οι Χριστιανοί πίστευαν και ήταν έτοιμοι να πεθάνουν για την πίστι τους. Σήμερα ο ζήλος τους για την αλήθεια έχει κρυώσει. Άρχισαν να την θεωρούν σαν κάτι το δευτερεύον. Βρίσκουν τις διαφορές των «Εκκλησιών», για τις οποίες άλλοτε πρόθυμα θυσιαζόντουσαν οι μάρτυρες, εξωρίζοντο οι Πατέρες, ακρωτηριάζονταν οι πιστοί, σαν ασήμαντες και ανάξιες λόγου.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι νοσηροί και αδιόρθωτοι αισθηματίαι, που νομίζουν ότι η θρησκεία του Χριστού είναι μία δεοντολογία που αφορά στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι άλλοι επιδιώκουν πολιτικούς σκοπούς και σκοτεινά συμφέροντα. Όλοι μαζί κτίζουν την πόλι του αντιχρίστου. Ζητούν την ένωσι αδιαφορώντας για την αλήθεια, ζητούν το εξωτερικό πλησίασμα αδιαφορώντας για την εσωτερική διάστασι, ζητούν το γράμμα αδιαφορώντας για το πνεύμα.

Πώς είναι δυνατόν να ελπίζουν ότι αυτό που απέτυχε τους πρώτους αιώνες του σχίσματος, θα επιτευχθή τώρα που οι δογματικές διαφορές και οι διαφορές της νοοτροπίας έγιναν, με το πέρασμα των αιώνων, από χάσματα ωκεανοί; …

Η ένωση των Εκκλησιών είναι ο καλύτερος τρόπος εξουδετερώσεως του Χριστιανισμού

Πώς όμως θα διδαχθούν οι Δυτικοί ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία και Αληθινή όταν την βλέπουν να συναναστρέφεται με τις ψεύτικες «Εκκλησίες» σαν ίσος πρός ίσον; Δεν θα νομίσουν μάλλον έτσι πώς η Ορθοδοξία είναι σαν και τις άλλες σχετική και μερική; …

Κολακεύουν μόνον τους Ορθοδόξους, και αυτό για να τους προσελκύσουν πρός το μέρος τους. Αν είχαν πραγματική νοσταλγία για την Ορθοδοξία και ήθελαν να την γνωρίσουν, δεν θα είχαν ανάγκη από τα συμβούλια και τις συνεδριάσεις. Θα πήγαιναν να πιούν από τις πηγές της, από τους Πατέρας και τους αγίους της. …

Αλλά γιατί συγκινούνται τόσο εύκολα οι Χριστιανοί μας από τα κηρύγματα περί ενώσεως των Εκκλησιών και αντί να γεμίζουν με ζήλο για την μετάγγισι της αληθείας σ’ αυτόν τον κόσμο που τόσο πολύ την στερήθηκε, πιπιλίζουν συνεχώς την καραμέλα της ειρήνης, ζυγίζοντας να δούν αν είναι περισσότερα αυτά που χωρίζουν ή αυτά που ενώνουν τους Χριστιανούς;

Γιατί στερήθηκαν οι ίδιοι την γνώσι της αλήθειας. Μέλη οι περισσότεροι κοινωνικο-χριστιανικών οργανώσεων και αδελφοτήτων, κατηχήθηκαν από τα μικρά τους χρόνια σε ένα ηθικο-φιλοσοφικό σύστημα με επίχρισμα χριστιανικό, που άφηνε να εννοηθή ότι σκοπός του Χριστιανισμού είναι να επιτύχη την ειρηνική και αγαπημένη συμβίωσι μεταξύ των ανθρώπων. Η αιωνιότης και η θεωρία του Θεού ήταν πράγματα τόσο μακρινά για τους Χριστιανούς αυτούς και συχνά τόσο αδιάφορα. Οι περισσότεροι, όντες εξωστρεφείς, άνθρωποι της δράσεως, ήλθαν στον Χριστιανισμό για να βρούν έναν ωργανωμένον και καθωδηγημένον modus vivendi, έναν τρόπο για να ζήσουν ως καλοί και τίμιοι πολίται επάνω σε τούτη τη γή. Ο Θεός είναι για τους τέτοιους ανθρώπους ο Μέγας Υπερέτης των προσωπικών συμφερόντων τους, η δε αιώνιος ζωή μια καλή αλλά ευτυχώς μακρινή ελπίς αποκαταστάσεως. …

Αλλά ο Χριστός δεν έγινε άνθρωπος για να σώση τον εν τω πονηρώ κείμενον κόσμο, αλλά για να σώση τους δικούς του από τον κόσμο, για να τους τραβήξη από την παράταξη του πονηρού, να τους ενώση μαζί του και να τους θεώση κατά χάριν, και μαζί μ’ αυτούς να σώση ολόκληρο την στενάζουσα κτίσι. Ο κόσμος βαδίζει τον δρόμο του θανάτου. Αυτός είναι η παράταξις του άρχοντος του κόσμου τούτου, η παράταξις του εχθρού του Θεού. «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ δι’ οὓς δέδωκάς μοι».

Αυτοί όμως ερωτούν περί του κόσμου, και θυσιάζουν, για το χατήρι της διαβολικής αυτής παρατάξεως που ποτέ δεν πρόκειται να σωθή, τα διαμάντια της χριστιανικής πίστεως και βιοτής. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Δεν την ζητάει ο Χριστός την λεγόμενη «ένωσι των Εκκλησιών», αλλά ο κόσμος. Δεν ζητάει ο Χριστός την ένωσι της ψευτιάς με την αλήθεια, αλλά ο κόσμος, που ζητάει να νοθεύση την αλήθεια, να την κάνη σχετική και μερική. Γι’ αυτό όταν η συζήτησις έλθη για την ένωσι «των Εκκλησιών», βλέπει κανείς να την υποστηρίζουν με ενθουσιασμό άνθρωποι που ποτέ άλλοτε δεν ενδιαφέρθηκαν για τα της θρησκείας. Η ένωσις είναι ο καλύτερος τρόπος εξουδετερώσεως του Χριστιανισμού, που ανεκάλυψε η παράταξις του διαβόλου, η αρχή του ξεφτίσματός του και η υποταγή του στα θελήματα τη πολιτικής, η μετατροπή του σε υπηρέτη των συμφερόντων του κόσμου.

Με την ένωσι ο Χριστιανισμός ίσως να αποκτήση μεγαλύτερη κοσμική ισχύ, θα χάση όμως όλη την πνευματική του δύναμι, αυτήν ακριβώς που ενοχλεί τον κόσμο. Μήπως δεν έγινε ήδη αυτό μέσα στην Καθολική «Εκκλησία»; Η δίψα των Παπικών για κοσμική ισχύ τους έκανε να κατεβούν στον στίβο των πολιτικών ελιγμών, απ’ όπου βγήκαν υπηρέται των μεγάλων πολιτικών ρευμάτων. …

Ἡ μαρτυρία τοῦ Μακρυγιάννη

Τις πρώτες ενωτικές τάσεις των Βυζαντινών αρχόντων με την Ρωμαϊκή πλάνη ανέκοψε, ευτυχώς, η στάσις του λαού και η υποδούλωσις του Βυζαντίου στους Τούρκους. Μόλις όμως το Ελληνικό Έθνος βρήκε την ελευθερία του, ο παλαιός πειρασμός ξανακτύπησε την πόρτα του. Οι γνήσιοι Έλληνες, άνθρωποι του λαού και των παραδόσεων, αντιστάθηκαν στην αρχή στό ρεύμα του εξευρωπαϊσμού. Ήσαν όμως αγράμματοι και παρ’ όλον ότι αυτοί είχαν δώσει το αίμα τους για την ελευθερία αυτής της χώρας, γρήγορα παραγκωνίστηκαν από τους ξενόφερτους γραμματισμένους, που μαζί με την οίησι που δίνει η ημιμάθεια, είχαν και την δύναμι της Αυλής του Όθωνος.

