ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Η ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ !

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • Tηλεοπτικές Προτάσεις

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Πετροβούβαλος στο ΕΝΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΕΣ
    Φαίη στο ΕΝΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΕΣ
    anastasia gaila στο ΕΝΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΕΣ
    Φαίη στο Συλλογή ειδήσεων 28ης Μαρτίου…
    Πετροβούβαλος στο Ο δρόμος της πολιτικής αν…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ γιά γερμ.ἀποζημιώσεις

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Μυθικό παρελθόν-χριστιανικό παρόν: Πρόσληψη και προβολή των πνευματικών σχέσεων δύο βυζαντινών πόλεων. Το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης και της Λάρισας (9ος-14ος αι.)

Posted by Πετροβούβαλος στο Σεπτεμβρίου 15, 2016

του Γεωργίου Β. Τσιαπλέ
αφιερωμένο στην Καλλιόπη
(μέρος 2ο από 2, το πρώτο μέρος ΕΔΩ)

.

Η Μνήμη του Μυθικού Παρελθόντος

Οι πνευματικοί δεσμοί ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και στην Λάρισα δεν ορίζονται αποκλειστικά από τις θρησκευτικές τους συντεταγμένες στον χώρο και στον χρόνο, τον Αχίλλιο και τον Δημήτριο. H Θεσσαλονίκη, μετά από την Κωνσταντινούπολη, αποτελούσε τον σπουδαιότερο πόλο έλξης για όσους επεδίωκαν να λάβουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης, με αποτέλεσμα οι επιδόσεις των κατοίκων της στον τομέα των γραμμάτων και η πνευματική της κίνηση να παραβάλλετται με την Αθήνα της κλασικής εποχής (σ.47).

Ανάμεσα σε εκείνους που επισκέφτηκαν την Θεσσαλονίκη προκειμένου να λάβουν ανώτερη μόρφωση, απαραίτητη προϋπόθεση για να σταδιοδρομήσει κάποιος στα εκκλησιαστικά ή κρατικά αξιώματα της αυτοκρατορίας, πρέπει να ήταν και ο Λαρισαίος Γρηγόριος, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος της πόλης του αγίου Δημητρίου (σ.48).

Αν και βρίσκεται μακριά από την πατρώα γη, επιφορτισμένος με το ποίμνιο του καταφέρνει να ανταλλάξει τουλάχιστον δύο επιστολές με τον συμπολίτη του Νικήτα Μάγιστρο.

Ο Νικήτας, γεννημένος στην Λάρισα περί το 870 (σ.49), αφού ανήλθε στα ύπατα αξιώματα της βυζαντινής ιεραρχίας, θα βρεθεί λίγο αργότερα, μετά τις κατηγορίες για συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα, Ρωμανού Α´ Λακαπηνού, εξόριστος στην περιοχή του Ελλησπόντου. Εκεί θα συντάξει μια πλειάδα επιστολών με ποικίλους αποδέκτες, υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους και εκπροσώπους της ανώτερης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.

Σε κάποια από αυτές (αρ. 23, χειμώνας του 945/946) θα απευθυνθεί προς τον συμπατριώτη του Γρηγόριο, επιζητώντας τον παραμυθητικό λόγο του ποιμενάρχη της πόλης του αγίου Δημητρίου προκειμένου να αντεπεξέλθει στις κακουχίες της σωματικής και πνευματικής εξορίας. Στην αρχή της επιστολής ο Νικήτας θα εγκωμιάσει την κοινή τους πατρίδα, την γενιά του Γρηγορίου και την εκπαίδευσή του (σ.50). Ο αποστολέας ωστόσο θα αναζητήσει τους κοινούς δεσμούς τους όχι στα χριστιανικά σύμβολα του παρόντος των δύο πόλεων, τον Δημήτριο και τον Αχίλλιο, αλλά στο ένδοξο παρελθόν. Η Λάρισα και η περιοχή της δεν σεμνύνεται για τον άγιο Αχίλλιο -στον οποίο άλλωστε δεν γίνεται ούτε μια αναφορά- αλλά για τον Αχιλλέα, τον Πάτροκλο και τα εξαιρετικά της άλογα που τόσο υμνήθηκαν στην αρχαιότητα. Η χρήση του ομηρικού (ἐριβῶλαξ, κουροτρόφος, εὔιππος, εὔβοτος, εὔδιος) και του ηροδότειου λεξιλογίου (ὁμαιμόνων) συγκροτούν το πλαίσιο των δεσμών των δύο ανδρών με την γενέθλια γη (σ.51).

