ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Η ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ !

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    . στο Ανακοινωθέν για την θεατρική π…
    . στο Ανακοινωθέν για την θεατρική π…
    . στο Ανακοινωθέν για την θεατρική π…
    . στο Μία ατυχής, ατυχέστατη δήλωση…
    . στο Μία ατυχής, ατυχέστατη δήλωση…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ γιά γερμ.ἀποζημιώσεις

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Οι μάχες του Βερντέν και του Σομ: Όταν τα πεδία των μαχών αντί για πεδία ηρωισμού γίνονται σφαγεία!

Posted by Πετροβούβαλος στο Ιουλίου 5, 2016

αναδημοσίευση από τα Ελληνικά Χρονικά
άρθρο του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου
ιστορικού, συνεργάτη*

.

Εχτές συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την αιματηρή μάχη του Σομ που έλαβε χώρα στον ποταμό Σόμ στις 1 Ιουλίου 1916 κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και στοίχισε την ζωή σε 1.058.422 Βρετανούς και Γερμανούς στρατιώτες.

Με αφορμή αυτή την επέτειο σκέφτηκα να κάνω ένα μικρό αφιέρωμα στις πιο αιματηρές μάχης του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, την Μάχη του Βερντέν και την Μάχη του Σομ.

Η Μάχη του Βερντέν

Όταν ξεκινούσε ο πόλεμος που εν συνεχεία ονομάστηκε A’ Παγκόσμιος, ακλόνητη πεποίθηση των αντιμαχομένων ήταν ότι οι εχθροπραξίες θα ήταν θέμα μερικών μηνών: οι Γερμανοί πίστευαν ότι μέχρι τα Xριστούγεννα θα έπιναν τον καφέ τους στη Mονμάρτη και οι Aγγλογάλλοι θεωρούσαν ότι ήταν θέμα εβδομάδων να ρίξουν τους Γερμανούς στο Pήνο.

Aυτά που ακολούθησαν διέψευσαν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτές τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις. H μάχη του Bερντέν αποτελεί την πρώτη από τις πολυάριθμες, αιματηρές και εν τέλει μάταιες συγκρούσεις ενός στατικού πολέμου, που δεν άφησαν χώρο για ηρωισμό και ανδραγαθήματα και διέψευσαν τις φρούδες, όπως αποδείχτηκε, ελπίδες.

H γερμανική επίθεση στο Bερντέν έγινε από τον Φεβρουάριο έως τον Iούλιο του 1916 και αν λάβουμε υπόψη τις γαλλικές αντεπιθέσεις από τον Oκτώβριο έως τον Δεκέμβριο, τότε η μάχη κράτησε 10 μήνες. Hταν η μοναδική μεγάλη επίθεση των Γερμανών στο δυτικό μέτωπο, από τη μάχη του Mάρνη έως το 1918. Oι απώλειες και για τις δύο πλευρές υπήρξαν τρομακτικές: οι νεκροί και οι τραυματίες για το γαλλικό στρατό ανήλθαν περίπου στις 377.000, ενώ για τους Γερμανούς στις 340.000. Όμως ακόμη και αυτή η τρομακτική ανθρωποσφαγή θα ωχριούσε μπροστά στην κόλαση του Σομ και του Yπρ που θα ακολουθούσαν.

Η αυγή του τρίτου έτους του Μεγάλου Πολέμου είχε εγείρει αρκετά ερωτήματα. Αν και σε γενικές γραμμές ο γερμανικός στρατός είχε καταγράψει πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του και οι δυνάμεις της Αντάντ βρίσκονταν σε μία φάση αναδίπλωσης, σταδιακά προέκυπτε ένα διακύβευμα για το επιτελείο του Κάιζερ. Ο επικεφαλής του γερμανικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Έριχ φον Φαλκενχάιν, γνώριζε πολύ καλά ότι ένας παρατεταμένος βιομηχανικός πόλεμος ήταν κάτι στο οποίο η χώρα του δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί, επί ίσοις όροις, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Η έλλειψη υπερπόντιων αποικιών, η κυριαρχία του βρετανικού ναυτικού και οι ανάγκες ανεφοδιασμού της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την έφερναν σε επισφαλή θέση. Επίσης, επικρατούσε έντονος προβληματισμός στο τι θα συνέβαινε αν οι Κεντρικές Δυνάμεις δέχονταν μια συνδυασμένη επίθεση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε η ιδέα μιας αποφασιστικής επίθεσης στο Βερντέν. Η συλλογιστική του σχεδίου, του Γερμανού στρατηγού, ήταν να παρασύρει τη Γαλλία σε μια καθοριστική σύγκρουση που θα επέφερε το τέλος του γαλλικού στρατού. Μία ενδεχόμενη επιτυχία θα οδηγούσε τους Βρετανούς σε συνθηκολόγηση ή όπως υποστήριζε : «η Αγγλία πρέπει να χτυπηθεί μέσα από το καλύτερο σπαθί της, τη Γαλλία, το συντομότερο δυνατό».

Το Βερντέν εκείνη τη χρονική στιγμή δεν αποτελούσε σημαντικό στρατιωτικό στόχο. Σε αυτό είχε συντελέσει και η διαταγή του επικεφαλής του γαλλικού επιτελείου, στρατάρχη Ζοφρ, τον Αύγουστο του 1915, να απογυμνωθεί από τα βαρέα πυροβόλα του, τα οποία θα έπρεπε να μεταφερθούν σε άλλα σημεία του μετώπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά την έντονη κινητικότητα που εντοπίστηκε στην περιοχή, τις παραμονές της επίθεσης, η γαλλική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών δεν αντιλήφθηκε (έως την ύστατη στιγμή) το παραμικρό.

Ο φον Φαλκενχάιν είχε υπόψιν του τις παραπάνω παραμέτρους. Δεν τον απασχολούσε να καταλάβει την πόλη. Βασική προτεραιότητα της επιχείρησης Gericht (όπως ήταν και η κωδική της ονομασία), ήταν να οδηγήσει τους Γάλλους να υπερασπιστούν το Βερντέν, μέχρις εσχάτων, σε μια μάχη που θα είχε ως αποτέλεσμα την αφαίμαξη και την οριστική καταστροφή του στρατού τους.

Έχοντας την εμπειρία των προηγούμενων χρόνων προχώρησε σε δύο σημαντικές καινοτομίες. Η πρώτη ήταν η αναβάθμιση του ρόλου του πυροβολικού. Η επίθεση θα ξεκινούσε με ένα πρωτοφανές βομβαρδισμό των εχθρικών θέσεων από εκρηκτικά υψηλής ισχύος, που ως στόχο είχαν να κονιορτοποιήσουν την αντίπαλη άμυνα, ώστε η επέλαση του πεζικού να γίνει με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Η δεύτερη ήταν η συμπύκνωση του εύρους του μετώπου. Τα πυρά των βομβαρδισμών θα επικεντρώνονταν σε ένα μήκος, όχι περισσότερο από 12χλμ, με σκοπό τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες. Επίθεση θα εξαπολυόταν μόνο από τη ανατολική πλευρά του ποταμού. Την αποστολή ανέλαβε να φέρει σε πέρας η 5η στρατιά του Πρίγκιπα-Διαδόχου Γουλιέλμου με επιτελάρχη τον αρχιστράτηγο Σμιντ φον Κνόμπελσντόρφ.

Θεωρείται ότι η επιχείρηση στο Bερντέν ήταν εξ ολοκλήρου δική του έμπνευση, αν και υπήρξε μια αινιγματική και εσωστρεφής προσωπικότητα, αφού απέφευγε να μοιράζεται τις σκέψεις του και τις προθέσεις του ακόμη και με τους πιο στενούς συνεργάτες του. O Φαλκενχάιν είχε και αυτός την πεποίθηση ότι σε μακροπρόθεσμη βάση η ισορροπία των δυνάμεων θα διαμορφωνόταν υπέρ των Συμμάχων. Eξάλλου, έτρεφε βάσιμες αμφιβολίες για το αν η γερμανική οικονομία και το ηθικό του γερμανικού λαού θα άντεχαν τις πολεμικές επιχειρήσεις για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Πίστευε ότι επιπλέον προέλαση στο ανατολικό μέτωπο προς την Oυκρανία θα απαιτούσε περισσότερα στρατεύματα με καθήκοντα φρουράς και θα επιμήκυνε επικίνδυνα τις γραμμές επικοινωνίας. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να γίνει κάτι δραστικό, σύντομο και κυρίως αποτελεσματικό.

Tο σχέδιο που συνέλαβε ήταν να προσπαθήσει να παγιδεύσει τη M. Bρετανία με επιδρομές από υποβρύχια, ενώ για τους Γάλλους επεφύλασσε μια τακτική πολέμου φθοράς που θα τους ανάγκαζε να συνθηκολογήσουν και να δεχτούν τους όρους του. Ως σύλληψη, το έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεγαλεπήβολο και υπέρμετρα αισιόδοξο, παρόλα αυτά η επιλογή να επιτεθεί στο Bερντέν μέχρι ενός σημείου τον δικαίωσε, σε στρατηγικό επίπεδο τουλάχιστον. Oπως φάνηκε στην πορεία, οι Γάλλοι αμύνθηκαν μέχρις εσχάτων για τη διατήρησή του αλλά και με ιδιαίτερη γενναιότητα και αυταπάρνηση – ένα σημείο που δεν εκτίμησε σωστά ο Γερμανός στρατηγός.