«…Αυτήνοι κατάντησαν την πατρίδα και την θρησκείαν και κλονίζεται από τους άθρησκους. Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μίαν πέτρα δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια, κι αυτήνοι οι απατεώνες σύνδεσαν τα συμφέροντά τους με τους μολεμένους Φαναριώτες κι άλλους τοιούτους, οπού ήταν εις την Ευρώπη μόλεμα, και μας χάλασαν τα μοναστήρια και τις εκκλησίες μας – μαγαρίζουν μέσα, κι άλλες έγιναν αχούρια. Από τους τοιούτους γερωμένους πολλούς πάθαμεν αυτά, κι από τους τοιούτους λαϊκούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς, αφού χύσαμεν ποταμούς αίματα, κιντυνεύομεν να χάσωμεν και την πατρίδα μας και την θρησκεία μας». (Μακρυγιάννη: Απομνημονεύματα, σελ. 398).

Αυτοί οι ημιμαθείς μορφωμένοι περιφρόνησαν τον ελληνικό λαό με το πάθος κάθε πεμπτοφαλαγγίτου. Περιφρόνησαν την γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, την νοοτροπία του. Έβαλαν όλα τους τα δυνατά να νοθεύσουν την αλήθεια της πίστεώς του, να αλλοιώσουν τις παραδόσεις της Εκκλησίας του, να μπολιάσουν το κοσμικό πνεύμα και τον ορθολογισμό επάνω στό αγιασμένο δέντρο της Ορθοδοξίας, που τόσους αιώνες είχε μείνει αμόλυντο κάτω απ’ τον βάρβαρο κατακτητή. Για να κτυπήσουν την Εκκλησία κατάκαρδα, κτύπησαν τα μοναστήρια της. Άλλα έκλεισαν, άλλων την περιουσία εστέρησαν, σε άλλα έστειλαν ηγουμένους «προοδευτικούς» που τα διέλυσαν ευκολώτερα από κάθε δίστομο κρατική μάχαιρα. …

Επέκταση της διαφθοράς : η πίστη του εργαστηρίου

Η βυζαντινή μουσική άρχισε να μεταποιήται πρός το ευρωπαϊκώτερο για να μεταπέση στην θεατρική τετραφωνία. Οι εικόνες άρχισαν να φαίνωνται πολύ αυστηρές και άσχημες στα μάτια των γυναικαρίων των «ανωτέρων» τάξεων, που ζητούσαν «γλυκείς Ιησούς» γεμάτους συγκατάβασι για τις ανομίες τους και ανίκανους να προκαλούν το δέος και τον σεβασμό. Τα γένεια και τα μαλλιά των ιερωμένων άρχισαν να ενοχλούν, και αυτοί, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού, άρχισαν να καλλωπίζωνται. … Οι θεολόγοι και οι μέλλοντες ιερείς και αρχιερείς δεν εκκολάπτοντο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, της φυσικής τους μητέρας, αλλά μέσα στους κόλπους ενός κρατικού Πανεπιστημίου γεμάτου από ορθολογιστική δυσωδία και πνευματική ρηχότητα, χωρίς καμμία δυνατότητα να γευθούν στην πράξι την μυστική εν Χριστώ ζωή της αγιότητος, που μόνη αναδεικνύει πραγματικούς θεολόγους. Φύτρωσαν έτσι σαν ζιζάνια μέσα στην Εκκλησία θεολόγοι που είχαν τα μυαλά γεμισμένα με πολλές φιλοσοφικές θεωρίες προτεσταντικής ή ρωμαϊκής προελεύσεως, αλλά τις καρδιές κενές από το βίωμα της Ορθοδοξίας.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ανίκανοι να δούν το χάσμα που χωρίζει την Ανατολική από τις Δυτικές «Εκκλησίες». Το θεωρούσαν ζήτημα δογματικών διατυπώσεων, αλλά όχι ζήτημα ζωής και ουσίας. Γι’ αυτούς η εν Χριστώ ζωή ήταν σειρά συναισθηματικών καταστάσεων και ηθικών πράξεων. Το ίδιο όμως είναι η εν Χριστώ ζωή και για τους Δυτικούς. Η θεωρία του Θεού, το βίωμα της παρουσίας του Χριστού και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, η κατοίκησις δηλαδή της αληθείας μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τους ήταν άγνωστη. Αυτοί όταν μιλούν για αλήθεια εννοούν το ξηρό δόγμα. Το δόγμα όμως, τόσο γι’ αυτούς όσο και για τους Δυτικούς, ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος εγκεφαλικών διατυπώσεων, αρκετά ενοχλητικός, την αξία του οποίου, ύστερα απ’ αυτήν την διάσπασι της ζωής και της πίστεως, ήταν αδύνατον να εκτιμήσουν.

Τα θεμέλια λοιπόν επάνω στα οποία θα έκτιζαν για να υπερασπισθούν την Ορθοδοξία τους, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι από τους θεολόγους μας, ήταν σαθρότατα. Είναι φοβερό, όταν αναλογισθή κανείς, ότι επάνω σ’ αυτά τα σαθρά θεμέλια έχει κτισθή ολόκληρη η σύγχρονη ελληνική θρησκευτικότης. Γιατί, ενώ κάποτε η θρησκευτικότης του λαού επήγαζε από τις Μονές και αυτές είχε για πνευματικό αποκούμπι και καθοδήγησι, στό ελληνικό βασίλειο η θρησκευτικότης θεμελιώθηκε επάνω στον θεολόγο που περιγράψαμε, ιερωμένο ή λαϊκό.

Ο θεολόγος αυτός, μιμούμενος τα δυτικά πρότυπα, ωργάνωσε αδελφότητες και χριστιανικές ενώσεις και πήρε στα χέρια του το κήρυγμα και την κατήχησι. Και ενώ πρίν η θρησκευτικότης ενός τόπου είχε σαν κέντρο της το μοναστήρι της περιοχής και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, και δεν διέφερε σε τίποτε ο Χριστιανός του Α΄ τόπου από τον Χριστιανό του Β΄ τόπου, γιατί όλοι ήταν το ίδιο παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τώρα ο θεολόγος ωργάνωσε την φατρία, και έτσι σ’ έναν και τον αυτό τόπο υπάρχουν Χριστιανοί της Α΄ φατρίας και Χριστιανοί της Β΄ φατρίας, πάντοτε αντίδικοι και υποβλεπόμενοι, χωρισμένοι – χωρίς οι ίδιοι να καταλαβαίνουν ποιές είναι οι διαφορές τους.