Αν και ο Νικήτας βρίσκεται, όπως και ο παραλήπτης της επιστολής του, μακριά από την Λάρισα, την οποία αποκαλεί πόλισμα, θεωρεί πως δεν παρήκμασε εξακολουθώντας να προσφέρει τὰ κάλλιστα (σ.52).

Σε μια στιγμή ειλικρίνειας, άγνωστη τις περισσότερες φορές στους βυζαντινούς λογίους, συνειδητοποιώντας πως είναι μόνος, μακριά από τα υλικά αγαθά και τις τιμές που του επιδαψίλευαν τα αξιώματα του παρελθόντος, περιστοιχισμένος πλέον από βαρβάρους και αμαθείς, ο Νικήτας σχεδόν εκλιπαρεί τον επίσκοπο να τον παρηγορεί όσο το δυνατόν πιο τακτικά με τις επιστολές του. Στηρίζει μάλιστα την παράκλησή του αυτή επικαλούμενος όχι το ότι ως κληρικός θα έπρεπε να απευθύνει τους παραμυθητικούς του λόγους στο ποίμνιό του, αλλά κυρίως στο επιχείρημα της κοινής καταγωγής (σ.53).

Η θεσσαλική ενδοχώρα για πολλούς λογίους της εποχής συνδεόταν περισσότερο με το αρχαίο της παρελθόν της παρά με το χριστιανικό της παρόν‧ ήταν η γη των μύθων και του «αλλόκοτου», με αποτέλεσμα να αναπαράγονται κάποια από τα αρνητικά στερεότυπα της κλασικής γραμματείας, ιδιαίτερα της αθηναϊκής τραγωδίας, σχετικά με την φύση και τον χαρακτήρα των κατοίκων της (σ.54).

Έτσι ο Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και σπουδαία πνευματική φυσιογνωμία του 12ου αιώνα (σ.55), σχολιάζοντας, για χάρη των μαθητών του, την δεύτερη ιλιαδική ραψωδία, επαναλαμβάνει τα διαδεδομένα στην αρχαιότητα στερεότυπα ότι οι Θεσσαλοί διήγαν βίο τρυφηλό και ότι ήταν κάτοχοι της τέχνης της εξαπάτησης (σ.56). Μεγάλο μέρος των παρατηρήσεών του αφιερώνονται στην περιγραφή του Πηνειού και των άλλων ποταμών που διατρέχουν τις πεδιάδες της. Ο Ευστάθιος επαναλαμβάνει την άποψη του Ομήρου πως αν και ο ποταμός Τιταρήσιος χύνει τα νερά του στον Πηνειό αυτά δεν αναμειγνύονται, αλλά κυλούν στην επιφάνεια, σαν λάδι, γιατί είναι παρακλάδι των νερών της Στυγός, η επίκληση των οποίων αποτελούσε τον φοβερότερο όρκο των αρχαίων θεών. Προσθέτει μάλιστα το σχόλιο:

δέδιε γάρ πως ὁ Πηνειὸς τὴν ἀνάκρασιν, ὡς εἴπερ ἔμψυχος ἦν. ποιητικῆς δὲ καὶ τοῦτο γλυκύτητος (σ.57).

Ο Ευστάθιος αρνείται ωστόσο να προσδώσει την χρήση του ομηρικού επιθέτου «αργυροδίνης» αποκλειστικά στον Πηνειό, ἀλλὰ παντὸς διαυγοῦς ποταμοῦ καὶ ἀργυρέαις δίναις, ὅ ἐστι καθαρῷ ῥεύματι διοικουμένου (σ.58).

