ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Η ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ !

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • Tηλεοπτικές Προτάσεις

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Κορίνα στο Η Μεγάλη Κυρά, η Αρχικαπετάνα,…
    Πετροβούβαλος στο Η Μεγάλη Κυρά, η Αρχικαπετάνα,…
    Κορίνα στο Η Μεγάλη Κυρά, η Αρχικαπετάνα,…
    Πετροβούβαλος στο Η Μεγάλη Κυρά, η Αρχικαπετάνα,…
    Κορίνα στο Η Μεγάλη Κυρά, η Αρχικαπετάνα,…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ γιά γερμ.ἀποζημιώσεις

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης «Ἕνας φλογερὸς πατριώτης καὶ γνήσιος φορέας τῆς ρωμαίικης παραδόσεως» (1824 – 24 Ιουλίου 1879)

Posted by Μέλια στο Ιουλίου 24, 2016

.

Βασιλικῆς Παπακώστα-Τρικαλιώτη πρεσβυτέρας

Γεννήθηκε στὴ Λευκάδα καὶ γαλουχήθηκε μὲ τὴν ἰδέα τῆς ἐλευθερίας τόσο τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ κατοχὴ καὶ κυριαρχία, ὅσο καὶ τῆς ὑπόδουλης μητέρας Ἑλλάδας ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Ἡ φλογερὴ ἀγάπη του πρὸς τὴν πατρίδα διαπερνᾶ τὴν ποίηση ἀλλὰ καὶ τὰ πεζά του κείμενα. Προσανατολίζει ὁλόκληρη τὴ ζωή του πρὸς τὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ σκοποῦ μὲ κάθε τρόπο: νὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθούμενη «ἐθνικὴ ἀναγέννησις», ἡ ἐθνική, δηλαδή, ἀνασυγκρότηση καὶ ἀνόρθωση.

Σημειώνουμε χαρακτηριστικὰ τρεῖς σταθμοὺς τῆς πατριωτικῆς δράσης του: ἀγωνίζεται μὲ θερμὸ πατριωτισμὸ γιὰ τὴν ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀντιπρόσωπος στὸ τοπικὸ κοινοβούλιο, ἀντιπροσωπεύει τὴ Λευκάδα στὴ Βουλὴ τῆς Ἀθήνας μετὰ τὴν ἕνωση (1864), ὀργανώνει ἀνεπίσημα τὴν ἐπανάσταση σὲ Ἤπειρο, Θεσσαλία καὶ Κρήτη ἀπὸ τὸ 1876 ὡς μέλος τῆς Κεντρικῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς. Στὰ τέλη τοῦ βίου του ἀποκαρδιώνεται γιὰ τὴν πορεία ἐπιλύσεως τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος, τόσο ἀπὸ τοὺς ἀνεπιτυχεῖς χειρισμοὺς τοῦ ἐπισήμου ἑλληνικοῦ κράτους, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν προδοτικὴ στάση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων.

Ποίηση καὶ δράση συμπορεύονται καὶ συστρατεύονται στὸν κοινὸ ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, τῆς αὐτονομίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδας.

Τὰ αἰσθήματα ξεχύνονται ἀσυγκράτητα (ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς ἀποκαλεῖ τὴν ποίησή του «ξεθύμασμα»): ἐνθουσιαστικὸ φρόνημα, νεανικὸ σφρῖγος, ἀγωνιστικὴ διάθεση, αἰσθήματα θαυμασμοῦ κι εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἥρωες τοὺς ἀφανεῖς καὶ ἐπωνύμους τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ζῆλος γιὰ μίμηση καὶ παραδειγματισμὸ τῶν νεωτέρων γενεῶν. Θεωρεῖ πρὸς τοῦτο ἱερὸ καθῆκον τῆς τέχνης του τὴν ἀληθῆ ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων, οὕτως ὥστε νὰ ἀναζωπυρωθῇ ἡ ἱστορικὴ μνήμη, νὰ ἀφυπνισθῇ ἡ ἐθνικὴ συνείδηση. «Συμπάσχει καὶ συνωδίνει», ὡσότου τὸ ἔθνος, ἀφοῦ ἀποτινάξει τὴν ὀκνηρία καὶ τὸν λήθαργο, ὁλοκληρώσει «τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας…τὸ ὁποῖον ἀφέθη ἀτελείωτον… καὶ πρέπει νὰ συμπληρωθῆ». Ἡ γλῶσσα του δὲν ἔχει, ἀσφαλῶς, τὴν κομψότητα καὶ καλλιέπεια τῶν «σολωμικῶν» ποιητῶν.