Και όμως, μ’ όλα αυτά τα μίση και τα μεταξύ των σχίσματα, οι φατρίες είναι σύμφωνες πώς όσον αφορά τους Δυτικούς «περισσότερα είναι εκείνα που μας ενώνουν παρά εκείνα που μας χωρίζουν» και «πρέπει να βλέπουμε αυτά που μας ενώνουν και να παραβλέπουμε αυτά που μας χωρίζουν». Βλέπουν δηλαδή πιο εύκολη την ένωσι και την αγάπη με τους Δυτικούς «αδελφούς» τους που ούτε τους είδαν ούτε τους γνώρισαν ποτέ, παρά με τους ορθοδόξους συμπολίτες και γείτονες, που και βλέπουν καθημερινώς και γνωρίζουν. Αλλά είπαμε: οι άνθρωποι σήμερα κόπτονται για την αγάπη του ανθρώπου, για την αφηρημένη αγάπη της ανθρωπότητος, την στιγμή που είναι ανίκανοι να αγαπήσουν τον πλησίον τους. …

Τί ένωση ζητάει ο Χριστός;

Αλλά άς καταλάβουν όσοι με τόση ελαφρότητα μιλούν για Ένωσι των Εκκλησιών, πως η ενότης της Εκκλησίας είναι δώρον μυστικόν της θείας παρουσίας. Δεν είναι κάτι που αποφασίζεται σε συνέδρια, αλλά κάτι που υπάρχει ή δεν υπάρχει. Καμμία απόφασις των ανθρώπων δεν μπορεί να εξαναγκάση τον Θεό.

Ασφαλώς τύποις η ένωσις μπορεί να γίνη και να αρχίσουν όλοι να δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, πώς τώρα πιά είμαστε μια Εκκλησία και να μνημονεύουμε εμείς τον Πάπα Ρώμης και ο Πάπας Ρώμης τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Εάν συμφωνήσουν όλοι επάνω σε ένα «ελάχιστο αληθείας», επάνω σε ένα «πιστεύω» απλουστευμένο, και κανονισθούν και μερικά άλλα ζητήματα, μπορεί να γίνη η ένωσις. Θα γίνη ένα σύστημα νομικώς και τυπικώς ισχύον, ένα σύστημα όμως που δεν θα έχη καμμία σχέσι με την Εκκλησία του Χριστού, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα το κάνουν να μοιάζη με την Εκκλησία. Ο «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται». Όταν δεν υπάρχουν στους ανθρώπους οι προϋποθέσεις της Παρουσίας Του, ο Θεός δεν έρχεται στους ανθρώπους.

Η Εκκλησία του Χριστού δεν ήταν ποτέ ένα σύστημα ανθρώπινο. Η Εκκλησία γεννήθηκε, δεν κατασκευάσθηκε. Οι συζητήσεις των ανθρώπων μπορούν να κατασκευάσουν κάτι και να του δώσουν το όνομα «Εκκλησία». Αυτό όμως το κατασκεύασμα θα είναι κάτι χωρίς ζωή. Η ζωντανή Εκκλησία δεν θα έχη καμμία σχέσι μ’ αυτό. …

Δεν χάθηκε κάθε ελπίδα

Ευτυχώς, μέχρι σήμερα, όλες οι παρεκκλίσεις από την Παράδοσι που περιγράψαμε δεν έχουν αποκόψει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες από την ρίζα τους. Το δέντρο παραμένει ζωντανό και ακμαίο, παρ’ όλα τα φτιασίδια που του έχουνε προσθέσει. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν έχουν ξεραθή, όπως έγινε με τις «Εκκλησίες» της Δύσεως. Λίγο αν τινάξης τη σκόνη που έρριξε το κοσμικό πνεύμα επάνω τους θα βρής τα δροσερά φύλλα της γνήσιας Παραδόσεως. Η Παράδοσις δεν έπαψε ποτέ να ζή και να ισχύη μέσα στον περίβολο της Ορθοδοξίας.

Υπάρχουν ακόμη μοναχοί που ζούν τον ορθόδοξο Μοναχισμό. Υπάρχουν ακόμη γνήσιοι θεολόγοι που δεν έχουν νοθεύσει την αλήθεια, αλλά την κρατούν λαμπερή και ολοκάθαρη, μακριά από κάθε ξένη πρόσμιξι. Υπάρχουν ακόμη βυζαντινοί ψαλτάδες και γνήσιοι συνεχισταί της ορθοδόξου εικονογραφικής παραδόσεως. Υπάρχουν ακόμη ιερείς σαν τους παλιούς, αφοσιωμένοι στό ιερό τους λειτούργημα, που η συνεχής επαφή τους με τον Θεό, δεν τους αφήνει το στενοχωρεθούν από τα μακριά γένεια και τα μαύρα ράσα, αλλά τα κάνει να ακτινοβολούν αγιότητα. Υπάρχει ακόμη απλός λαός που αξιώνεται να δή θαύματα φοβερά.

Η γνήσια Παράδοσις λοιπόν – η ζωή, τα βιώματα και η διδασκαλία των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων όλων των εποχών, τα ίχνη αυτά των βημάτων του αγίου Πνεύματος μέσα στις καρδιές των Χριστιανών – υπάρχει και συνεχίζεται, ζωντανή ανάμεσα σε ζωντανούς, χωρίς καμμία διακοπή από τους αποστολικούς χρόνους. Υπάρχει μία συνεχής αρμονία σ’ όλες τις εκδηλώσεις των ορθοδόξων όλων των εποχών μέχρι σήμερα, γραπτές και άγραφες, και αυτός είναι ο χρυσούς κανών επάνω στον οποίον πρέπει ο καθένας να μετράη τις σκέψεις και τα έργα του για να βλέπη αν βρίσκεται μέσα ή έξω από τον χώρο της Ορθοδοξίας. Μπορεί τα φαινόμενα να δίνουν την εντύπωσι ότι έχει χαλάσει, ότι έχει διακοπή η συνέχεια, όμως λίγο αν σκάψη κανείς, την βλέπει να αναβλύζη και να δροσίζη αυτούς που την αποζητούν. …

Η ευρωπαϊκή αντινομία

Τον Ευρωπαίο χαρακτηρίζει μια φοβερή αντινομία, η αντίθεσις του έσω και του έξω ανθρώπου. Ο Ευρωπαίος, άλλος εμφανίζεται και άλλος είναι. Ζή και κινείται μέσα στό ψεύδος της συμβατικότητος. Ολόκληρος ο πολιτισμός του είναι ένα άθροισμα κατά συνθήκην ψευδών στό οποίο έχει προσαρμοσθή. Είναι στό έπακρο εγωκεντρικός, και όμως φέρεται πρός τους άλλους με απόλυτη, σχεδόν εξεζητημένη ευγένεια.

Στις υπανάπτυκτες χώρες, όπου οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμη την φινέτσα του ευρωπαϊκώς πολιτισμένου, ο καθένας εκφράζει λίγο – πολύ τον εσωτερικό του κόσμο με κάποια ελευθερία και απλότητα που δεν την βρίσκεις στην Ευρώπη. Οι τρόποι τους είναι χοντροί αλλά οι άνθρωποι πιο αληθινοί. Στην Ευρώπη αυτό θεωρείται έλλειψις πολιτισμού και πνευματικής αναπτύξεως.

Έτσι, πολιτισμός κατάντησε να θεωρήται το συνεχές παιγνίδι της υποκρισίας, όπου οι κεκονιασμένοι τάφοι, οι γέμοντες δυσωδίας, καθαρίζουν συνεχώς το έξωθεν του ποτηρίου για να φαίνωνται καθαροί στους ανθρώπους.