Με το ίδιο μυθολογικό και ομηρικό επίχρισμα νοηματοδοτείται ο γενέθλιος τόπος (ἡ περιβόητος Θεσσαλία) του οσίου Φωτίου των Θετταλών, σπουδαίας μορφής του μοναχισμού της μεσοβυζαντινής Θεσσαλονίκης (σ.59). Ο τόπος καταγωγής του δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια, η αναφορά ωστόσο περί εξέχουσας κοινωνικής θέσης των γονέων του (τὰ πρῶτα τῶν Θετταλῶν ὄντες ἐν ἅπασιν), μέλη πιθανότατα της τοπικής αριστοκρατίας, οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο τόπος κατοικίας του ήταν η Λάρισα (σ.60).

Αν και ο συντάκτης του Βίου (ΒHG 1545), πιθανότατα ο Ευστάθιος, χαρακτηρίζει την πατρίδα του οσίου σεμνή, αναπολεί το μακρινό της παρελθόν για τους γενναίους και πολεμοχαρείς άνδρες και τα ξεχωριστά της άλογα, κατάλληλα για τον πόλεμο και τις πανηγυρικές πομπές:

τοῦτον (ενν. τον Φώτιο) ἠνέγκατο μὲν πατρὶς ἡ περιβόητος Θεσσαλία, τὸ σεμνὸν τοῦτο ἔδαφος, τὸ κούρους μὲν οὐ γενναίους οὐδ’ ἀρειμανίους νυνὶ τρέφον, οὐδ’ ἵππους ἁρμενίους αὐχοῦν τὰ πρὸς πομπάς τε καὶ πανηγύρεις ἢ πρὸς πολέμους ἐπιτηδείων, εἰ καὶ πρὶν Αἰνειᾶτας ηὔχει καὶ Μυρμηδόνας, καὶ τὸν Ἐρεχθείδην δῆμον καὶ Αἰακίδην, καὶ τοὺς Πελασγικοὺς καὶ τοὺς Φθιώτας (σ.61).

Αν όμως ο Φώτιος καταγόταν από την Λάρισα, γιατί ο ευρυμαθής αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης δεν αναφέρεται καθόλου στο θρησκευτικό σύμβολο της γενέθλιας γης του οσίου, τον Αχίλλιο; Η απουσία αναφοράς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αποκλειστικά από το γεγονός ότι η βιογραφία του Φωτίου ανασυντίθεται, γλωσσικά και υφολογικά, σε ομηρικά συμφραζόμενα, σε μια εποχή μάλιστα (12ος αι.) που το ενδιαφέρον για τον γενάρχη της ελληνικής λογοτεχνίας παρουσιάζεται ανανεωμένο (σ.62). Η αρπαγή μέρους των λειψάνων του αγίου από τον Βούλγαρο τσάρο Συμεών και η μετακομιδή τους στο νησάκι της μικρής Πρέσπας (983-986) είχε ως συνέπεια η πόλη να απωλέσει ένα σημαντικό κομμάτι της πνευματικής της κληρονομιάς (σ.63). Η απώλεια «βιώνεται» από τον Ευστάθιο μέσω της περιγραφής, με νοσταλγική διάθεση, του αρχαίου ευκλεούς παρελθόντος της γενέθλιας γης του Φωτίου.

Εξαιτίας του πολιτικού και εδαφικού κατακερματισμού της αυτοκρατορίας (1204) και της διαδοχικής εναλλαγής κατακτητών, η Λάρισα παύει σταδιακά να αποτελεί το διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο της Θεσσαλίας. Η πόλη σύμφωνα με τις πηγές κατέστη ἀοίκητος και ο ναός του αγίου Αχιλλίου ληστῶν ὁρμητήριον, με αποτέλεσμα η έδρα της μητρόπολης να μεταφερθεί μετά το 1318 στα Τρίκαλα (σ.64). Ο Αντώνιος, αν και προχειρίστηκε επίσκοπος της πόλης του Αχιλλίου (1333-1363 ή 1340-1362), θα αναφερθεί συχνά στο αίσθημα στέρησης που του προκαλούσε η απόσταση από το ποίμνιό του και τον πολιούχο άγιο (τῆς πάλαι περιδόξου πόλης … και τοῦ θησαυροῦ τοῦ τῆς ἐκ τῆς ἱερᾶς λάρνακος Ἀχιλλίου ἀναδιδομένου ἀπεστέρημαι) (σ.65).