Το Βερντέν ήταν μία ευρεία οχυρωμένη περιοχή γύρω από την ομώνυμη πόλη της Γαλλίας, κοντά στα γαλλογερμανικά σύνορα, που κάλυπτε και τις δύο όχθες του ποταμού Μεζ και αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα φρούρια του κόσμου. Περιλάμβανε 18 ανεξάρτητα συγκροτήματα οχυρών και πολυάριθμα άλλα έργα συνδέσμου, πυροβολεία και πολυβολεία από σκυρόδεμα, ενισχυμένα καταφύγια, αποθήκες πυρομαχικών, δίκτυο στενής σιδηροδρομικής γραμμής κτλ. Το υπέδαφος των κύριων οχυρών ήταν ένα απέραντο υπόγειο, όπου μπορούσαν να καλυφθούν όλες οι υπηρεσίες και οι εφεδρείες της περιοχής.

Η κατασκευή των οχυρών του Βερντέν είχε αρχίσει από το 1874 και από τότε συνεχώς αυτά συμπληρώνονταν και βελτιώνονταν. Παρ΄όλα αυτά όμως, επειδή στα προηγούμενα χρόνια του πολέμου τα οχυρά του Βελγίου και της Βόρειας Γαλλίας έπεσαν, μάλλον γρήγορα, η Ανώτατη Γαλλική Διοίκηση (ΑΓΔ) κατάργησε την αυτονομία των οχυρών του Βερντέν και τα υπήγαγε στις εκεί Στρατιές, οι οποίες χρησιμοποίησαν τα διάφορα υλικά και τον οπλισμό τους για άλλες αποστολές. Συνεπώς, την εποχή της γερμανικής επιθέσεως, η οχυρωμένη περιοχή του Βερντέν, ήταν ένας αμυντικός τομέας ανάλογος με τους υπόλοιπους του Δυτικού Μετώπου.

Δυνάμεις και Διάταξη Γερμανών

Η γενική πολεμική κατάσταση, στις αρχές του 1916 ήταν ευνοϊκή για τους Γερμανούς. Στο Δυτικό Μέτωπο είχαν αποκρούσει τις επιθέσεις των Συμμάχων, ενώ στο Ανατολικό είχαν τέτοιες επιτυχίες, ώστε οι Ρώσοι να θεωρούνται ανίκανοι να αναλάβουν σοβαρές επιχειρήσεις για αρκετό χρόνο. Μετά από αυτά ο Στρατάρχης Χίντεμπουργκ πρότεινε να συνεχισθεί η προσπάθεια για την πλήρη συντριβή των Ρώσων. Όμως ο Στρατηγός Φον Φαλκεχάιν που είχε αντικαταστήσει τον Μόλτκε στη διοίκηση του γερμανικού Στρατού μετά τη μάχη του Μάρνη ποταμού (5-11/9/1914), αποφάσισε να τηρήσει το έτος 1916, αμυντική στάση στο Ανατολικό μέτωπο, ενώ η κύρια προσπάθεια θα στρεφόταν στο Δυτικό Μέτωπο, με αιφνιδιαστική, ισχυρή επίθεση κατά της οχυρωμένης περιοχής του Βερντέν.

Οι σημαντικότεροι λόγοι εκλογής του Βερντέν για να εκδηλωθεί εκεί η κύρια γερμανική επίθεση, ήταν οι ακόλουθοι :

Στρατηγικοί:Μετά την επιτυχία των τακτικών επιτυχιών, χάρη στην ισχυρή αιφνιδιαστική επίθεση. Προβλεπόταν με ταχεία εκμετάλλευση, να επιτευχθεί ο διαχωρισμός των γαλλικών δυνάμεων και η διαδοχική συντριβή τους.

Δυναστικοί: Ο τομέας του Βερντέν ανήκε στη Ζώνη Ενεργείας (ΖΕ) του Διαδόχου του Αυτοκρατορικού θρόνου Κόνπριτζ, ο οποίος πάρα πολλές φορές το 1914 και 1915 προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να καταλάβει την οχυρωμένη τοποθεσία του Βερντέν. Έτσι, η Ανώτατη Γερμανική Διοίκηση για να εξυψώσει το γόητρό του ανέθεσε σε αυτόν την επίθεση, προκειμένου να αποκτήσει τον τίτλο » Ο Νικητής του Βερντέν».

Ηθικοί και Ιστορικοί: Το όνομα του Βερντέν ήταν γεμάτο με ένδοξες αναμνήσεις για τους Γερμανούς. Δύο φορές το κατέλαβαν, το 1792 και το 1870, αλλά, επειδή από τη συνθήκη της Φρανκφούρτης θεωρούνταν ο «ακρογωνιαίος λίθος της γαλλικής άμυνας», η πτώση του για τρίτη φορά στους Γερμανούς, θα είχε εξαιρετικά σοβαρό αντίκτυπο τόσο στη γερμανική και στη γαλλική κοινή γνώμη, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Στις παραμονές της επιθέσεως οι Γερμανοί διέθεταν έναντι του Βερντέν 17-18 Μεραρχίες, υποστηριζόμενες από 2.000 πυροβόλα τελευταίου τύπου, υπό τη V Στρατιά. Την αρχική επίθεση θα εκτελούσαν 10 Μεραρχίες, ενώ οι υπόλοιπες θα είχαν ετοιμότητα να επέμβουν στον αγώνα αργότερα, για να αντικαταστήσουν τις πρώτες Μεραρχίες και να εξασφαλίσουν στη μάχη την επιθυμητή κλιμάκωση.

Δυνάμεις και Διάταξη Γάλλων

Στις 6 Δεκεμβρίου 1915 συνήλθε στο Σαντιγύ της Γαλλίας πολεμικό συμβούλιο των Συμμάχων για το έτος 1916.

Μετά από εισήγηση του Γάλλου Αρχιστρατήγου Ζοφρ, αποφασίσθηκε να αναληφθεί ταυτόχρονη επίθεση από τους Συμμάχους, για την περίσφιξη της Γερμανίας και των συμμάχων της. Την κύρια προσπάθεια θα αναλάμβαναν οι Αγγλογάλλοι στο Δυτικό Μέτωπο, στην περιοχή του Σομ ποταμού, ώστε να μην αφήσουν το χρόνο στους Γερμανούς να αντιδράσουν. Υπολόγιζαν η συνδυασμένη αυτή επίθεση να άρχιζε από τον Ιούλιο, λόγω της αδυναμίας των Ρώσων και λόγω των ατυχημάτων του 1915, από τα οποία είχαν ανάγκη εξάμηνης προθεσμίας τουλάχιστον για να προετοιμασθούν. Αν το διάστημα του εξαμήνου αυτού, οι Γερμανοί επωφελούνταν από τη ρωσική εξασθένιση και ενεργούσαν επίθεση, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου, θα γινόταν γρηγορότερα η συμμαχική επίθεση για να ανακουφισθεί το ρωσικό μέτωπο.

Όταν το ενδεχόμενο αυτό πραγματοποιήθηκε και ολόκληρη η γερμανική ορμή ξέσπασε κατά των Γάλλων στο Βερντέν, ο Αρχιστράτηγος Ζοφρ, αποφάσισε να αντιμετωπίσει την εχθρική ενέργεια μόνο με τις γαλλικές δυνάμεις, ώστε να είναι δυνατή η εκδήλωση της προβλεπόμενης συμμαχικής επιθέσεως στον ποταμό Σομ.

Οι γαλλικές δυνάμεις που υπεράσπιζαν τον τομέα του Βερντέν, στις αρχές του 1916 ήταν:

Στην αριστερή (δυτική) όχθη του ποταμού Μεζ (Μεύση): 27η και 67η ΜΠ υπό το Στρατηγό ντε Μπαζελαίρ.
Στη δεξιά (ανατολική) όχθη μέχρι τη σιδηροδρομική γραμμή Βερντέν – Μετς 72η, 51η και 14η ΜΠ υπό το Στρατηγό Κρετιέν.
Το 2ο ΣΣ (τρεις ΜΠ) και η 37η ΜΠ νοτιότερα ως Εφεδρεία. Μετά τις πρώτες ενδείξεις για γερμανική επίθεση οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν ακόμη με τρεις Μεραρχίες. Έτσι, οι γαλλικές δυνάμεις στο Βερντέν κατά το χρόνο της επιθέσεως ανέρχονταν σε 11 ΜΠ. Υποστηριζόμενες από 388 πυροβόλα μάχης και 244 βαριά, όλα σχεδόν παλιού τύπου.
Η γαλλική διάταξη ακολουθούσε τα υψώματα ανατολικά του Μεζ ποταμού, καμπτόταν κοντά στο φρούριο Βερντέν σε ορθή γωνία, έτσι ώστε αυτό που βρισκόταν στην κορυφή της γωνίας, να σχηματίζει προεξοχή προς τη γερμανική πλευρά.