Όπως όμως συμβαίνει με τους Φαρισαίους, αυτό το συνεχές ψέμα μέσα στό οποίο ζούν, δεν τους ταπεινώνει. Απ’ εναντίας, η εξωτερική τους τελειότης τους κάνει βέβαιους για την ανωτερότητά τους. Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των Ευρωπαίων είναι η υπερηφάνεια. Βλέπουν αφ’ υψηλού όλους τους άλλους λαούς που τους θεωρούν απολίτιστους ή υπανάπτυκτους.

Μπορεί μερικοί απ’ αυτούς να ενδιαφέρωνται πολύ για τις ανάγκες των αλλων, των ατόμων, των ομάδων ή των εθνών, πρό παντός των υπαναπτύκτων, για τους οποίους τρέφουν αισθήματα οίκτου, στό βάθος όμως ενδιαφέρονται για τους άλλους όπως ένας εντομολόγος για τα έντομα. Τρέφουν για τους ανθρώπους αισθήματα κατώτερα από την αγάπη που έχουν για τα σκυλιά τους. …

Η συνηθισμένη τους στάσις είναι στάσις καλοπροαίρετων αγνωστικιστών, που είναι πρόθυμοι να συμφωνήσουν με ό,τι τους λέτε, αφήνοντάς σας να εννοήσετε ότι, βέβαια, τα όσα λέτε δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποδειχθούν, και άρα δεν τους κάνουν ούτε κρύο, ούτε ζέστη. …

Ο πολιτισμός της Ευρώπης δεν είναι άλλο από το αποτέλεσμα μιας αγωνιώδους και επίμονης προσπαθείας του ανθρώπου να στήση τον θρόνο του πάνω από τον θρόνο του Θεού. Δεν είναι άλλο από το κτίσιμο ενός νέου πύργου της Βαβέλ, όπου επικρατεί μέν η σύγχυσις ως πρός τον τρόπο του κτισίματος, αλλά ο σκοπός παραμένει κοινός για όλους. …

Ο Καθολικισμός, ο Προτεσταντισμός και ο Αθεϊσμός βρίσκονται στό ίδιο επίπεδο. Είναι γεννήματα της ιδίας νοοτροπίας. Είναι και τα τρία φιλοσοφικά συστήματα. Γεννήματα του ορθολογισμού, της αντιλήψεως δηλαδή ότι η ανθρώπινη λογική είναι το θεμέλιο της βεβαιότητος, το μέτρο της αληθείας και ο δρόμος της γνώσεως.

Η Ορθοδοξία βρίσκεται σε τελείως διαφορετικό επίπεδο. Οι Ορθόδοξοι έχουν διαφορετική νοοτροπία. … Σέβονται την ανθρώπινη λογική όσο κανείς και ποτέ δεν την παραβαίνουν. Την θεωρούν σαν ένα από τα χρήσιμα στοιχεία για την ανίχνευσι του ψεύδους, για την ανακάλυψι της πλάνης. Δεν την παραδέχονται όμως ικανή να δώση στον άνθρωπο την βεβαιότητα, να τον φωτίση να δή την αλήθεια και να τον οδηγήση στην Γνώσι.

Γνώσις είναι η όρασις του Θεού και της Δημιουργίας Του μέσα σε μια καρδιά καθαρισμένη από την θεία Χάρι και από τους αγώνες και τις προσευχές του ανθρώπου. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Αλήθεια δεν είναι μια σειρά ορισμών αλλά ο ίδιος ο Θεός, που αποκαλύφθηκε συγκεκριμένα στό Πρόσωπο του Χριστού, ο Οποίος είπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀλήθεια». …

Η αρχή της πίστεως, είναι το να μπορέση να νοιώση η καρδιά σου ότι μέσα σ’ αυτό το μικρό βιβλίο που το λένε Ευαγγέλιο μιλάει η αλήθεια, ότι μέσα σ’ αυτήν την συνηθισμένη εκκλησία με τους φτωχούς και πιστούς ανθρώπους, κατεβαίνει και κατοικεί ο Θεός. Να σε πιάση φόβος γιατί πατάς ετούτη τη γή που την έστρωσε το χέρι του Θεού, γιατί ατενίζεις εκείνη τη θάλασσα τη μεγάλη και ευρύχωρη, γιατί περπατάς και γιατί αναπνέεις. Τότε θ’ αρχίσουν να τρέχουν τα μάτια σου δάκρυα, δάκρυα μετανοίας, δάκρυα αγάπης, δάκρυα χαράς, και θα νοιώσης τις πρώτες θωπείες των αρρήτων μυστηρίων. …

Ο ορθολογισμός φέρνει μαζί του την οίησι, και η οίησις την απομόνωσι, και η απομόνωσις μεγαλώνει με την κοσμική δύναμι. Έτσι, την εποχή που η Δύσις χρειαζόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά την πνευματική συμπαράστασι και καθοδήγησι της Ανατολής, φάνηκε το χάσμα τρομακτικό στα μάτια όλων.

Εν τω μεταξύ, στην προσπάθειά της να εκχριστιανίση τους λαούς της Ευρώπης, τους μέχρι τότε βαρβάρους, η Λατινική Εκκλησία, αντί να προσπαθήση να τους ανεβάση στα δύσκολα ύψη της Χριστιανικής Πίστεως και Ζωής, προσεπάθησε να εμφανίση τον Χριστιανισμό σαν κάτι το εύκολο και ευχάριστο, ελπίζοντας να φέρη μ’ αυτόν τον τρόπο πιο γρήγορα τους βαρβάρους στον Χριστό. Έτσι, αντί να ανεβάση τον βάρβαρο, κατέβασε την Εκκλησία. Έκανε την διδαχή πιο κατανοητή, πιο ταξινομημένη, πιο συστηματική, πιο επιστημονική. Έτσι άρχισε η εξάπλωσις του ορθολογισμού και η νοθεία της χριστιανικής πίστεως. Ο Χριστιανισμός από Μυστήριο και Ζωή εν Αγίω Πνεύματι, έγινε σιγά – σιγά ένα ηθικο-φιλοσοφικό σύστημα που βρήκε αργότερα την καλύτερή του έκφρασι στην «Summa Theologica» του Θωμά Ακινάτη.

Εκεί βρήκαν την Ευρωπαϊκή κουλτούρα οι μετέπειτα αρνητές του Καθολικισμού. Μέσα σ’ αυτήν μεγάλωσαν, αυτή τους έμαθε να σκέπτωνται και να φιλοσοφούν. Προτεστάνται, Ουμανισταί, άθεοι, όλη η σειρά των Ευρωπαίων φιλοσόφων από το σχολείο του Καθολικισμού απεφοίτησαν. Γι’ αυτό μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, την γλώσσα του ορθολογισμού, και γι’ αυτό, παρ’ όλες τις αντιθέσεις τους, συνεννοούνται τόσο περίφημα. …

Να τι λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης για τον άνθρωπο: «Ἔστι γάρ, ἔστιν, ὡς ἐμοί γε δοκεῖ, ἡ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴ φοβερά τις καὶ δυσερμήνευτος, καὶ πολλὰ καὶ ἀπόκρυφα ἐν αὐτῇ μυστήρια Θεοῦ ἐξεικονίζουσα».