Ἀπηχεῖ τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ κυρίως τὸ κλέφτικο τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδας καὶ διανθίζεται μὲ πλῆθος λέξεων – φράσεων τῆς Λευκαδίτικης ντοπιολαλιᾶς. Ρωμαλέα ψυχὴ ἐκφράζεται μὲ ρωμαλέες ἐκφράσεις καὶ ποιητικοὺς τρόπους, ὅπως: τολμηρὲς εἰκόνες, συσσώρευση συνθέτων λέξεων, ρεαλιστικὲς περιγραφὲς μὲ στοιχεῖα βίας καὶ φρίκης, δραματικὲς συγκρούσεις καὶ διάλογοι, ἔντονα πάθη. Ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἐκφράζουν ἁδρὰ καὶ σθεναρὰ τὸν ἡρωισμὸ τῶν ἀνθρώπων ποὺ μέσα στὰ ἀπερίγραπτα δεινὰ τῆς δουλείας ἐπέδειξαν συνειδητὰ ἀκέραιο φρόνημα αὐτοθυσίας, αὐταπαρνήσε ως «μέχρις αἵματος» καὶ ψυχικοῦ με γαλείου. Αὐτὸ τὸ φρόνημα, κατὰ τὸν ποιητή, ἀρδεύτηκε ἀπὸ τὰ ζωοποιὰ νάματα τῆς ρωμέϊκης παραδόσεως, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἐκτρέφει πάντοτε τὰ τέκνα της. Ἂς σημειωθῆ τί λέγει σχετικὰ ὁ ποιητής: «Ἡ ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἡ ἱερὰ κιβωτός, ἔνθα προσέφυγε καὶ θαυμασίως διεσώθη ἀπὸ τῆς πλημμύρας τῶν ἀλλοφύλων τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνότητος».

Μέσα ἀπὸ τὴν ποίηση τοῦ Βαλαωρίτη, ἐκτὸς ἀπό «τὸ μεῖζον» πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ θερμουργὸς πρὸς τὴν πατρί δα ἀγάπη, ἀναδύονται καὶ ἐπὶ μέρους θέματα ποὺ ἀποκαλύπτουν ἕναν ποιητή, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀφομοι ώσει τὴ ρωμέϊκη παράδοση καὶ τὴν ἀποτυπώνει δημιουργικὰ σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο: μέσα στὶς ἐξόχως τραχεῖες συνθῆκες τῆς ζωῆς τῶν κλεφταρμα τωλῶν βλέπουμε νὰ ἀνα δύεται τὸ δυνατὸ φίλτρο τῆς φιλαλληλίας μέχρι σημείου αὐταπαρνήσεως, ἡ συγχωρητικότητα πρὸς τοὺς ἐχθρούς, ὁ ἁγνὸς νεανικὸς ἔρωτας καὶ ἰδίως τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς μετανοίας ἀποκαθαίρεται ἀπὸ τὰ στίγματα μεγαλυτέρων ἢ μικροτέρων ἁμαρ τημάτων.