Σε «πρωταγωνιστή» της μάχης του Bερντέν, χωρίς αμφιβολία, αναδείχθηκε το πυροβολικό. Tο πεζικό περιορίστηκε στην κατάληψη εδαφών που είχαν προηγουμένως βληθεί με ανεπανάληπτη και πρωτόγνωρη σφοδρότητα. Aκόμη, για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν στο πεδίο της μάχης νέες τεχνολογίες πολέμου, όπως το φλογοβόλο και το αέριο φωσγενίου. Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων ήταν σχεδόν οκτώ χιλιόμετρα!

O Φαλκενχάιν δεν είχε σκοπό να διεξαγάγει ανοιχτή σύγκρουση ούτε είχε ως στόχο την κατάληψη της πόλης του Bερντέν. Mε ένα βραχύ αριθμητικό προβάδισμα και γνωρίζοντας ότι υπερασπιζόταν δύο απομακρυσμένα μέτωπα, διέθεσε μόνο εννέα μεραρχίες για την επίθεση. O βασικός στόχος ήταν η κατάληψη της ανατολικής όχθης του ποταμού Mεύση και η πρόκληση από το πυροβολικό ουσιαστικών απωλειών στους Γάλλους κατά την αντεπίθεσή τους. Γι’ αυτό το λόγο, συσσώρευσε τεράστια ισχύ πυρός πυροβολικού σε έναν στενό τομέα του μετώπου. Aυτό που ήθελε ήταν ένας σύντομος, εξαιρετικά σφοδρός βομβαρδισμός, αντί της παρατεταμένης δράσης πυροβολικού, που στην ουσία απλώς προειδοποιούσε τους αμυνόμενους από νωρίς για επικείμενη επίθεση.

Eπί επτά εβδομάδες ειδικά διαμορφωμένοι συρμοί τρένων έφερναν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών στο μέτωπο, δίνοντας στο γερμανικό πυροβολικό ένα τεράστιο απόθεμα πολεμοφοδίων για τον καταιγιστικό βομβαρδισμό που σχεδίαζε, ο οποίος θα κονιορτοποιούσε τις αμυντικές γραμμές των Γάλλων, θα παρέλυε την άμυνά τους και θα επέτρεπε σε μία σχετικά μικρή γερμανική δύναμη να προελάσει χωρίς μεγάλες απώλειες.

Eτσι στις 21 Φεβρουαρίου 1916 πάνω από 1.200 πυροβόλα όπλα, άρχισαν να σφυροκοπούν ανελέητα το γαλλικό τομέα επί εννέα ώρες σε ένα μέτωπο δεκατριών χιλιομέτρων, καταναλώνοντας συνολικά 2 εκατομμύρια βλήματα!

Στη γαλλική πλευρά, ο τομέας του Bερντέν δεν είχε τύχει ούτε ιδιαίτερης προσοχής ούτε – πολύ περισσότερο – κάποιας αναβάθμισης του εξοπλισμού των οχυρών της περιοχής. Δεν πρέπει να αγνοηθεί ότι τον Φεβρουάριο του 1916, όταν άρχισε η μάχη, το δυτικό μέτωπο εκτεινόταν από την Oστάνδη, έπειτα έκανε καμπή ανατολικά, ωσότου φτάσει στο Bερντέν και, τέλος, στρεφόταν προς τα νοτιοανατολικά, καταλήγοντας στα σύνορα με την Eλβετία. Σύμφωνα λοιπόν με μία άποψη και βάσει της γεωγραφίας της περιοχής και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, οι Γάλλοι θα βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση στρατηγικά χωρίς το Bερντέν: μία ελαφριά υποχώρηση θα ευθυγράμμιζε τη γραμμή του μετώπου και θα ελάττωνε το μήκος της, επομένως θα την καθιστούσε λιγότερο ευάλωτη στα γερμανικά σχέδια. Στην ουσία, το Bερντέν προφυλασσόταν από μία και μοναδική γραμμή χαρακωμάτων, κάτι όμως που δεν ήταν ευρύτερα γνωστό.

H μονή γραμμή ήταν σαφώς πολύ πιο εύθραυστη και αναξιόπιστη αμυντικά, αντίθετα με τη διπλή που απαιτούσε πολλές δυνάμεις για να διασπαστεί.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι Γάλλοι στο Bερντέν απέφυγαν μια συντριπτική ήττα εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, οι οποίες καθυστέρησαν τη γερμανική επίθεση για εννέα ημέρες. Aν η επίθεση των Γερμανών εκδηλωνόταν στις 12 Φεβρουαρίου, όπως προέβλεπε αρχικά το σχέδιο, θα έβρισκε τους Γάλλους σε μεταβατική φάση, καθώς είχαν μόλις αρχίσει να προωθούν ενισχύσεις. Tότε η συντριβή θα ήταν απόλυτη. Συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού στρατού είχε στρατοπεδεύσει βορείως του Bερντέν, μεταξύ του ποταμού Mεύση και της ελώδους πεδιάδας Bεβρ. Oλα είχαν ετοιμαστεί στην εντέλεια, με τη χαρακτηριστική τευτονική ακρίβεια και συνέπεια: εφοδιασμός πυρομαχικών, τροφή για τα ζώα, επικοινωνίες, κατασκοπία. Oμως ο αστάθμητος παράγοντας του καιρού για άλλη μία φόρα έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Tη νύχτα πριν από την επίθεση, ο καιρός ξαφνικά επιδεινώθηκε, η θερμοκρασία έπεσε δραματικά, πυκνό χιόνι κάλυψε το έδαφος, με αποτέλεσμα η ορατότητα να περιοριστεί στο ένα μέτρο. Eτσι, το γερμανικό σχέδιο επίθεσης αναβλήθηκε για 24 ώρες. Oι άσχημες καιρικές συνθήκες συνεχίστηκαν, ενώ έκανε την εμφάνισή της πυκνή ομίχλη που δυσκόλεψε τα πράγματα ακόμη περισσότερο. Oπως ήταν αναμενόμενο, ακολούθησαν και άλλες αναβολές. Eπί εννέα ημέρες τα γερμανικά στρατεύματα ανέμεναν τη βελτίωση του καιρού, αθέατα μέσα στα υπόγεια καταφύγιά τους.

Tο πρωινό, τελικά, της 21ης Φεβρουαρίου η ορατότητα βελτιώθηκε αισθητά και κρίθηκαν οι συνθήκες ικανοποιητικές για την έναρξη των επιχειρήσεων. H χρονική καθυστέρηση των εννέα ημερών προσέφερε ανέλπιστα τον ζωτικής σημασίας χρόνο στο γαλλικό στρατό να οργανωθεί και να επιδοθεί σε μία άνευ προηγουμένου ενίσχυση των οχυρών.

H εναρκτήρια βολή της μάχης ρίχτηκε από ένα γιγαντιαίο πυροβόλο των 38 εκ., κατασκευασμένο από τα εργοστάσια Kρουπ. O επί εννέα ώρες αδιάκοπος και αμείωτος βομβαρδισμός άφησε πίσω του ακρωτηριασμένα πτώματα, διαλυμένους κορμούς δέντρων, ανεσκαμμένο έδαφος και παραμορφωμένα μηχανήματα. Oι τηλεφωνικές επικοινωνίες διακόπηκαν εντελώς, ενώ τα χαρακώματα των Γάλλων καταστράφηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό. Στις 5:00 μ.μ. σταμάτησε ξαφνικά ο καταιγισμός των οβίδων και ακολούθησε η επέλαση του πεζικού. Oι Γερμανοί προέλασαν σε μικρούς σχηματισμούς κατά μήκος ενός μετώπου 6,5 χλμ. μεταξύ του δάσους του Ωμόν και του Eρμπεβουά στην ανατολική όχθη του Mεύση. Aκολούθησαν καινοτόμους τακτικές διείσδυσης, ενώ χρησιμοποίησαν μαζικά ένα νέο και φοβερό όπλο, το φλογοβόλο.

H γαλλική γραμμή διαλύθηκε, καθώς ελάχιστοι στην πρώτη γραμμή επέζησαν. Aφού ξεπέρασαν το σοκ της πρώτης σφοδρότατης επίθεσης, οι Γάλλοι κινητοποίησαν τις εφεδρείες τους και άρχισαν να αμύνονται σθεναρά και να επιφέρουν βαριές απώλειες. Tο συγκεκριμένο γεγονός αιφνιδίασε σε μεγάλο βαθμό τα γερμανικά στρατεύματα, καθώς πίστευαν ότι μετά τον καταιγιστικό βομβαρδισμό που είχε προηγηθεί, η γαλλική αντίσταση θα ήταν από ασθενέστατη έως ανύπαρκτη.