Χρησιμοποιεί η Ορθοδοξία τις λέξεις «σώμα», «ψυχή», «σάρκα», «ύλη», «πνεύμα», χωρίς να εννοή πάντοτε με την ίδια λέξι τα ίδια πράγματα. Μεταχειρίζεται τις λέξεις που υπάρχουν στό ανθρώπινο λεξιλόγιο, γιατί πρέπει να εκφρασθή. Αλλά δεν στέργει ποτέ να κλείση μέσα στα στενά όρια μιας ανθρωπίνης εννοίας ένα ολόκληρο μυστήριο, που και οι άγγελοι ακόμη δεν μπορούν να χωρέσουν. Ούτε δέχεται να χωρίση τον άνθρωπο σε στεγανά διαμερίσματα σώματος και ψυχής ή όπως μερικοί νεώτεροι αιρετικοί, σώματος, ψυχής και πνεύματος. Ούτε δίνει στη σάρκα ευτελή αξία, αλλά συχνά μιλάει γι’ αυτήν σαν για ολόκληρη την ανθρώπινη φύσι: «καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». …

Η Ορθοδοξία είναι βίωμα, είναι ζωή, σειρά οντολογικών επαφών, και όχι σειρά ανθρωπίνων συλλογισμών. Οι συλλογισμοί της υπάρχουν και είναι λογικώτατοι, αλλά είναι μόνον βοηθητικοί. Τα θεμέλιά της δεν είναι θεμέλια συλλογισμών και φιλοσοφικών θεωρημάτων, αλλά βιώματα της θείας ενεργείας στις καθαρές καρδιές των αγίων. Πώς λοιπόν να συζητήση η αθεΐα μαζί της;

Επιστήμονες διαφόρων θρησκευτικών οργανώσεων της χώρας μας, που επί χρόνια προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι «και η Επιστήμη παραδέχεται την ύπαρξι του Θεού», και που το μόνο που κατώρθωσαν να αφήσουν να φανή, με όλες αυτές τις συζητήσεις τους, ήταν το πόσο μεγάλη εκτίμησι είχαν οι ίδιοι για την Επιστήμη και την Φιλοσοφία και πόσο μεγάλη άγνοια είχαν για την Ορθοδοξία. Ζωντανά παραδείγματα του εξευρωπαϊσμού, που έχουμε υποστή σ’ αυτήν την χώρα, δεν θέλησαν, ούτε μπόρεσαν να αντλήσουν από την Ορθοδοξία την δύναμι για να αποστομώσουν κάθε φιλοσοφία. Έμειναν, παρ’ όλη την θεωρητική Ορθοδοξία τους, αληθινοί δυτικοί.

Ο Ορθόδοξος έχει την δύναμι να αποδείξη λογικώς στους φιλοσόφους πώς η Φιλοσοφία, εάν θέλη να παραμείνη λογική, με μόνο εφόδιο την λογική, μόνον στον αγνωστικισμό μπορεί να καταλήξη: την άρνησι δηλαδή κάθε γνώσεως. Κάθε άλλος ισχυρισμός της είναι παράλογος και ενώ φαίνεται ότι ξεκινάει από την λογική, θεμελιώνεται επάνω στην φαντασία.

Πρός την Γνώσι μόνον ένας δρόμος υπάρχει, αυτός που χάραξε ο Θεός στό πέρασμα των αιώνων. Δεν είναι δρόμος συλλογισμών αυτός, αλλά δρόμος ζωής, γιατί και η αλήθεια δεν είναι σύστημα φιλοσοφικών θεωριών αλλά είναι Ύπαρξις προσωπική: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ Ὁδὸς καὶ ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή». …

Το νόημα της μεταστροφής

Και αν υποτεθή ότι υπάρχη η καλύτερη διάθεσις εκ μέρους των Δυτικών για να πλησιάσουν και να ζήσουν την Ορθοδοξία – πράγμα που δεν συμβαίνει παρά μόνον ίσως στους Παλαιοκαθολικούς – δεν αρκεί η διάθεσις αυτή να τους κάνη ικανούς να νοιώσουν και να ζήσουν την Ορθοδοξία. Τόσοι αιώνες αποστασίας δεν πέρασαν χωρίς ν’ αφήσουν την σφραγίδα τους στις ψυχές των ανθρώπων αυτών. Και είναι τόσο ισχυρή η σφραγίδα αυτή, που δεν εξαλείφεται παρά μόνον με την Χάρι του Θεού, και μόνον από τις ταπεινές καρδιές.

Πολλοί πήραν το όνομα του Ορθοδόξου, τον τελευταίο καιρό στην Ευρώπη, και εχρίσθησαν με το μύρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά πολύ λίγοι είναι εκείνοι που έγιναν πραγματικά Ορθόδοξοι. Οι περισσότεροι ασπάσθηκαν την Ορθοδοξία γνωσιοκρατικά, μαγευμένοι από τον πλούτο των γνώσεων που τους προσέφερε και σαγηνευμένοι από μια πρωτόγνωρη θεώρησι του Χριστιανισμού, που ικανοποιούσε τα χάσματα που είχε αφήσει στό μυαλό τους ο κουτσουρεμένος Χριστιανισμός της Δύσεως. Αλλά πρίν ακόμη προφθάσουν να κοινωνήσουν για πρώτη φορά, πρίν ακόμη προφθάσουν να κλάψουν για τις αμαρτίες τους, πρίν ζητήσουν μέσα στην σιωπή και την άσκησι την Χάρι του Χριστού, θεώρησαν επιτακτικό καθήκον τους να κηρύξουν στους Ορθοδόξους την Ορθοδοξία.

Σκανδαλισμένοι από την άγνοια των Ορθοδόξων στα θεωρητικά ζητήματα, όπου ήσαν ξεφτέρια οι ίδιοι, περιφρόνησαν τον Ορθόδοξο λαό, που αν και εν αγνοία, όμως ζούσε την Ορθοδοξία των πατέρων του και ήταν έτοιμος να πεθάνη γι’ αυτήν. Αλλά στό νού των υπερηφάνων δεν κατοικεί ο Θεός. Η θεωρητική τους κατάρτισις δεν τους έσωσε από την πλάνη, και, τυφλοί αυτοί οδηγοί τυφλών, έπεσαν στον βόθυνο των αιρέσεων παρασύροντας και άλλους, η ξαναγύρισαν, «ὡς κύων ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα», στα πρώτα τους κοσμικά έργα.

Για να καταλάβη ο άνθρωπος τους Αγίους και τους Πατέρας της Εκκλησίας δεν αρκεί να τους διαβάση απλώς. Οι Άγιοι μίλησαν και έγραψαν έχοντας ζήσει τα μυστήρια του Θεού. Είχαν προσωπική αίσθησι των μυστηρίων. Για να τους νοιώση κανείς πρέπει να έχη προχωρήση, ο ίδιος, σ’ έναν ωρισμένον βαθμό μυήσεως στα μυστήρια του Θεού, από προσωπική πάλι γεύσι, όσφρησι και όρασι. Μπορείς να διαβάσης, με μια εγκεφαλική γνώσι, χωρίς να έχης γευθή ούτε το παραμικρό απ’ ό,τι είχαν γευθή οι Άγιοι, που έγραψαν αυτά τα βιβλία από την προσωπική τους πείρα.