Η κατάληψη της Θεσσαλίας από τους Σέρβους θα ωθήσει τον Αντώνιο να αναζητήσει, μετά από ένα ταξίδι γεμάτο κινδύνους (σ.66), ασφαλές καταφύγιο στην Θεσσαλονίκη, αν και θα μπορούσε να είχε διαφύγει προς την Ήπειρο και τα Ιωάννινα με τα οποία άλλωστε τα Τρίκαλα είχαν αναπτύξει, μετά την δεκαετία του 1330, ισχυρούς δεσμούς (σ.67). H πρόσκαιρη επαναφορά της Θεσσαλίας στην βυζαντινή επικυριαρχία επέτρεψε στον Αντώνιο να επανέλθει και να προσκυνήσει τους τάφους του αγίου Κυπριανού και του αγίου Αχιλλίου (σ.68). Λίγους μήνες αργότερα ο επίσκοπος θα καταλήξει για δεύτερη φορά στην «λαμπρὰ καὶ περιφανεστάτη τῶν πόλεων», την Θεσσαλονίκη, όπου θα παραμείνει πάνω από μια εξαετία.

Σύμφωνα μάλιστα με μια άποψη ο Αντώνιος αφιερώθηκε, κατά την διάρκεια της παραμονής του, με ιδιαίτερο ζήλο στο ομιλητικό του έργο, αφού είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα πιο πεπαιδευμένο ακροατήριο (σ.69). Οι εμπειρίες της εξαετούς παραμονής του και η έκκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε στην μακεδονική πόλη (επανάσταση των Ζηλωτών, πολιορκία από τους Σέρβους) αποτυπώνονται στον εγκωμιαστικό λόγο που συνέθεσε προς τιμή του προκατόχου του στον επισκοπικό θρόνο, άγιο Κυπριανό (σ.70). Θέλοντας να εγκωμιάσει τον πολιούχο της πόλης που τον φιλοξενεί δεν παραλείπει να αναφερθεί στην προστατευτική μέριμνα του αγίου Δημητρίου σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές της πολιορκίας από τους Σέρβους (σ.71).

Άγιοι, ευσεβείς ταξιδιώτες, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και λόγιοι συγκροτούν τον άξονα των πνευματικών επαφών μεταξύ δύο βυζαντινών πόλεων, της Λάρισας και της Θεσσαλονίκης. Παρά τις πρόσκαιρες διεκδικήσεις που ήγειρε η πόλη του αγίου Αχιλλίου, σε λογοτεχνικό επίπεδο, έναντι της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας, η μια πόλη φαίνεται πως λειτουργούσε συμπληρωματικά για την άλλη, σε επίπεδο πίστης, πνευματικής συντροφιάς και συγγραφικής καταξίωσης.

* Θα ήθελα να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στους δύο ανώνυμους κριτές για τις πολύτιμες επισημάνσεις τους.