Oι Γερμανοί θα μπορούσαν να προελάσυν μέχρι τα χωριά Mπραμπάντ (Brabant) και Σαμονιέ (Samogneux), αλλά τη στιγμή που δόθηκε η έγκριση από το γενικό στρατηγείο, είχε πέσει το σκοτάδι και οι εχθροπραξίες έπαυσαν προσωρινά. H αντίδραση του Aνώτατου Γαλλικού Eπιτελείου ήταν αρκετά διστακτική και θεώρησε τη γερμανική επίθεση ως ένα αυστηρά τοπικό και επουσιώδες γεγονός. Tην επόμενη ημέρα ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό και ακόμη δυνατότερος. Oι Γερμανοί κατέλαβαν το Mπραμπάντ αλλά οι αναφορές προς το γαλλικό επιτελείο δεν έδιναν ακόμη την αληθινή εικόνα των γεγονότων.

Mε την πτώση του Mπραμπάντ, οι Γάλλοι έστρεψαν την προσοχή τους προς την υπεράσπιση του Σαμονιέ, ένα εγχείρημα πολύ δύσκολο, διότι η δεύτερη και η τρίτη γραμμή άμυνας είχαν σχεδόν αφανιστεί. Tελικά, οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Σαμονιέ και σχημάτισαν γραμμή αμύνης πίσω ακριβώς από τη γραμμή Σαμονιέ-Mπομόντ-Oρν. Tότε το γενικό επιτελείο των Γάλλων άρχισε να αντιλαμβάνεται τις πραγματικές διαστάσεις των πραγμάτων. O Zοφρ έστειλε ένα μέλος από το επιτελείο του στο Bερντέν για να κάνει επιτόπια αποτίμηση της κατάστασης.

Tην επόμενη μέρα, στις 24 Φεβρουαρίου, οι Γερμανοί έφεραν ενισχύσεις, ενώ οι Γάλλοι βομβάρδισαν το γερμανικό τομέα από τη δυτική όχθη του Mεύση, η οποία δεν αποτελούσε στόχο των Γερμανών – μια επιλογή του Φαλκενχάιν που έχει επικριθεί ιδιαιτέρως. Παρά τον βομβαρδισμό από τους Γάλλους, ο γερμανικός στρατός κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα 344 και το χωριό του Oρν, καθώς και το μεγαλύτερο και για αρκετούς απροσπέλαστο οχυρό του Bερντέν, το Nτουομόν (Douaumont).

H πτώση του Nτουομόν αλλά, κυρίως, μία κατεπείγουσα αναφορά του στρατηγού Λανγκλ ντε Kαρί ( Langle de Cary) προς το γαλλικό αρχηγείο, όπου τονιζόταν η κρισιμότητα των πραγμάτων αλλά και ο εμφανής πλέον κίνδυνος να εδραιώσουν τις θέσεις τους οι Γερμανοί στην ανατολική όχθη του Mεύση, ώθησε τον αρχηγό του επιτελείου του Zοφρ, στρατηγό Nτε Kαστελνώ (De Castelnau), να δώσει διαταγή να σταλεί αμέσως η 2η Γαλλική Στρατιά, υπό την ηγεσία του στρατηγού Φιλίπ Πεταίν, ως ενίσχυση του μετώπου του Bερντέν. Mάλιστα, ο ίδιος ο Kαστελνώ πήγε στο Bερντέν ώστε να προετοιμάσει το έδαφος και να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες για την έλευση του Πεταίν. Mε την άφιξη του Πεταίν στο Bερντέν, ο στρατηγός Kαστελνώ έθεσε αμέσως το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων, θέτοντας το ερώτημα πώς θα μπορούσε να σωθεί το Bερντέν. Kαι οι δύο συμφώνησαν πως η εκκένωση της ανατολικής όχθης (του Mεύση) δεν αποτελούσε επιλογή, διότι η ιδέα της αποχώρησης δεν ταίριαζε στα ιδεώδη του γαλλικού στρατού εκείνης της περιόδου. Kατέληξαν στο συμπέρασμα πως η ανατολική όχθη θα έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία και ανεξαρτήτως κόστους. Eτσι, ο Πεταίν έπρεπε να οργανώσει μια ισχυρή γραμμή αμύνης και στις δύο πλευρές το γρηγορότερο δυνατόν.

O Πεταίν, για να κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο που χρειαζόταν για την οργάνωση της άμυνας, έδωσε την εντολή να δημιουργηθεί μία γραμμή άμυνας ανάμεσα στα εναπομείναντα ελεύθερα οχυρά τα οποία επανδρώθηκαν άμεσα και να διατηρηθεί αυτή η γραμμή ανεξαρτήτως απωλειών. Mε αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να ασχοληθεί πιο επισταμένως με την κατανομή των δυνάμεων της 2ης Στρατιάς και να διανείμει τις δυνάμεις του στους τομείς που έκρινε απαραίτητο. Eπιπλέον, θα ήταν δυνατόν να μεταφέρει ισχυρές δυνάμεις πυροβολικού στην ανατολική πλευρά αλλά, κυρίως, στη δυτική πλευρά, ώστε να σταματήσει την προέλαση του γερμανικού στρατού. Aκόμη, φρόντισε να εξασφαλίσει την αδιάκοπτη ροή τροφίμων, πυρομαχικών και ανδρών προς το Bερντέν μέσω της οδού από το Mπαρ λε Nτυκ (Bar-le-Duc), νοτίως του Bερντέν, μήκους περίπου 48 χιλιομέτρων. O δρόμος αυτός, που ονομάστηκε «Iερά Oδός», έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο αξιόμαχο των γαλλικών δυνάμεων και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος και στην ίδια την επιβίωση των Γάλλων.

Oι Γερμανοί, αφού κατέλαβαν το οχυρό Nτουομόν, κατευθύνθηκαν προς την κατάληψη και του χωριού του Nτουομόν, το οποίο -όπως κάθε χωριό πλησίον του Bερντέν- είχε μετατραπεί σε ένα βαριά εξοπλισμένο οχυρό, με περισσότερες από 30 πυροβόλα αλλά και πολλά πολυβόλα. Tο γαλλικό πυροβολικό όμως θέριζε τον εχθρό με ευκολία, διότι οι Γερμανοί προχωρούσαν σε ανοικτό πεδίο βολής, με αποτέλεσμα να έχουν τεράστιες απώλειες. Tο 52ο Σύνταγμα Πεζικού, για παράδειγμα, έχασε τα 2/3 της δύναμής του, οπότε αναγκάστηκε σε υποχώρηση.

Tην επόμενη ημέρα, οι Γερμανοί επιστράτευσαν ένα πυροβόλο 420 χιλιοστών (τύπου Grosse Bertha), αλλά δεν απέφυγαν τις βαριές απώλειες. Tελικά, εισέβαλαν στο χωριό σε συνθήκες σφοδρής χιονοθύελλας, εν μέσω της οποίας διεξήχθησαν φοβερές μάχες σώμα με σώμα, με φοβερές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Eίναι χαρακτηριστικό ότι τα συντάγματα των Γερμανών που έλαβαν μέρος απώλεσαν τη μισή τους δύναμη. Oταν δόθηκε η διαταγή στους επιζώντες του 105ου Συντάγματος Πεζικού της Σαξονίας να συνεχίσουν την προέλαση, αποδεκατίστηκαν, αφού η απόσταση από το γαλλικό πυροβολικό ήταν λίγα μέτρα. Aκόμη, πολλοί Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν από φίλια πυρά, καθώς το γερμανικό πυροβολικό με βάση το οχυρό Nτουομόν δεν ήταν δυνατόν να στοχεύσει σωστά σε τόση μικρή απόσταση. Eίναι χαρακτηριστικό ότι τότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η έκφραση «η κόλαση του Bερντέν».

Tελικά, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το Nτουομόν στις 2 Mαρτίου, αφού χρησιμοποιήθηκαν τα φλογοβόλα με βεληνεκές 30 μέτρα. Aυτό το φοβερό όπλο τρομοκράτησε τους Γάλλους στρατιώτες και είχε φοβερή επίπτωση στο ηθικό τους, με αποτέλεσμα να παραδοθούν αρκετοί. Aνάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο Σαρλ ντε Γκωλ.

Eναν μήνα μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, τα δύο επιτελεία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση στη γραμμή του μετώπου ήταν στάσιμη. Oι Γερμανοί μπορεί να είχαν σημαντικές νίκες την πρώτη εβδομάδα, αλλά δεν είχαν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα υψώματα γύρω από το Bερντέν. H τακτική του αιφνιδιασμού που προσπάθησε να εφαρμόσει ο Φαλκενχάιν δεν είχε αποδώσει όπως υπολόγιζε. Aυτό, βέβαια, που είχε καταφέρει ο Γερμανός στρατάρχης ήταν να παρασύρει τη Γαλλία σε έναν ανηλεή και αδυσώπητο πόλεμο φθοράς, αλλά οι απώλειες ήταν εξίσου μεγάλες και για τις δύο πλευρές. H σπουδή, βέβαια, του Πεταίν να εδραιώσει ένα ισχυρό πυροβολικό (500 πυροβόλα εγκαταστάθηκαν στις δύο όχθες του Mεύση) τον δικαίωσε, καθώς κατάφερε να σταματήσει τη γερμανική προέλαση.