Για να μπορέσης να καταλάβης ουσιαστικά και όχι διανοητικά τους Αγίους, πρέπει να έχης προσλαμβάνουσες παραστάσεις των όσων λέγουν, πρέπει να έχης γευθή κι εσύ κάτι απ’ αυτό που γεύθηκαν αυτοί. Πρέπει να έχης ζήσει μέσα στό θερμό περιβάλλον της Ορθοδοξίας, πρέπει να έχης μεγαλώσει μέσα σ’ αυτό. Πρέπει να έχης γευθή την άσκησι, τον πόνο, τον αγώνα για την χριστιανική τελειότητα. Πρέπει να έχης σκύψει βαθειά για να περάσης την χαμηλή και στενή πόρτα που οδηγεί στην Βασιλεία των ουρανών. Πρέπει να έχης ταπεινωθή, να έχης ελευθερωθή από τα μάταια φορτία των ανθρωπίνων αγαθών και να έχης ξεκολλήσει την καρδιά σου από όσα οι άνθρωποι θεωρούν μεγάλα και αξιοσέβαστα. Πρέπει να έχης χύσει δάκρυα μετανοίας για την ματαιότητα μέσα στην οποία έζησες, δάκρυα ζεστά παρακλήσεως πρός τον Κύριο να σε βγάλη από το σκοτάδι και να κατεβάση στην καρδιά σου μια ακτίνα του Αγίου Πνεύματος.

Πρέπει να γίνη μια ολόκληρη κοσμογονία μέσα στην καρδιά ενός Δυτικού για να μπορέση να νοιώση κάτι από την Ορθοδοξία. Πώς μπορεί να ταπεινωθή και να γίνη απλός σαν το παιδί, αυτός που από την κούνια του ανέπνευσε τον στεγνό αέρα του ορθολογισμού και έμαθε να προσκυνάη, σαν είδωλο, την ανθρώπινη εξυπνάδα; Πώς να γλυτώση από τα αγκάθια των περισπασμών αυτός που έμαθε από μικρός να κυνηγάη αυτά που είναι «ὑψηλὰ τοῖς ἀνθρώποις» και «βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», και εδιδάχθηκε να θεωρή ομφαλοσκόπησι την πρός τον έσω άνθρωπο στροφή; Πώς να χύση δάκρυα για την ματαιότητα της ζωής του, αυτός που έχει διδαχθή να θεωρή την ματαιότητα σαν αξία;

Τι έκανε ο Καθολικισμός ή ο Προτεσταντισμός στ’ αλήθεια, για να προφυλάξη τον κόσμο από το αδιάκοπο στροβίλισμα μέσα στό οποίο έχει πέσει; Αλλά μήπως δεν είναι η θρησκεία της Δύσεως που έσπρωξε τον άνθρωπο να τρέχη λαχανιασμένος για να κερδίση όσα ο Χριστός εκήρυξε μάταια;

Τον Μοναχισμό, την καρδιά αυτή της θρησκείας, ή τον κατάργησε, ή τον μετέτρεψε σε ωφελιμιστικά τάγματα, που είτε με την δράσι τους, είτε με την σκέψι τους, είχαν αποστολή να εξυπηρετήσουν την γήϊνη ευτυχία των ανθρώπων και την κατά κόσμον γνώσι «ἣν ἐμώρανεν ὁ Θεός».

Την πολιτική την έκανε περιοχή «χριστιανικής» δραστηριότητος, επηρεάζοντας βασίλεια και χύνοντας αίμα για να αποκτήση δύναμι και χρήμα.

Την ιεραποστολή την χρησιμοποίησε σαν δόλωμα για να υποτάξη τους εγχρώμους λαούς, στην απάνθρωπη κυριαρχία της Ευρώπης. …

Έδωσε στην χριστιανική διδασκαλία ωφελιμιστική κοινωνική σκοπιμότητα, κάνοντας τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι ο Χριστός ήταν ένας ηθικοδιδάσκαλος που ενδιαφέρεται πάνω απ’ όλα για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, και ότι η Εκκλησία είναι ο κατ’ εξοχήν φύλακας των ανθρωπίνων νόμων και ο θεωρητικός της αστυνομίας.

Δημιούργησε τον τύπο του Φαρισαίου Χριστιανού, του καλού κι αγαθού πολίτου, που έχει την εντύπωσι ότι επλησίασε την τελειότητα επειδή δεν έβλαψε κανέναν, ή επειδή έδωσε χρήματα για τις φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Πώς μπορεί από έναν πολιτισμό που τον διέπει η επιδίωξις της ανθρώπινης καλοπέρασης, και τον χαρακτηρίζει η εωσφορική υπερηφάνεια για τις κατακτήσεις της επιστήμης του, να βγούν άνθρωποι ταπεινοί, άνθρωποι που να ζητούν με πόνο και με δάκρυα τον άνωθεν φωτισμό; Πώς είναι δυνατόν από έναν πολιτισμό που τον χαρακτηρίζει η αδιάκοπη κίνησις και η πρός τα έξω στροφή, να βγούν άνθρωποι που να σκύψουν στα βάθη της καρδιάς τους να βρούν μέσα στην σιωπή και την ακινησία του «ταμείου» τους τον «πολύτιμο μαργαρίτη»; Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με θαύμα από τα πιο σπάνια και από τα πιο ανεκτίμητα.

Αλλά, αν για ένα άτομο η γεύσις της Ορθοδοξίας είναι τόσο δύσκολο πράγμα, πώς είναι δυνατόν να την γευθή ολόκληρη η Καθολική «Εκκλησία» σαν σύνολο, ή οι Προτεσταντικές «Εκκλησίες» ομαδικά; Οι περισσότεροι από τα εκατομμύρια των δυτικών ούτε ξέρουν ότι υπάρχει Ορθοδοξία. Πώς είναι δυνατόν, ύστερα από μία ή πολλές συσκέψεις αντιπροσώπων των διαφόρων «Εκκλησιών», να επιτευχθή η επιστροφή πρός την αλήθεια, ομαδικά, ψυχών που αιώνες τώρα βαδίζουν στα σκοτεινά;

Νομίζουν, άρά γε, όσοι μιλούν για ένωσι των Εκκλησιών, ότι έχουν να κάνουν με πολιτικές υποθέσεις, όπου οι άρχοντες των εθνών οδηγούν ομαδικά τους υπηκόους των στον πόλεμο ή στην ειρήνη; Αλλά στον Χριστό και την Εκκλησία του δεν έρχονται οι άνθρωποι ομαδικά. Έρχονται σαν ελεύθερα πρόσωπα.

Εάν υποτεθή ότι ένας Πάπας αποφασίζει ξαφνικά να γίνη Ορθόδοξος και να φέρη στην Ορθοδοξία όλους τους Καθολικούς, θα μπορέση μ’ αυτήν την εξωτερική αλλαγή να γίνη, έστω και ένας από τα εκατομμύρια των Καθολικών, πραγματικά Ορθόδοξος; Ακόμη και αν υποτεθή ότι έχουν όλη την καλή διάθεσι να αποστηθίσουν όλα τα δόγματα της Ορθοδοξίας και όλη την θέλησι να τα πιστέψουν, δεν θα μπορέσουν να κάνουν ούτε ένα βήμα πρός την Ορθοδοξία. Γιατί Ορθοδοξία δεν είναι μόνον μια σειρά από δόγματα, ούτε μια σειρά από συνήθειες, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο, είναι ένας προσανατολισμός ζωής και σκέψεως. Είναι μια πνοή, η πνοή της παραδόσεως, που δεν την παίρνει κανείς από βιβλία, αλλά μεταγγίζεται από ζωνταντό σε ζωντανό, από πατέρα σε γυιό, από μάνα σε κόρη, από αδελφό σε αδελφό, από φίλο σε φίλο, από ιερέα σε ιερέα, από μοναχό σε μοναχό, από πνευματικό πατέρα στό πνευματικό του παιδί, «ου διά μέλανος και χάρτου αλλά στόμα πρός στόμα», ψυχή με ψυχή, και όλα αυτά μέσα στην μυστηριακή πράξη της Εκκλησίας, μέσα στην ατμόσφαιρα του Αγίου Πνεύματος, με την πάροδο του χρόνου, σιγά – σιγά, με την βραδύτητα αναπτύξεως ενός οργανισμού. …