Βλέπουμε, ἐπίσης, τὴν χριστο- καρτερικότητα στὰ μαρτύρια, τὴν ἀμετάθετη στάση ἀπέναντι σὲ δε- λεαστικὲς προτάσεις καὶ ἀπειλὲς πρὸς καταισχύνη τῶν τυράννων, τὴν ὑπομονετική «ἕως τέλους» ἀντιμετώπιση καὶ τῶν πιὸ δυ- νατῶν πειρασμῶν, τὴ νεανικὴ προθυμία ἀκόμα καὶ γερόντων νὰ ἀποδυθοῦν σὲ παλαίσματα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας… Τελειώνοντας, παραθέτουμε αὐτούσια ὅσα ἔγραφε πρὸς τὸν Τ. Φιλήμονα: «Τὸ θέμα μου εἶναι πάντοτε τὸ αὐτό: ἀνταγωνισμὸς διαρκὴς τοῦ ἑλληνισμοῦ κατὰ τῆς κατακτήσεως καὶ τοῦ ξενι σμοῦ…». Τὸ πρῶτο κιόλας δεῖγμα αὐτῆς τῆς θεματικῆς μᾶς δίνει τὸ 1842, μὲ ἕνα πρώιμο στιχούργημα κατὰ τῆς ἀγγλικῆς «Προστασίας». Ὁ κύκλος ὁλοκληρώνεται μὲ τὸν «Φωτεινό» (1879), τὸ ὡριμώτερο, κατὰ τοὺς κριτικούς, ἔργο του τὸ ὁποῖο, ἀνολοκλήρωτο, ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θάνατό του. Ἄλλα ἔργα του: «Στιχουργήματα», «Μνημόσυνα», «Κυρὰ Φροσύνη», «Θανάσης Διάκος», «Ἀστραπόγιαννος», «Ὁ βράχος καὶ τὸ κῦμα», «Ὁ ἀσπασμός», «Ὁ ἀνδριάς τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄», «Κανάρης», «Ὁ θάνατος τοῦ Μάρκου Μπότσαρη», «Ἡ Φανερωμένη», «Καλογιάννος» καὶ ἄλλα.

Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Εικόνα από:douridasliterature

.

Advertisements

2 Σχόλια to “Αριστοτέλης Βαλαωρίτης «Ἕνας φλογερὸς πατριώτης καὶ γνήσιος φορέας τῆς ρωμαίικης παραδόσεως» (1824 – 24 Ιουλίου 1879)”

  1. Reblogged στις Macedonian Ancestry.

  2. Πετροβούβαλος said

    «Ἡ Φυγή

    «Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
    τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
    Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
    ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.

    »Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
    Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
    Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
    κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.

    »Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ἀκοῦς πῶς σκούζουν!
    Οἱ λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
    Ἄνοιξ᾿ ἡ κόλαση καὶ μοῦ ξερνάει
    τὸν μαῦρον κόσμο της γιὰ νὰ μὲ φάει.

    »Βριόνη, πρόφθασε· ἀκόμη ὀλίγο,
    κι ἀπὸ τὰ νύχια τους δὲ θὰ ξεφύγω.
    Τ᾿ ἄλογο!… Γνώρισα τὴ φουστανέλα
    τοῦ ἐχθροῦ μου τ᾿ ἄσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

    »Δὲν τόνε βλέπετε, σὰ Χάρος φθάνει
    ψηλ᾿ ἀνεμίζοντας τὸ γιαταγάνι.
    Νιώθω τὸ χέρι του μὲς στὴν καρδιά,
    ποὺ πάει σπαράζοντας τὰ σωθικά.

    »Ἀνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
    ὅλα σὰ σίφουνας θὰ καταπιεῖ.
    Τὸ μάτι ἐπάνω μου ἄγρια στυλώνει,
    μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

    »Κρύο τὸ σίδερο χωνεύει, σφάζει.
    Ἀκοῦτε, ἀκοῦτε τον πῶς μοῦ φωνάζει.
    Νιώθω τὸ χνότο του φωτιὰ ζεστό,
    πὄρχετ᾿ ἐπάνω μου σὰ νά ῾ναι φιό.

    »Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο, Ὀμὲρ Βριόνη.
    Ὁ ἥλιος ἔπεσε, νύχτα σιμώνει…
    Ἄστρα, λυτρῶστε με· αὐτὴ τὴ χάρη
    ζητάει ὁ Ἀλήπασας, πιστὸ φεγγάρι.»

    Ἐμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
    μαῦρο σὰν κόρακας, χρυσὰ ντυμένο,
    ἄτι ἀξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
    καθάριο ἀράπικο, τὸ λὲν Βοριά.

    Χτυπάει τὸ πόδι του, σκάφτει τὸ χῶμα,
    δαγκάει τὸ σίδερο πὄχει στὸ στόμα.
    Ρουθούνια διάπλατα καὶ τεντωμένα
    ἀχνίζουν κόκκινα σὰν ματωμένα.

    Ἀκούει τὸν πόλεμο καὶ χλιμιτάει.
    Τ᾿ αὐτιά του τέντωσε, ἄγρια τηράει.
    Ὁλόρθ᾿ ἡ χήτη του, ὁλόρθ᾿ ἡ ὁρά,
    λυγάει τὸ σῶμα του σὰν τὴν ὀχιά.

    Σκώνεται λαίμαργο στὰ πισινά του.
    Λάμπουν τὰ νύχια του, τὰ πέταλά του.
    Λὲς καὶ δὲν ἔγγιζε κάτου στὴ γῆ…
    Κρῖμα ποὺ τό ῾θελαν γιὰ τὴ φυγή!…

    Ὁ Λάμπρος τό ῾βλεπε κι ἀπὸ τὴ ζήλεια
    κρυφ᾿ ἀναστέναξε, δαγκάει τὰ χείλια:
    «Ἄτι περήφανο, νὰ σ᾿ εἶχα ἐγώ,
    μέσα στὰ Γιάννινα ἤθελα μπῶ».

    Ὡστόσ᾿ ὁ Ἀλήπασας, ἀπὸ τὸν τρόμο,
    τὰ χήτη του ἅρπαξε, πετάει στὸν ὦμο…
    Σὰ βόλι γλήγορο, σὰν ἀστραπή,
    τὸ ἄτι χάθηκε μὲ τὸν Ἀλή.

    Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
    Τοὺς ἐκυνήγαε ἀχνὴ τρομάρα·
    νύχτα κατάμαυρη καὶ συγνεφιὰ
    γύρω τους στέκονται γιὰ συντροφιά.

    Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
    Αἵματα στάζουνε τὰ φτερνιστήρια·
    ἀφροὺς σὰ θάλασσα τ᾿ ἄλογο χύνει,
    σκιάζεται ὁ Ἀλήπασας, καιρὸ δὲ δίνει.

    Καθὼς διαβαίνουνε, τρίζει ἕνα ξύλο,
    φυσάει ὁ ἄνεμος, πέφτει ἕνα φύλλο,
    πουλάκι ἐπέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
    νεράκι πὄτρεχε μὲς στὸ λαγκάδι·

    ὅλα ὁ Ἀλήπασας, ὅλα τρομάζει,
    κρύος ὁ ἵδρωτας βρύση τοῦ στάζει.
    Τ᾿ ἄλογο αὐτιάζεται, δὲν ἀνασαίνει,
    τὰ πόδια ἐστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

    καὶ κειὸς τὰ δάχτυλα σφίγγει στὴ σέλα,
    τὰ μάτια του ἔβλεπαν παντοῦ Τζαβέλα.
    Παντοῦ τοῦ φαίνονται πὼς εἶν᾿ κρυμμένα
    σπαθιὰ ποὺ λάμπανε ξεγυμνωμένα.

    Μακριὰ τὰ γένια του, ἄσπρα σὰ χιόνι,
    τὰ παίρνει ὁ ἄνεμος, σκόρπια τ᾿ ἁπλώνει
    ἐμπρὸς στὸ στόμα του καὶ στὸ λαιμό,
    λὲς καὶ τὸν ἔχουνε γιὰ πινιμό.