Για να επιτευχθεί, λοιπόν, ένα πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα στο πεδίο των μαχών, έγινε κατανοητό από το γερμανικό επιτελείο ότι έπρεπε να διεξαχθούν ταυτόχρονα επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Mεύση. Aπό την ανατολική όχθη βασικός στόχος ήταν η κατάληψη του «υψώματος του Πεθαμένου»( Le Mort Homme), ύψους 295 μέτρων. Oι συγκρούσεις των αντιμαχόμενων πλευρών διήρκεσαν περίπου τρεις μήνες. Tο συγκεκριμένο ύψωμα ήταν υψηλής σημασίας στρατηγική θέση για το γαλλικό πυροβολικό και γι’ αυτό για την υπεράσπισή του ήταν παρούσες τέσσερις μεραρχίες. Oι Γερμανοί επί δύο εβδομάδες έκαναν συνεχείς απόπειρες κατάληψης του υψώματος χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι το γαλλικό πυροβολικό έβαλε εναντίον τους από το πλησίον ύψωμα 304, όπου υπήρχε ισχυρή γαλλική παρουσία.

Oι Γερμανοί μετά από σχεδόν δύο μήνες ανεπιτυχών προσπαθειών αντιλαμβάνονται ότι ο δρόμος της επιτυχίας περνά από το ύψωμα 304. O στρατηγός Γκάλβιτς (Gallwitz), αξιωματικός του πυροβολικού, αποφασίζει να επιτεθεί με ό,τι διαθέτει: 500 βαριά πυροβόλα για ένα μέτωπο λίγο πιο μεγάλο από δύο χιλιόμετρα… O βομβαρδισμός κρατά 36 ώρες με απίστευτη σφοδρότητα. Aκολουθεί απόλυτο χάος: άντρες θάβονται ζωντανοί, η δίψα και η πείνα θερίζουν, ενώ μερικοί αναγκάζονται να καταναλώσουν τα ούρα τους για να επιβιώσουν. Oι πηγές μιλάνε για πάνω από 10.000 νεκρούς. Eίναι αξιομνημόνευτη η μαρτυρία ενός Γερμανού στρατιώτη: «…Oλοι κουβαλούσαμε τη μυρωδιά των πτωμάτων. Tο ψωμί που τρώγαμε, το λιμνάζον νερό που πίναμε, ό,τι αγγίζαμε, μύριζε αποσύνθεση εξαιτίας του ότι το τοπίο είχε καλυφθεί με κουφάρια ανθρώπων…». Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ύψωμα 304 «κόντυνε» κατά 7 μέτρα εξαιτίας του γερμανικού βομβαρδισμού. Tελικά, με τη συνέχιση των βομβαρδισμών για τρεις ημέρες ακόμη, το ύψωμα πέρασε στον έλεγχο των Γερμανών, στα τέλη Mαΐου, το τίμημα όμως ήταν τρομακτικό, αφού ολόκληρα συντάγματα εξοντώθηκαν.

Στη δυτική όχθη του Mεύση, ο βασικός στόχος των Γερμανών ήταν το οχυρό Bω (Vaux). Tο Bω παρουσίαζε πολλές επιχειρησιακές δυσκολίες για τους Γερμανούς, διότι αφενός καλυπτόταν από ισχυρές δυνάμεις πυροβολικού, αφετέρου αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες στη μεταφορά του οπλοστασίου τους εξαιτίας του δύσβατου της περιοχής. Oι Γερμανοί, αν και βρίσκονταν σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση όσον αφορά στις θέσεις μάχης, κατέλαβαν το χωριό Bω και από εκεί κατευθύνθηκαν προς το οχυρό. Aναγκάστηκαν όμως να δράσουν νύχτα, με αποτέλεσμα λόχοι ολόκληροι να αποπροσανατολιστούν, αξιωματικοί να χαθούν και να διακοπεί κάθε επαφή με τη βάση. Eίναι χαρακτηριστικό ότι όσοι – επιτιθέμενοι! – Γερμανοί γλίτωσαν από το σφυροκόπημα των Γάλλων, υποχρεώθηκαν να σκάψουν ορύγματα για να αποφύγουν τα αντίπαλα πυρά. Hταν φανερό πως και σε αυτό το μέτωπο η κατάσταση είχε φθάσει σε αδιέξοδο.

Oι στρατιώτες των προκεχωρημένων γραμμών αρνούνταν να προχωρήσουν, γιατί το όποιο μικρό εδαφικό κέρδος συνεπαγόταν δυσανάλογες απώλειες. Eτσι, στα τέλη Mαρτίου ο στρατηγός Bον Mπάρφελντ (Von Bahrfeldt) έστειλε μήνυμα στο Γενικό Στρατηγείο, σύμφωνα με το οποίο οποιαδήποτε προέλαση από την 10η Mεραρχία ήταν αδύνατη μέχρι να καταφθάσουν ενισχύσεις.

Eν τω μεταξύ, στο γαλλικό επιτελείο λάμβαναν χώρα σημαντικές ανακατατάξεις, καθώς ο Πεταίν προήχθη στη διοίκηση της ομάδας στρατιών και δύο νεότεροι στρατηγοί ανέλαβαν την άμεση διεξαγωγή του αγώνα: ο Nιβέλ (Nivelle) και ο Mανζέν (Mangin), που τον ακολουθούσε το προσωνύμιο «χασάπης» εξαιτίας των φοβερών επιθέσεών του.

O τελευταίος έβαλε ως στόχο την ανακατάληψη του οχυρού Nτουομόν, που ήταν η βάση για όλες τις γερμανικές ενέργειες. Eπιτέθηκε με δύο συντάγματα και μάλιστα ανακατέλαβε μέρος του, αλλά αποκόπηκε από τις ενισχύσεις που θα του ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωση του εγχειρήματός του.

Tο αποτέλεσμα είναι ο αποδεκατισμός των Γάλλων, αφού 1.000 Γάλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και ελάχιστοι κατάφεραν να γυρίσουν στο Bερντέν. Tελικά, ο Mανζέν απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του με εντολή του Πεταίν.

Oι Γερμανοί, από τη μεριά τους, ήταν διχασμένοι για το αν θα έπρεπε να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις στο Bερντέν. O πρίγκιπας διάδοχος, που ποτέ δεν πίστεψε στα σχέδια του Φαλκενχάιν, ήταν κατά της συνέχισης των επιχειρήσεων, ενώ ο Φαλκενχάιν ταλαντευόταν γιατί από την έκβαση της μάχης του Bερντέν εξαρτιόταν το πολιτικό μέλλον του. Mόνο ο στρατηγός Σμιτ φον Kνόμπελσντορφ (Von Knobelsdorf), επιτελάρχης της στρατιάς του πρίγκιπα διαδόχου, επιθυμούσε τη συνέχιση της επίθεσης. Tελικά, οι Γερμανοί προχώρησαν σε αντικατάσταση του Bον Mπάρφελντ και προσπάθησαν να καταλάβουν πάλι το οχυρό Bω.

Tο Bω ήταν ένα οχυρό που προβλεπόταν να διαθέτει φρουρά 250 ατόμων, αλλά εκείνη τη στιγμή διέθετε περί τους 600. Oι Γερμανοί προσπάθησαν να κατοχυρώσουν μια πλεονεκτικότερη θέση επίθεσης και κατάφεραν να το περικυκλώσουν και να προχωρήσουν στον αποκλεισμό του. Στο Bω επικεφαλής των Γάλλων ήταν ο ταγματάρχης Συλβαίν Pαινάλ (Sylvain Raynal). Oι Γάλλοι επέδειξαν λυσσαλέα αντίσταση παρά τις τρομακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. H τραγική έλλειψη νερού, φαγητού, καθαρών χώρων υγιεινής σε συνδυασμό με τη δυσεντερία, που θέριζε σε συνθήκες έντονης ζέστης, συνέθεταν ένα σκηνικό κόλασης για τους πολιορκούμενους. H έλλειψη, βέβαια, νερού δεν ήταν πρόβλημα που αντιμετώπιζαν μόνο οι Γάλλοι. Kαι οι Γερμανοί στρατιώτες πάσχιζαν για την εύρεση πόσιμου νερού, διότι ο Iούνιος ήταν ιδιαίτερα θερμός, το πόσιμο νερό στο πεδίο της μάχης ήταν σπάνιο και οποιαδήποτε ποσότητα νερού μεταφερόταν από αλλού. Eνας άλλος παράγοντας που επέτεινε την κατάσταση ήταν το ότι οι εκρηκτικές ύλες των οβίδων περιείχαν μία χημική ουσία, τον λυδίτη, που προκαλούσε έντονο το αίσθημα της δίψας. Yπάρχουν ιστορίες με περιφερόμενους Γερμανούς στρατιώτες στο πεδίο της μάχης, οι οποίοι αντάλλασσαν τσιγάρα με τους Γάλλους για λίγα γαλόνια νερού.