Ανθρώπινα όντα χωρίς ζωή

Το πιο τραγικό είναι ότι το κακό εμφανίζεται στα μάτια των ανθρώπων σαν καλό. Η καταδίκη, που δεν επιβάλλεται από τον Θεό αλλά στην οποία πέφτει ο άνθρωπος μόνος του, δεν θα είναι καμμιά καταστροφή, κανένας πυρηνικός όλεθρος, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του σώματος θα ήταν στό βάθος πολύ μικρό κακό για την ανθρωπότητα. Αυτό που πρόκειται να έλθη θα είναι κάτι αφάνταστα πιο σκληρό και απάνθρωπο. … Δεν θα υπάρχη πιά τόπος για τον Θεό στις καρδιές των ανθρώπων. «Ἐν τῷ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν». Η πηγή της ζωής δεν θα έχη πιά μέρος με το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων. Το Ευαγγέλιο θα έχη κηρυχθή σε όλη την ανθρωπότητα «εἰς μαρτύριον τοῖς ἀνθρώποις». Όλοι θα το γνωρίζουν και όλοι σχεδόν θα το έχουν ουσιαστικά απορρίψει.

Μέσα στην χλιδή των πόλεων, ανάμεσα στα δημιουργήματα του ανθρώπινου μυαλού, στα σημεία και τα τέρατα του Αντιχρίστου, θα κυκλοφορούν ανθρώπινα όντα χωρίς ζωή, νεκροί που θα νομίζουν ότι ζούν την πιο έντονη ζωή που έγινε ποτέ, μα που στ’ αλήθεια, θα δαγκάνουν με μανία την ίδια τους τη σάρκα. Ο Πάπας λένε ότι είναι αισιόδοξος για το μέλλον της ανθρωπότητος. Και βέβαια πρέπει να είναι! Τέτοια είναι η ανθρωπότης που ονειρεύτηκε αιώνες τώρα. Άς θαυμάση το έργο των χειρών του. …

Καθολικότης

Η «Καθολική» Εκκλησία που ομολογούμε στό σύμβολο της πίστεώς μας δεν λέγεται Καθολική επειδή περιλαμβάνει όλους τους Χριστιανούς της γής, αλλά γιατί μέσα της βρίσκει ο κάθε πιστός όλη την Χάρι και την Δωρεά του Θεού. Η έννοια της καθολικότητος δεν έχει καμμία σχέσι με την έννοια της Παγκοσμίου Οργανώσεως, όπως την αντιλαμβάνονται οι Παπικοί και οι επηρεασμένοι από την Παπική νοοτροπία.

Βεβαίως η Εκκλησία προορίζεται και επεκτείνεται σε όλη την Οικουμένη, ανεξάρτητα από τόπους, έθνη, φυλές και γλώσσες, και δεν είναι λάθος να την ονομάζη κανείς Καθολική και γι’ αυτό. Όπως όμως η ανθρωπότης γίνεται μία αφηρημένη έννοια, το ίδιο κινδυνεύει να γίνη και η Εκκλησία όταν την βλέπομε σαν αφηρημένη παγκόσμιο έννοια. Για να καταλάβη κανείς, τι είναι ανθρωπότης αρκεί να γνωρίση καλά ένα και μόνο άνθρωπο. Γιατί η φύσις του ανθρώπου αυτού είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους της οικουμένης.

Το ίδιο για να καταλάβουμε τι είναι Καθολική Εκκλησία του Χριστού, αρκεί να γνωρίσουμε καλά μία και μόνη τοπική Εκκλησία. Και όπως τους άνθρώπους δεν είναι η υποταγή σε μια ιεραρχία που τους ενώνει αλλά η κοινή φύσις τους, έτσι και τις τοπικές Εκκλησίες δεν τις ενώνει ο Πάπας και η Παπική ιεραρχία αλλά η κοινή φύσις τους.

Μία ορθόδοξος τοπική Εκκλησία, όσο περιωρισμένη και αν είναι σε έκτασι και σε αριθμό πιστών, είναι και μόνη της, ανεξάρτητη από όλες τις άλλες, «Καθολική». Κι αυτό, γιατί τίποτε δεν της λείπει από την Χάρι και την Δωρεά του Θεού. Όλες μαζί οι τοπικές Εκκλησίες όλου του κόσμου, δεν περιέχουν τίποτε περισσότερο σε Θ. Χάρι, από τη μικρή αυτή και ολιγόκοσμη Εκκλησία.

Έχει τους Πρεσβυτέρους και Επισκόπους της, έχει τα Μυστήρια, έχει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού στην Θεία Ευχαριστία. Κάθε άξια ψυχή μπορεί να γευθή μέσα σ’ αυτήν την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Έχει όλη τη χάρη και όλη την αλήθεια. Τι της λείπει λοιπόν για να είναι Καθολική;

Αυτή είναι η μία ποίμνη και ο Επίσκοπος ο ποιμένας της, εικόνα του Χριστού, του Ενός Ποιμένος. Αυτή είναι η προεικόνισις επάνω στη γή της Μιας Ποίμνης με τον Ένα Ποιμένα, της Νέας Ιερουσαλήμ. Μέσα της γεύονται οι καθαρές καρδιές, από τούτη κιόλας τη ζωή, την Βασιλεία του Θεού, τον αρραβώνα του Πνεύματος. Μέσα της βρίσκουν την ειρήνη «τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», την ειρήνη που δεν έχει καμμία σχέσι με την ειρήνη των ανθρώπων: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν». … Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από εξωτερικούς δεσμούς για να είναι Μία. Δεν είναι ένας Πάπας, ή ένας Πατριάρχης ή ένας Αρχιεπίσκοπος που ενώνει την Εκκλησία. Η τοπική Εκκλησία είναι κάτι το ωλοκληρωμένο, δεν είναι κομμάτι ενός μεγαλύτερου όλου. …

Οι κοινές αποφάσεις μιας Οικουμενικής Συνόδου δεν είναι το θεμέλιο αλλά το αποτέλεσμα της ενότητος. Εξ άλλου οι αποφάσεις μιας Οικουμενικής ή τοπικής Συνόδου είναι έγγυρες μόνον όταν γίνουν αποδεκτές από την συνείδησι της Εκκλησίας, και είναι σύμφωνες με την Παράδοσι.

Ο Παπισμός είναι η κατ’ εξοχήν διαστροφή της εκκλησιαστικής ενότητος. Τον δεσμό αυτόν της αγάπης και της ελευθερίας τον έκανε δεσμό ανάγκης και τυραννίας.