Σημειώσεις/Παραπομπές

47. Σε πολλούς συγγραφείς η Θεσσαλονίκη συγκρίνεται με τον μαγνήτη που ελκύει όσους κατοικούσαν μακριά από αυτήν, βλ. Γ. Τσάρας, Διήγησις περὶ τῆς τελευταίας ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1958, 9-10: Ὤ, πῶς μαγνήτιδος τρόπον εἰς ἑαυτὴν ἅπαντας εἷλκεν ἀποστῆναί τε τούτους οὐδ’ ὁπωστιοῦν συνεχώρει! Για τηνπαρομοίωση της Θεσσαλονίκης με την κλασική Αθήνα, βλ. Καλτσογιάννη – Κοτζάμ παση – Παρασκευοπούλου, Η Θεσσαλονίκη στη Βυζαντινή λογοτεχνία, 57, 165-166, 176 και 211.
48. Χατζηαντωνίου, Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης, 288 και σημ. 1093.
49. L. G. Wes terink, Niketas Magistros. Lettres d’un exilé (928-946) Paris 1973, 23. Διαφορετική άποψη εξέφρασε ο T. Pratsc h, Zur Herkunft des Niketas Magistros (* um 870 -† frühestens 946/7) aus Lakonien, Byz 75 (2005), 501-506, υποστηρίζοντας τις λακωνικές ρίζες του υψηλόβαθμου αξιωματούχου. Υπήρξε επίσης συγγραφέας ενός από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της αγιολογικής παραγωγής της μεσοβυζαντινής εποχής, του Βίου της Θεοκτίστης από την Λέσβο (BHG 1723), βλ. Δ. Ζ. Σοφιανός , Ὁ Βίος τῆς ὁσίας Θεοκτίστης τῆς Λεσβίας ὡς πηγὴ ἱστορική, φιλολογικὴ καὶ ἀρχαιολογική, στο: Ἡ Ἑκατονταπυλιανὴ καὶ ἡ Χριστιανικὴ Πάρος. Πρακτικὰ Επιστημονικοῦ Συμποσίου (Πάρος 15-19 Σεπτεμβρίου 1996), Πάρος 1998, 253-268. St. Efthymiadis, Hagiography from the “Dark Age” to the Age of Symeon Metaphrastes (Eighth-Tenth Centuries), Research Companion to Byzantine Hagiography, Ι, 95-142, κυρίως 120-121.
50. Wes terink, Lettres d’un exilé, 111.59-60: Ἐδεξάμην σου τὴν ἐπιστολήν, ἐδεξάμην καὶ ἠγάπησα τὴν ἐπιείκιαν, ἐπῃνεσα τὴν πατρίδαν καὶ τὸ γένος καὶ τὴν παιδείαν καὶ τὰ μαθήματα. Για την ένταξη της επιστολής στα συμφραζόμενα της εποχής, βλ. I. Anagnostakis, Byzantium and Hellas: Some Lesser Known Aspects of the Helladic Connection (8th-12thc.), στο: Heaven and Earth, vol. II: Cities and Countryside in Byzantine Greece, έκδ. J. Alb ani – E. Chalkia, Athens 2013, 15-29, 22-23. Βλ. επίσης τα σχόλια της Ch. Angel idi, Family Ties, Bonds of Kinship (9th-11th Centuries), στο: P. Armstrong (ed.), Authority in Byzantium, Farnham 2013, 155-166, 160-162.