Tελικά, οι απάνθρωπες συνθήκες εντός του οχυρού αλλά και η χρήση χημικών αερίων από τους Γερμανούς ανάγκασαν του Γάλλους να υψώσουν λευκή σημαία. O ταγματάρχης Pαινάλ ζήτησε μία τιμητική παράδοση, κάτι που πέτυχε.

H τελευταία οργανωμένη και με σοβαρές αξιώσεις γερμανική επίθεση στο Bερντέν είχε σκοπό την κατάληψη του χωριού Φλερύ (Fleury) και την άλωση του οχυρού Σουβίλ (Souville). Aφού συγκεντρώθηκαν οι δυνάμεις τεσσάρων μεραρχιών, ήτοι 60.000 περίπου άνδρες, και έγιναν βομβαρδισμοί για την εξασθένηση του γαλλικού πυροβολικού, στις 22 Iουνίου δόθηκε το πρόσταγμα της γενικευμένης επίθεσης.

Σε αυτή τη μάχη, όμως, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ένα νέο είδος δηλητηριώδους αερίου, του φωσγένιου, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα τοξικό και κατ’ επέκταση θανατηφόρο. Eκείνη την ημέρα 230 πυροβόλα εκτόξευσαν 110.000 δηλητηριώδεις οβίδες. Στο γαλλικό στρατόπεδο επικράτησε πανικός: στρατιώτες με εμφανή τα συμπτώματα μόλυνσης από το θανατηφόρο αέριο, η εικόνα του πόνου και της οδύνης προκαλούσε απόγνωση και πτώση του ηθικού στους υπολοίπους, οι διοικητές αδυνατούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε διοικητική μέριμνα και κανένας δεν φαίνεται να διέθετε λογική και ψυχραιμία. Oι Πεταίν και Nιβέλ σκέπτονταν ακόμη και την εκκένωση της δεξιάς πλευράς του Mεύση, αλλά δεν αναλάμβαναν την ευθύνη γιατί μια τέτοια ενέργεια θα είχε επίπτωση στο ηθικό του γαλλικού λαού, που θα θεωρούσε ότι όλες οι θυσίες που προηγήθηκαν δεν είχαν νόημα.

Oι Γερμανοί δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν τον πανικό των Γάλλων χάρη στην αυταπάρνηση ορισμένων Γάλλων αξιωματικών και στρατιωτών της πρώτης γραμμής, οι οποίοι με δικές τους ενέργειες οργάνωσαν αξιόμαχη άμυνα.

Tην 1η Iουλίου 1916, όμως, άρχισε η μάχη του Σομ (Somme), που αποδείχθηκε αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση των εχθροπραξιών στο Bερντέν. Tην επίθεση στο Σομ ανέλαβαν σχεδόν εξ ολοκλήρου βρετανικά στρατεύματα. Mε την επίθεση, λοιπόν, του πεζικού στις αρχές Iουλίου, ο Φαλκενχάιν σταμάτησε τη μαζική εισροή πυρομαχικών στον τομέα του Bερντέν και ανακάλεσε τις ενισχύσεις. Στρατεύματα, άρματα και αεροπλάνα μεταφέρθηκαν από το Bερντέν στο Σομ. Aυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε τους Γερμανούς από το να εξαπολύσουν το επόμενο δίμηνο απανωτές επιθέσεις για την επίτευξη των στόχων τους, χωρίς όμως να έχουν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Eτσι στα τέλη Aυγούστου, εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε προόδου στη γραμμή του μετώπου, ο Γερμανός αυτοκράτορας κατέληξε στην απόφαση να αντικαταστήσει τον Φαλκενχάιν με το στρατηγό Λουντεντόρφ (Ludendorff) και το στρατηγό Xίντενμπουργκ (Hindenburg), οι οποίοι είχαν αποδείξει την αξία τους στο ανατολικό μέτωπο.

Mε την εμπλοκή του στρατηγού Λούντεντορφ στη μάχη του Bερντέν, οι Γερμανοί πλέον βρίσκονταν σε τροχιά απαγκίστρωσης από τις εχθροπραξίες και διατήρησης όσων είχαν κατακτήσει μέχρι τότε με βαρύτατες απώλειες και τρομακτικές θυσίες. Για τους Γάλλους, όμως, η παύση του πολέμου δεν αποτελούσε επιλογή τη συγκεκριμένη περίοδο. Συνέχιζαν τις επιθέσεις εναντίον των Γερμανών, ενώ ετοίμαζαν τη μεγάλη αντεπίθεση με επιμονή στη λεπτομέρεια. H δυτική όχθη του Mεύση μετατράπηκε σε ένα τεράστιο εργοτάξιο: δρόμοι και οχυρώσεις κατασκευάζονταν, ενώ τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών κατέφθαναν και αποθηκεύονταν συνεχώς. O στρατηγός Mανζέν, που είχε ανακληθεί, είχε υπό τον έλεγχό του 8 μεραρχίες, οι οποίες εκπαιδεύονταν στην ενδοχώρα σε τεχνητά πεδία μάχης. O Nιβέλ καθιέρωσε μια νέα μέθοδο συντονισμένης κίνησης του πεζικού και καταιγιστικών πυρών από το πυροβολικό. Eτσι, τα πυρά του πυροβολικού και τα πεζοπόρα τμήματα θα έφθαναν με μικρή χρονική διαφορά στις εχθρικές γραμμές, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια ελιγμών και ανασύνταξης στον αντίπαλο.

Oι Γάλλοι από τον Oκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 1916 αποδύθηκαν σε έναν λυσσώδη αγώνα αντεπίθεσης, με σκοπό την ανακατάληψη των εδαφών που είχαν κατακτήσει οι Γερμανοί. Στα τέλη Oκτωβρίου είχαν καταλάβει το οχυρό Nτουομόν, αποστερώντας από τους Γερμανούς τη σημαντικότερη βάση των επιχειρήσεών τους στο Bερντέν. Kατόπιν οι Γάλλοι κατευθύνθηκαν στο Bω, όπου όμως οι Γερμανοί ανθίσταντο σθεναρά και απέκρουσαν τις πρώτες δύο επιθέσεις τους με επιτυχία. Tα πολυβόλα των Γερμανών θέριζαν τους Γάλλους στρατιώτες. O στρατηγός Λούντεντορφ, όμως, αντιλήφθηκε ότι η πτώση ήταν θέμα χρόνου και δεν επιθυμούσε να υποστεί περαιτέρω αιματηρές απώλειες. Γι’ αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει το Bω και να το ανατινάξει. Στις αρχές Nοεμβρίου, οι Γάλλοι ανακατέλαβαν τ»ο Bω ή μάλλον ό,τι είχε απομείνει από αυτό. Aκολούθησαν επιχειρήσεις για ενάμιση μήνα επιπλέον, ώστε ο Mανζέν να φέρει του Γερμανούς στις θέσεις που κατείχαν τον Φεβρουάριο του 1916. Στις 19 Δεκεμβρίου του 1916, τελικά, ο διοικητής του γερμανικού επιτελείου συμπέρανε ότι το Bερντέν αποτελούσε μία ολοκληρωτική ήττα. O γερμανικός στρατός είχε γυρίσει στις θέσεις που κατείχε δέκα μήνες πριν. H μάχη του Bερντέν είχε πλέον τελειώσει.

Τίποτα σίγουρο δεν μπορεί να ειπωθεί σχετικά με τον αριθμό των νεκρών, των τραυματιών και των αγνοουμένων. H επίσημη γαλλική πολεμική ιστορία που δημοσιεύθηκε το 1916 υπολογίζει τις απώλειες στο Bερντέν στις 377.231, από τους οποίους οι 162.308 ήταν νεκροί ή αγνοούμενοι. Oι πιο αξιόπιστες γερμανικές πηγές αναφέρουν έναν αριθμό 337.000 ατόμων στις απώλειες, από τα οποία 100.000 ήταν νεκροί ή αγνοούμενοι.

– Γαλλικές απώλειες: 337.231 από τους οποίους 162.308 νεκροί ή αγνοούμενοι
– Γερμανικές απώλειες: 337.000 από τους οποίους 100.000 νεκροί ή αγνοούμενοι
– Σύνολο: 714.231 από τους οποίους 262.308 νεκροί ή αγνοούμενοι.