Ο Παπισμός είναι η απιστία στην δύναμι του Θεού και η εμπιστοσύνη στην δύναμι των ανθρωπίνων συστημάτων. …

Είναι απαραίτητο να νοιώσουν [να μη λησμονήσουν και να συνεχίσουν να νοιώθουν] οι Χριστιανοί ότι η Εκκλησία έχει μυστηριακά και όχι διοικητικά θεμέλια, για να μη πάθουν αυτό που έπαθαν οι Δυτικοί, που ακολούθησαν τον Πάπα στις πλάνες του, γιατί νόμισαν ότι αν δεν τον ακολουθούσαν θα ευρίσκοντο αυτομάτως έξω από την Εκκλησία. … Πρέπει να γίνη [να συνεχίσει να είναι] συνείδησις στον Ορθόδοξο λαό, ότι δεν οφείλει καμμία υπακοή σ’ έναν Επίσκοπο, οσονδήποτε υψηλό τίτλο και αν κατέχη, όταν ο Επίσκοπος αυτός πάψη να είναι Ορθόδοξος και ακολουθήση φανερά αιρετικούς, με προσχήματα ενώσεως «επί ίσοις όροις». Απ’ εναντίας έχει την υποχρέωσι να φύγη από κοντά του, και να ομολογήση την πίστι του. Γιατί ένας Επίσκοπος, έστω και Πατριάρχης, έστω και Πάπας, παύει να είναι Επίσκοπος από την στιγμή που θα πάψη να είναι Ορθόδοξος.

Ο Επίσκοπος είναι πρόσωπο ιερό, και του οφείλεται σεβασμός και τιμή, ακόμη και αν είναι ολοφάνερα αιρετικός, ή κοινωνή με αιρετικούς; Τότε οι Χριστιανοί καμμία συνοδική απόφασι δεν πρέπει να περιμένουν, απομακρυνόμενοι αμέσως από αυτόν. … Στύλος της Εκκλησίας είναι ο κάθε πραγματικός πιστός που μένει κολλημένος στην Παράδοσι των Πατέρων, παρ’ όλα τα φοβερά ρεύματα του κόσμου που δοκιμάζουν να τον παρασύρουν. Τέτοιοι στύλοι θα υπάρχουν μέχρι την συντέλεια του κόσμου, ό,τι και να γίνη. …

Συνθηκολόγηση και ψυχρότητα

Οραματίζονται στό μέλλον μια παγκόσμια ενωμένη Εκκλησία, με όλους τους ανθρώπους ενωμένους με τον δεσμό της αγάπης. Οι αιρετικοί των διαφόρων αποχρώσεων είναι γι’ αυτούς «οι αδελφοί τους Χριστιανοί», από τους οποίους τους εχώρισαν οι εγωϊσμοί και οι στενοκεφαλιές, παρωχημένων εποχών. Παραδέχονται ότι υπάρχουν και δογματικές διαφορές, αλλά πως αυτές θα υπερπηδηθούν από την αγάπη, ή για να μιλήσουμε πιο ανοιχτά, θα ξεχαστούν από την «αγάπη».

Τι σχέσι όμως έχει άρα γε αυτή η δακρύβρεκτος «αγάπη» με την αγάπη του Θεού; Πώς μπορούν να ισχυρίζωνται χωρίς να ντρέπωνται, ότι έχουν περισσότερη αγάπη στην καρδιά τους από αυτήν που είχαν οι Άγιοι, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να υπερπηδήσουν μ’ αυτήν τους φράχτες που τους χώριζαν από την αίρεσι, αλλά απεναντίας τους έκαμαν πιο ψηλούς για να προστατεύσουν τα πρόβατα από τους λύκους;

Αλλά αυτό που παίρνουν για αγάπη πρός τους ανθρώπους δεν είναι στην ουσία παρά αγάπη πρός τον κόσμο. Είναι μια συνθηκολόγησις με το ψέμα ανθρώπων που δεν μπορούν να υποφέρουν τις ταλαιπωρίες του πολέμου με τις δυνάμεις του σκότους.

Και το όνειρό τους, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα των καλών και αγαπημένων ανθρώπων, που κάνουν να βασιλέψη ο Χριστός επάνω σε τούτη τη γή, αυτός ο πειρασμός της ερήμου, είναι ένα όνειρο καταδικασμένο από τον ίδιο τον Κύριο. Άς ρίξουν οι υπεραισιόδοξοι μια ματιά στό ΚΔ΄ Κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου για να ιδούν πώς προφητεύει ο Κύριος το τέλος των καιρών. …

Όταν ο Κύριος προλέγη ότι η πλάνη θα έχη καλύψει ολόκληρη την γή, ώστε και οι εκλεκτοί να κινδυνεύουν σε κάθε τους βήμα να πλανηθούν από τους ψευτο-χριστιανούς και τους ψευτο-χριστούς που θα βρίσκωνται παντού, πώς εμείς μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον, όταν ο Κύριος προλέγη πολλαπλασιασμό της ανομίας και ψύξι της αγάπης των ανθρώπων;

Υπάρχουν βέβαια οι προοπτικές για την ένωσι των «Εκκλησιών», για την ένωσι όλων εκείνων που έρχονται στό όνομά Του και πλανούν πολλούς. Αλλά «βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ», «ἰδού προείρηκα ὑμῖν». Η ένωσις που επιδιώκουν οι ψευτοχριστιανοί των καιρών μας είναι μια από τις πιο τέλειες μηχανορραφίες του ψεύδους, η παγίδα της υποκριτικής ευσεβείας, από την οποία θέλει να μας γλυτώση ο Κύριος, κάνοντάς μας προσεκτικούς. … Εάν το Ευαγγέλιο το δεχθούν και το ζήσουν όλα τα έθνη της γής, γιατί τότε λέγει ο Χριστός ότι οι ημέρες του τέλους του κόσμου θα είναι όπως οι ημέρες του Νώε, που η αποστασία είχε σκεπάσει όλη τη γή και μόνο μια χούφτα άνθρωποι βρέθηκαν πιστοί στον Θεό και μπήκαν μέσα στην Κιβωτό που συμβολίζει την Εκκλησία; …

Το μέλλον λοιπόν δεν θα είναι όσο όμορφο το φαντάζονται «οἱ ἀπολλύμενοι», οι οποίοι «τὴν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τὸ σωθῆναι αὐτούς». Θα χαρακτηρίζεται από την αποστασία, την φρικτότερη αποστασία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Γιατί δεν θα είναι καθαρή και τίμια άρνησις του Θεού αλλά υποκρισία, παραποίησις της πίστεως και της αληθείας. …

Πολλές φορές οι Χριστιανοί έδειξαν στον κόσμο, με ατράνταχτη λογική, πόσο γελοίοι είναι όσοι γελούν για την πίστι τους. Αλλά τι μ’ αυτό; Μήπως η λογική τούς εμποδίζει να πιστέψουν; Είναι οι αναθυμιάσεις από τον βόρβορο της καρδιάς τους που δεν τους αφήνουν να δούν. Ποτέ η λογική μόνη δεν έκανε τον άνθρωπο να νοιώση τίποτε. Άς γελούνε λοιπόν. Το γέλιο τους φέρνει κοντήτερα στον Κύριο τις πιστές ψυχές. …

Αυτοί που θέλουν να ενώσουν τις χριστιανικές λεγόμενες «Εκκλησίες» δεν πιστεύουν στην Εκκλησία, δεν πιστεύουν στη θρησκεία του Χριστού. Την χρησιμοποιούν απλώς. Την χρησιμοποιούν για τους δικούς τους σκοπούς. Σκοπός τους είναι η επίγεια Πολιτεία στην οποία θέλουν να υποτάξουν όλους τους ανθρώπους

***

Αποσπάσματα από: Αλέξανδρου Καλόμοιρου, Κατά Ενωτικών, Εκδόσεις Ζέφυρος (α΄έκδοση, Αστήρ 1964, β’ έκδοση 1995).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s