51. Wes terink, Lettres d’un exilé, 113.5-13: Καὶ πῶς γὰρ λόγοις τραφεὶς οὐκ ἔμελλες εἶναι σεμνός, τοιούτων ὁμαιμόνων τάχα λαχών, ἵνα μὴ λέγω Πέτρου τοῦ μακαρίτου, ὃν οἶδ’ ἐγώ, φύς, καὶ τῆς ἐμῆς (ὦ ἥλιε καὶ γῆ) καὶ πατρίδος Λαρίσης ὁρμώμενος˙ ἣν καὶ λογογράφοι καὶ ποηταὶ κυδαίνουσιν τάχα καὶ ῥήτορες, οὐχ ὡς «ἐριβώλακα» μόνον καὶ «κουροτρόφον» καὶ «εὔιππον» «εὔβοτόν» τε καὶ «εὔδιον» καὶ «ἀγλαὰ πάντα φέρουσαν», ἀλλὰ καὶ θεῶν ὕπο καὶ τοῦ Πυθίου «Γαίης μὲ πάσης τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἄμεινον» ποφηναμένων «ἵπποι τε Θεσσαλικαί». Βλ. και την επιστολή αρ. 20 (Wes terink, Lettres
d’un exile, 101.20–103.25), όπου ο Νικήτας θεωρεί ότι ο Βιθυνικός Όλυμπος, κέντρο μοναχισμού, υστερεί έναντι του θεσσαλικού Ολύμπου, γης των αρχαίων θεών.
52. Wes terink, Lettres d’un exilé, 113, 16-17: Οὔκουν ἐμοὶ νῦν δοκεῖ παρακμάσαι τὸ πόλισμα οὐδ’ ὡς γεγηρακυῖαν μὴ φέρειν τὰ κάλλιστα. Η αναφορά του Νικήτα απηχεί το μοτίβο της διαρκώς ανανεούμενης πόλης, που εμφανίζεται συχνά στους εγκωμιαστικούς λόγους των πόλεων, βλ. E. Fenster, Laudes Constantinopolitanae [MBM 9], München 1968, 148. Πρβ. το σχόλιο του Νικηφόρου Χούμνου για την Θεσσαλονίκη, Καλτσογιάννη, στο: Καλτσογιάννη – Κοτζάμ παση – Παρασκευοπούλου, Η Θεσσαλονίκη στη Βυζαντινή λογοτεχνία, 40-41.
53. Wes terink, Lettres d’un exilé, 115.29-39: ἔδει δὲ καὶ συχνοτέροις ἡμᾶς παραμυθεῖσθαι τοῖς γράμμασι. Τοῦτο γὰρ σου τῷ βαθμῷ καὶ τῇ ἱεραρχίᾳ προνόμιον, παρακαλεῖν τοὺς ἐν θλίψεσιν· οὐ μὴν ἀλλ’ ὅτι καὶ Θετταλός … ὅμως συμμετέχει του πάθους τῷ συμπολίτῃ συναλγεῖ τε καὶ συναφίσταται δοκῶν αὐτὸς πάσχειν ἅπερ ὁ φιλούμενος ἔπασχε.
54. Χ. Ζαφειρόπουλος, Η γη του «αλλόκοτου»: Η Θεσσαλία στην αθηναϊκή τραγωδία του 5ου αιώνα π.Χ., στο: 1ο Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Πολιτισμού της Θεσσαλίας, Πρακτικά Συνεδρίου, 9-11 Νοεμβρίου 2006, έκδ. Λ. Γκλεγκλέ, τ. 1, Θεσσαλονίκη 2006, 152-159.
55. Για την ζωή και το έργο του Ευσταθίου, βλ. A. Kazhdan – S. Franklin, Studies on Byzantine Literature of the Eleventh and Twelfth Centuries, Cambridge 1984, 115-195 [=Μελέτες στη Βυζαντινή Λογοτεχνία του 11ου-12ου αιώνα, μετ. Μ. Αυγερινού-Τζιώγα, Αθήνα 2007, 129-218] .
56. M. Van Der Valk, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem pertinentes ad fidem codicis Laurentianis, v. I, Leiden 1971, 516, 31 – 517, 31: Ἰστέον δὲ ὅτι περὶ Θεσσαλίας, ἧς μέρος αἱ ῥηθεῖσαι πόλεις, ἐν τοῖς τοῦ περιηγητοῦ ἐγράφη, ὅσα ἐχρῆν, ἐνταῦθα δὲ ἰστέον, ὅτι [τε καὶ οἱ Θετταλοὶ τρυφηταὶ ἦσαν ὡς δῆλον ἐκ τοῦ «τάδ’ οὐ Κόρινθος οὔτε Λαΐς, ὦ Σύρε, οὐδ’ εὐτραπέζων Θετταλῶν χείρ·517, 33-36: τῶν τις δὲ παλαιῶν ὀκνήσας περὶ τοῦ Θετταλοῦ σοφίσματος πολυλογῆσαί φησι· «Θεσσαλὸν σόφισμα ὡς πανούργων καὶ ποικίλων μαρτυρουμένων τῶν ἐκεῖ». ὡς εἶναι κατ’ αὐτὸν Θετταλὸν σόφισμα μὴ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ πανούργημα, καθὰ ἐμφαίνει καὶ Εὐριπίδης ἐν τῇ μονομαχίᾳ τῶν παιδῶν τοῦ Οἰδίποδος. Πρβ. Ζαφειρόπουλος, Η γη του «αλλόκοτου», 157.