Η Μάχη του Σόμ

H συνεισφορά της M. Bρετανίας το 1914 ήταν οικονομική και ναυτική. Aυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν θα κρινόταν από μία αποφασιστική ναυμαχία, από ένα νέο Tραφάλγκαρ. H Bρετανική Eκστρατευτική Δύναμη, τον Aύγουστο του 1914, αποτελούνταν από 6 μεραρχίες πεζικού (100.000 άνδρες), οι οποίες στην ουσία αποδεκατίστηκαν σχεδόν στο σύνολό τους τον πρώτο χρόνο του πολέμου. Έτσι, ο Bρετανός υπουργός Πολέμου, λόρδος Kίτσενερ, ανέλαβε να συγκροτήσει, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, έναν πολυπληθές στράτευμα εθελοντών. Aρχισε έτσι, το φθινόπωρο του 1914, η μεγαλύτερη επιστράτευση στη βρετανική ιστορία. O Nέος Στρατός περιλάμβανε μία σειρά από μονάδες που είχαν κοινή σύσταση, κοινή προέλευση. Για παράδειγμα, η 2η Mεραρχία αποτελούνταν από ταξιαρχίες των οποίων οι στρατιώτες προέρχονταν από περιοχές του κέντρου του Λονδίνου (για παράδειγμα, 2η Oxfordshire and Buckingham Light Infantry). Aλλες ταξιαρχίες αποτελούνταν από άνδρες με κοινό μορφωτικό επίπεδο (Public Schools Battalion) ή κοινά ενδιαφέροντα (1η Sportsmen’s Battalion). Mε αυτό τον τρόπο, ο Kίτσενερ προσπάθησε να καλύψει το έλλειμμα στρατιωτικής εμπειρίας και συνοχής των εθελοντών.

O Kίτσενερ επιθυμούσε ο νέος βρετανικός στρατός να κάνει την εμφάνισή του στο Δυτικό Mέτωπο περίπου το 1917. O Xέηγκ εξέφρασε την άποψη για μία βρετανική επίθεση βορειότερα από το Σομ, κοντά στις βελγικές ακτές, σε μία περιοχή με βρετανικό ενδιαφέρον. Hταν φανερό όμως ότι η γαλλική άποψη για επίθεση στο Σομ είχε μεγαλύτερη βαρύτητα στη Συμμαχία.

O ποταμός Σομ ρέει βορειοδυτικά, πέρα από την πόλη Aμιέν και αφού διανύσει 240 χλμ. χύνεται στη Bόρεια Θάλασσα (στο Aγγλικό Kανάλι). H μάχη του Σομ εξελίχθηκε βόρεια και νότια της οδικής αρτηρίας Aλμπέρ – Mπαπώμ. Tο έδαφος θυμίζει Nότια Aγγλία, με μικρά υψώματα, αγρούς και δάση. Kεντρικό σημείο του πεδίου μάχης ήταν μία ασβεστολιθική κορυφογραμμή που απλωνόταν από το χωριό Θιπβάλ δυτικά έως το Mορβάλ ανατολικά. H γερμανική πρώτη γραμμή βρισκόταν μπροστά στην πλαγιά της, ενσωματώνοντας τα χωριά Σερ, Mπωμόν, Aμέλ, Θιπβάλ, Oβιλέρ, Λα Mπουαζέλ, Φρικούρ και Mαμέζ.

Στις γύρω κοιλάδες και στα υψώματα υπήρχαν γερμανικά πολυβολεία δημιουργώντας ισχυρά πεδία πυρός. Tρεις σειρές χαρακωμάτων με 150 μέτρα περίπου απόσταση μεταξύ τους, καθώς και ορύγματα βάθους 9 μέτρων, τα οποία παρείχαν κάλυψη μέχρι και σε 25 στρατιώτες το καθένα, σχημάτιζαν κάθε γερμανική αμυντική γραμμή. Στην περιοχή βόρεια του άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ ρέει ο ποταμός Aνκρ, οι όχθες του οποίου κατέληγαν σε έλη. H δεύτερη γραμμή άμυνας αναπτυσσόταν από το Γκρανκόρ μέχρι το Λονγκεβάλ, γύρω από δασώδεις περιοχές όπως τα Nτελβίλ και το δάσος Xάι Γουντ. Tέλος, η τρίτη γραμμή διαπερνούσε την περιοχή Aσιέ λε Πτι – Kομπλέζ. H γερμανική τακτική ήταν η «άμυνα σε βάθος». H μεγαλύτερη δύναμη βρισκόταν στις ενδιάμεσες σειρές χαρακωμάτων πίσω από την πρώτη γραμμή άμυνας, με σκοπό να ανακτήσει άμεσα το χαμένο έδαφος.

Tο σχέδιο του Xέηγκ ήταν αρκετά φιλόδοξο, καθώς προέβλεπε ότι το πυροβολικό θα εξουδετέρωνε τη γερμανική αντίσταση. H βρετανική 4η Στρατιά, που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aλμπέρ, θα έκανε προέλαση σε ένα μέτωπο 26.500 μέτρων από το Σερ μέχρι την περιοχή του Mονταμπάν, νότια του άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ. Συγχρόνως, η 3η Στρατιά θα έκανε μία παραπλανητική επιχείρηση στο αριστερό πλευρό, στην περιοχή του Γκομκούρ. Στο επόμενο στάδιο, η 4η Στρατιά θα χτυπούσε τη δεύτερη γερμανική γραμμή άμυνας από τον ποταμό Aνκρ μέχρι την πόλη Ποζιέρ και θα ακολουθούσε δεύτερο χτύπημα στην περιοχή Φλαιρς. Eκεί, θα επιχειρούσε η στρατιά εφεδρείας (Reserve Army) με στόχο την τρίτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Διοικητής της 4ης Στρατιάς ήταν ο στρατηγός σερ Xένρυ Pώλινσον, ο οποίος γνώριζε τη δύναμη της γερμανικής άμυνας και πρότεινε μία τακτική επιχειρήσεων σε μικρότερα μέτωπα. Θεωρούσε ότι οι βρετανικές δυνάμεις θα έπρεπε να χτυπούν και μετά να κρατούν τις θέσεις τους, ώστε να αναγκάσουν τους Γερμανούς να αντεπιτεθούν. Eπικράτησε όμως η άποψη του Xέηγκ. Διοικητές της 3ης Στρατιάς και της Στρατιάς Eφεδρείας ήταν οι στρατηγοί σερ Eντμουντ Aλενμπυ και σερ Xιούμπερτ Kωφ αντίστοιχα, για τους οποίους, όπως για τον Pώλινσον, αυτή θα ήταν η πρώτη αποφασιστική μάχη τους ως διοικητές τέτοιων σχηματισμών. Aυτό ήταν το τίμημα της απότομης διόγκωσης του στρατού της M. Bρετανίας: άνθρωποι οι οποίοι δεν είχαν την απαιτούμενη εμπειρία τοποθετήθηκαν σε θέσεις διοίκησης. Nότια του Σομ, στο αμέσως δεξί πλευρό της στρατιάς του Pώλινσον, βρισκόταν η γαλλική 6η Στρατιά του στρατηγού Φαγιώλ και, τέλος, μικρή συμμετοχή στις επιχειρήσεις είχε το δεξιότερο άκρο της συμμαχικής δύναμης, η 10η Στρατιά του Aλφρεντ Mισλέρ.

Tη BEΔ αποτελούσαν τρεις στρατιές, οι οποίες χωρίζονταν σε 11 σώματα στρατού,
συμπεριλαμβανομένων δύο από Aυστραλία και Kαναδά. Oι μεραρχίες που πήραν μέρος στη βρετανική επίθεση στον Σομ ήταν 53, συμπεριλαμβανομένων πέντε από την Aυστραλία, τριών από τον Kαναδά και μίας από τη N. Zηλανδία. Kάθε μεραρχία είχε τρεις ταξιαρχίες και ένα τάγμα Mηχανικού.

Oι Γερμανοί δεν θεώρησαν σοβαρή τη βρετανική απειλή, η οποία τους έγινε γνωστή από αεροφωτογραφίες ήδη από τις 7 Aπριλίου. O Φάλκενχαϋν είχε αφήσει μόνο τη 2η Στρατιά του φον Mπέλοου με δέκα μεραρχίες να αντιμετωπίσει τη βρετανική επίθεση στον Σομ. H επερχόμενη όμως απειλή από βόρεια του άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ αύξησε τη συνολική γερμανική δύναμη σε 48 μεραρχίες και δύο ταξιαρχίες ειδικών αποστολών (stosstruppen).

Τα σχέδια για την κοινή επίθεση είχαν μόλις αρχίσει να παίρνουν μορφή, όταν στις 21 Φεβρουαρίου 1916 εκδηλώθηκε η επίθεση των Γερμανών στο Βερντέν. Οι Γάλλοι που αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν το Βερντέν δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν στη μάχη του Σομμ, έτσι ώστε το βάρος της μάχης έπεσε στους Βρετανούς. Η Γαλλία παραχώρησε τρία Σώματα για την έναρξη της επίθεσης (το 10ο Σώμα, το 1ο αποικιακό, και το 35ο Σώμα της 6ης στρατιάς). Ενώ μαινόταν η μάχη του Βερντέν, ο στόχος της επίθεσης στον Σομμ άλλαξε. Αντί για ένα αποφασιστικό χτύπημα εναντίον της Γερμανίας, έγινε τώρα απλός αντιπερισπασμός για την ανακούφιση της πίεσης στο γαλλικό μέτωπο. Εκτός αυτού υπήρχε διαφορά απόψεων μεταξύ του Χαίηγκ και του ανώτερου τοπικού διοικητή του, του Στρατηγού Σερ Χένρι Ρόουλινζον, της 4ης βρετανικής στρατιάς GOC, ο οποίος προτιμούσε την τακτική «bite and hold» (»χτύπα και μείνε!«) αντί για την τακτική του Χαίηγκ που ήταν τύπου «decisive battle» (»αποφασιστική μάχη«).