    Καθὼς τὰ κύματα μὲ τὴ νοτιὰ
    τὴ νύχτα χάνονται στὴ σκοτεινιά,
    καὶ δὲν χωρίζουνε παρὰ οἱ ἀφροί των
    ψηλὰ ποὺ ἀσπρίζουνε στὴν κορυφή των,

    ἔτσι καὶ τ᾿ ἄλογο κεῖνο τὸ βράδυ
    σὰν κῦμα διάβαινε μὲς στὸ σκοτάδι,
    κῦμα ὁλοφούσκωτο καὶ σκοτεινό,
    πὄχει τ᾿ Ἀλήπασα τὰ γένια ἀφρό.

    Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
    Φθάνει, κ᾿ ἐδείλιασε τὸ μαῦρο τ᾿ ἄτι,
    φθάνει, καὶ τρέμουνε τὰ γόνατά του·
    ἀκοῦς πῶς βράζουνε τὰ σωθικά του!

    Λυσσάει ὁ Ἀλήπασας καὶ βλαστημᾷ.
    Τὸ φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
    Τὸ ἄτι φούσκωσε, βαριὰ μουγκρίζει,
    δίνει ἕνα πήδημα καὶ γονατίζει.

    Ἡ καρδιὰ μέσα του χτυπάει σφυρί,
    τ᾿ αὐτιά του γέρνουνε, πέφτει στὴ γῆ.
    Σπαράζει, ἀνδρειεύεται καὶ ροχαλιάζει,
    ἀπ᾿ τὰ ρουθούνια του τὸ αἷμα στάζει.

    K᾿ ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἄλογο ψυχομαχάει,
    βουβὸς στὴ λύσσα του ὁ Ἀλῆς τηράει,
    τηράει ἀνήσυχος, ἀχνός, νὰ ἰδεῖ.
    Τ᾿ αὐτιά του ἐτέντωσε ν᾿ ἀκουρμαστεῖ.

    Ἀκόμα σκιάζεται τοῦ ἐχθροῦ τὰ βόλια,
    καὶ ἁρπάζει τρέμοντας τὰ δυὸ πιστόλια.
    Τ᾿ ἄτι τὸ δύστυχο δίπλα στὸ χῶμα
    χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ἀκόμα,

    καὶ δὲν τὸν ἄφηνε καλὰ ν᾿ ἀκούσει
    ἂν κεῖν᾿ οἱ δαίμονες τὸν κυνηγοῦσι.
    Ἄφριασ᾿ ὁ Ἀλήπασας, καίετ᾿, ἀνάφτει,
    τὰ βόλια τὄφτεψε μὲς στὸ ριζαύτι.

    Τ᾿ ἄτι ἐταράχτηκε σὰν τὸ στοιχειὸ
    καὶ μ᾿ ἕνα μούγκρισμα μένει νεκρό.
    Τὸ μάτι ἀκίνητο καὶ καρφωμένο
    ἔμειν᾿ ἐπάνω του θολό, σβημένο.

    Ἀκούει πατήματα, φωνὲς πολλές…
    Ἄχ, τὸν ἐπρόδωκαν οἱ πιστολιές!
    Σιμώνει ὁ θόρυβος, τὸ αἷμα του πήζει,
    ἔπιασε τ᾿ ἄλογο γιὰ μετερίζι.

    Γιομίζει τ᾿ ἄρματα, καὶ στὸ μαχαίρι
    σιγὰ καὶ τρέμοντας ρίχνει τὸ χέρι.
    Ἀκούει ποὺ φώναζαν «Βιζίρη Ἀλῆ».
    K᾿ ἐκεῖνος ἕλιωνε σὰν τὸ κερί.

    Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορὰ
    ἀκούετ᾿ ὁ θόρυβος πλέον σιμά.
    Τὸ μάτι ὁλάνοιχτο ὁ Ἀλῆς καρφώνει:
    «Βοήθα με,» φώναξε, «Ὁμὲρ Βριόνη!»

    Ἔτσι ὁ Ἀλήπασας κυνηγημένος
    μπαίνει στὰ Γιάννινα σὰν πεθαμένος.
    Ὅσο κι ἂν ἔζησεν, ἡ φουστανέλα
    τοῦ Λάμπρου τὄστεκε στὰ μάτια φέλα.»

    Από τον Νεκτάριο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s