57. Van Der Valk, Eustathii commentarii, 525, 18-20. Για την εικόνα και την ονομασία του ποταμού στις μεσαιωνικές πηγές, βλ. Στ. Γουλούλης – Γ. Ξυνογαλά, Μεσαιωνικές ονομασίες του Πηνειού: «ποταμός Λυκοστομίου», «Σαλαβρία» (Ιστορική και ετυμολογική προσέγγιση), στο: Άγιος Δημήτριος Στομίου. Ιστορία-Τέχνη-Ιστορική γεωγραφία του μοναστηριού και της περιοχής των εκβολών του Πηνειού, έκδ. Στ. Γουλούλης – Στ. Σδρόλια, Λάρισα 2010, 355-362.
58. Van Der Valk, Eustathii commentarii, 527, 21-23.
59. Σ. Πασχαλιδης, Τὸ ἀνώνυμο ἐγκώμιο στὸν ὅσιο Φώτιο τὸ Θεσσαλὸ (BHG 1545). Ἕνα ἀκόμη ἔργο τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης;, Βυζαντινά 28 (2008), 529-547.
60. Στα μέσα, για παράδειγμα του 11ου αιώνα, ζούσε στην Λάρισα η αρχοντική οικογένεια Νικουλιτζά, ένα μέλος της οποίας ηγήθηκε μιας τοπικής επανάστασης, βλ. Τσουγκαράκης, Κεκαυμένος, 18 και σποράδην. Α. Γ. Κ. Σαββίδης, Προοπτικές για ένα corpus Μεσαιωνικής Θεσσαλικής προσωπογραφίας, Πρακτικά Γ΄ Συνεδρίου Λαρισαϊκών Σπουδών, Λάρισα 1997, 65-82 [= Του Ιδ., Βυζαντινά-Τουρκικά-Μεσαιωνικά. Ιστορικές συμβολές, Αθήνα 2002, X], όπου και άλλες βιβλιογραφικές αναφορές.
61. Arsenij, Pohvalnoe slovo sv. Photiju Thessaliskomu, Novgorod 1897, 7. Περισσότερα για τον Βίο, βλ. S. A. Pasc halidis, The Hagiography of the Eleventh and Twelfth Century, στο: Research Companion to Byzantine Hagiography, I, 143-171, 147, ο οποίος έχει προαναγγείλει και νέα έκδοση.
62. Πασχαλίδης, Τὸ ἀνώνυμο ἐγκώμιο, 537 και 540-541.
63. I. Thurn (εκδ.), Ioannis Scylitzae Synopsis Historiarum [CFHB 5], Berlin 1973, 330.3-6. Η μετακομιδή των λειψάνων του αγίου Αχιλλίου από τον τσάρο Σαμουήλ ήταν το καθοριστικό γεγονός για την εξάπλωση της λατρείας του στα Βαλκάνια, όπως μαρτυρείται από την διάδοση της εικονογράφησης του αγίου σε ναούς της ηπειρωτικής Ελλάδας και των Βαλκανίων, βλ. Π. Χ. Παπαδημητρίου, Οι απεικονίσεις του αγίου Αχιλλείου στον Ελλαδικό χώρο και η διάδοση της τιμής του, ΔΧΑΕ 34 (2013), 179-190. St. Gouloulis, “ Καὶ νῦν τῶν θαυμάτων σου ἀφθόνως ἀπολάβουσι”: The “Ἕτερος κανών” to St. Achillios of Larisa (13th c.?) and the honor of his relics in the new national Churches of Balkan, Church Studies 12(2015), 459-473.
64. Βλ. Στ. Γουλούλης, Η «αοίκητος» Λάρισα και η αναστήλωση του καθεδρικού ναού του αρχαγγέλου Μιχαήλ Τρικάλων (c. 1332, 1362): Βιβλικά αρχέτυπα και ιστορικά πρότυπα, Βυζαντινά 29 (2009), 163-198.
65. Στ. Γουλούλης, Αντωνίου Λαρίσης. Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, Λάρισα 1991, 72.490-491. Για τη ζωή του Αντωνίου, βλ. PLP 1098.
66. Γουλούλης, Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, 73.519-521: καὶ πρὸς τούτοις ἐξορία τῆς ἀρχῆς μεταπεσούσης, εἰς ἑτέραν, τὴν Τρίβαλλον, ἐπιβουλαὶ κατὰ τὴν ὁδὸν θανάτου πολυειδοῦς, ὁμοίως τε καὶ κατὰ ἐν θαλάττῃ πορείαν.
67. P. Magdalino, Between Romaniae: Thessaly and Epirus in the Later Middle Ages, στο: Latin and Greeks in the Eastern Mediterranean after 1204, έκδ. B. Arbel et al., London-New Jersey 1989, 87-109, ειδ. 93.
68. Γουλούλης, Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, 73.541-74.547: Ὅ δὴ καὶ ἔλαβε τέλος, τῆς τῶν Λαρισσαίων πόλεως πρώτης τῆς τυραννίδος ἀπαλλαγείσης, ὡς καὶ πρώτης οὔσης καθέδρας αὐτῶν‧ εἶτα καὶ τῶν λοιπῶν καὶ τελευταῖον τῆς τῶν Τρικκαέων, τῆς θησαυρὸν ἐχούσης τὸ ἱερώτατον σκῆνος τοῦ θείου Κυπριανοῦ, καθάπερ τῆς τῶν Λαρισσαίων Ἀχιλλίου τοῦ μεγαλόφρονος, τῆς ἀνεξαντλήτου τῶν θαυμάτων πηγῆς. Ἐντεῦθεν γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐπανήλθομεν καὶ τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους αὐτῶν ἠσπασάμεθα τάφους.
69. Βλ. Γουλούλης, Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, 39. Διαφορετική άποψη εξέφρασε ο εκδότης του ομιλητικού corpus του ιεράρχη, ο οποίος υποστήριξε ότι η εκφώνησή τους πραγματοποιήθηκε στην πόλη των Τρικάλων, βλ. Β. Ψευτογκάς , Αντωνίου, αρχιεπισκόπου Λαρίσσης. Λόγοι Θεομητορικοί, Δεσποτικοί, Αγιολογικοί, Θεσσαλονίκη 2002, 32-33.
70. Γουλούλης, Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, 59-76. Για τον άγιο Κυπριανό βλ. PLP 13926.
71. Γουλούλης, Εγκώμιο εις τον άγιο Κυπριανό, 74.548-564: Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὑπερορίᾳ· … Ἡ γὰρ θαυμασία ἐν πόλεσι καὶ αὖθις δεξαμένη, μᾶλλον ἢ κατὰ τὸ πρόσθεν περὶ ἡμᾶς διετέθησαν … Καὶ γὰρ ἦν ἔτι πιεζομένη ἡ τὸν μεγαλομάρτυρα πλουτοῦσα καὶ προστάτην καὶ φύλακα, τὸν μυροχεύμονα θεῖον Δημήτριον ταῖς τριβαλλικαῖς ἐφόδοις, εἰ καὶ μὴ πολυειδέσιν ἐπιθέσεσιν καὶ πολιορκίαις τοῦ προστατοῦντος τῶν τοιούτων ἐκ μέσου γενομένου καὶ χρησαμένου τέλει τῆς βιοτῆς. Βραχὺν οὖν ἐν ταύτῃ χρόνον διαγαγὼν … πόλιν ἑτέραν ἐσκόπουν καταλαβεῖν.

.

Πηγή: Βυζαντινά Σύμμεικτα (αρχείο σε μορφή .pdf)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s