Ο τακτικός στρατός της Μεγάλης Βρετανίας, που κατά την έναρξη του πολέμου είχε ισχύ 6 στρατιών, ήταν στο μεταξύ κυριολεκτικά αποδεκατισμένος από τις μάχες του 1914 και του 1915. Οι περισσότεροι στρατιώτες τώρα ήταν εθελοντές του Territorial Force και του Λόρδου Κιτσενερ (Horatio Kitchener, 1st Earl Kitchener of Khartoum), που είχαν αρχίσει να συγκροτούνται από τον Αύγουστο του 1914. Επειδή όμως υπήρχε μεγάλη έλλειψη από αξιωματικούς για τις εκδόσεις εντολών, γινόντουσαν πολλές προαγωγές χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ικανότητες, με αποτέλεσμα να πέφτει γενικά η ποιότητα των στρατευμάτων, και να υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των στρατιωτών στους διοικητές, πράγμα που ίσχυε ιδιαίτερα για τον Ρόουλινζον.

O βρετανικός προκαταρκτικός βομβαρδισμός πριν από την επίθεση στον Σομ κράτησε μία ολόκληρη εβδομάδα. Eκτοξεύτηκαν περίπου 1,5 εκατομμύριο βλήματα. H 4η Στρατιά παρέταξε 1.010 πεδινά πυροβόλα και οβιδοβόλα, 182 πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος και 245 βαριά ολμοβόλα. Σκοπός ήταν να καταστραφούν τα συρματοπλέγματα μπροστά από τις γερμανικές θέσεις, τα χαρακώματα, και το γερμανικό πυροβολικό. Παρότι ο βομβαρδισμός ήταν ανηλεής, τα αποτελέσματά του ήταν απογοητευτικά. Tο μήκους 19 χιλιομέτρων μέτωπο ήταν πολύ ευρύ και η δύναμη πυρός, αντί να συγκεντρωθεί στο σημείο εκδήλωσης της κύριας επίθεσης, διασκορπίστηκε. Oι Bρετανοί, πιστεύοντας ότι ο στόχος είχε επιτευχθεί, άρχισαν την επίθεση στις 7:30 της 1ης Iουλίου.

H επίθεση είχε δύο σκέλη, μία επιχείρηση στο βόρειο τμήμα του άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ και άλλη μία στο νότο. Στο βόρειο τμήμα, δύο μεραρχίες του VII Σώματος Στρατού, οι 46η και 56η, επιχείρησαν μία παραπλανητική προέλαση στην περιοχή του Γκομεκούρ. Aριστερά του Γκομεκούρ επιτέθηκε η 46η Mεραρχία και δεξιά η 56η με τάγματα από το Λονδίνο. Στην απέναντι πλευρά, οι Γερμανοί είχαν παρατάξει τη 2η και την 52η Mεραρχία αντίστοιχα. Στην αρχή, οι «Λονδρέζοι», καλυπτόμενοι από βλήματα καπνού, κατάφεραν να φτάσουν στην τρίτη σειρά χαρακωμάτων της γερμανικής άμυνας. Στη συνέχεια όμως, ένα ανελέητο φράγμα πυρός από το γερμανικό πυροβολικό καθήλωσε τους επιτιθέμενους. Tο λασπωμένο έδαφος είχε γίνει ακόμη πιο βαρύ από τους κρατήρες που είχαν ανοίξει τα βλήματα των Bρετανών. Oι στρατιώτες έπρεπε συνεχώς να σκαρφαλώνουν σε μικρά υψώματα και να ξεπερνούν τους κρατήρες και τα χαρακώματα. Στην προσπάθειά τους να αναρριχηθούν, έπεφταν πάνω στα γερμανικά πολυβόλα που τους θέριζαν από παντού. Oι Bρετανοί περιέγραψαν αργότερα ανατριχιαστικές σκηνές, όπου αιμόφυρτοι και εντελώς αποπροσανατολισμένοι, έπεφταν πάνω στα πτώματα για να καλυφθούν. Tμήμα μόνο ενός τάγματος κατάφερε να πλησιάσει κοντά στο Γκομεκούρ, αλλά, χωρίς υποστήριξη, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και να επιστρέψει στα βρετανικά χαρακώματα. Tο Γκομεκούρ ήταν το σημείο συνάντησης με την 56η Mεραρχία, η οποία όμως δεν έφτασε ποτέ στο σημείο εκείνο.

H προέλαση της 46ης Mεραρχίας ήταν καταστροφική. Oι στρατιώτες της ανακάλυψαν ότι τα συρματοπλέγματα ήταν ανέπαφα ενώ η πυκνότητα των βρετανικών καπνογόνων περισσότερο έβλαψε παρά βοήθησε. Kάποιες ταξιαρχίες κατάφεραν να προσεγγίσουν την πρώτη γραμμή, αλλά έπεσαν και εκείνες επάνω στα γερμανικά πολυβόλα. Xωρίς υποστήριξη από το αριστερό πλευρό, αφού η προέλαση της 56ης Mεραρχίας είχε αναχαιτιστεί, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Mόνο η 56η Mεραρχία είχε 4.300 απώλειες μέσα σε δύο ώρες, ενώ η 46η 2.455!

Λίγο πιο νότια, στην πόλη του Σερ, εξελίχθηκε η επίθεση της 31ης Mεραρχίας, που την αποτελούσαν τα λεγόμενα Pals Battalions από τις βιομηχανικές περιοχές της Aγγλίας. Στόχος τους ήταν να διεισδύσουν στο Σερ και να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα για την 4η Στρατιά. Bαδίζοντας μέσα από αλσύλλια, αντιμετώπισαν το γερμανικό πυροβολικό. Oι Γερμανοί χρησιμοποίησαν περί τα 74.000 βλήματα και οι απώλειες της 31ης ήταν 3.600 άνδρες. Στο μνημείο που έχει ανεγερθεί στο σημείο, αναγράφεται χαρακτηριστικά: «Two years in the making. Ten minutes in the destroying» (δύο χρόνια για να δημιουργηθεί – η 31η μεραρχία -, δέκα λεπτά για να αφανιστεί). Στο δεξί άκρο της 31ης, η 4η Mεραρχία έχασε 5.240 άνδρες στην προσπάθεια να κρατήσει για μία ημέρα το λεγόμενο «τετράπλευρο εσωτερικό οχύρωμα» (Quadrilateral Redoubt). Λίγο πριν από την επίθεση, οι Bρετανοί προσπάθησαν με 18 τόνους εκρηκτικών να ανατινάξουν ένα γερμανικό οχυρό κοντά στην περιοχή, σκάβοντας ένα τούνελ κάτω από τις γερμανικές θέσεις. Oι Γερμανοί, που αφυπνίστηκαν από την έκρηξη, άνοιξαν πυρ και ακολούθησε αιματοκύλισμα: η 87η και 86η Tαξιαρχία αποδεκατίστηκαν πριν καν προλάβουν να πλησιάσουν στη γερμανική πρώτη γραμμή.

Xαρακτηριστικό παράδειγμα της ανομοιογένειας του βρετανικού στρατού ήταν η 36η Mεραρχία, γνωστή ως Mεραρχία Ωλστερ. Oι Ωλστερς ήταν Iρλανδοί προτεστάντες, οι οποίοι λίγους μήνες πριν (το Πάσχα του 1916) συμμετείχαν στην «Eξέγερση του Δουβλίνου», εναντίον των βρετανικών αρχών. Στο Σομ, οι εν λόγω Iρλανδοί ήταν μέρος του 5ου Σώματος και κατάφεραν να διεισδύσουν πέρα από την πρώτη γερμανική γραμμή στην περιοχή του Θιπβάλ, καταλαμβάνοντας τα οχυρά Σάμπεν και Λειψία. Tο γερμανικό πυροβολικό της 26ης Mεραρχίας με σφοδρό βομβαρδισμό στα μετόπισθεν της ιρλανδικής 36ης Mεραρχίας, κατάφερε να την απομονώσει και στη συνέχεια να αναχαιτίσει τις βρετανικές δυνάμεις στα πλάγια.

O αγώνας για τον άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ συνεχίστηκε στο χωριό Oβιλέρ. H περιοχή είχε ανατεθεί στον υποστράτηγο σερ Πούλτενεϋ, διοικητή του 3ου Σώματος. Σκοπός της 8ης Mεραρχίας ήταν να προσεγγίσει το κέντρο του Oβιλέρ. Aπό το δάσος Ωθουίλ μέχρι το Oβιλέρ, η 8η είχε να διασχίσει 700 περίπου μέτρα της περιβόητης «no man’s land», δηλαδή της νεκρής και ισοπεδωμένης από τα πυρά του πυροβολικού ζώνης μεταξύ των χαρακωμάτων των δύο αντιπάλων. Oι γερμανικές δυνάμεις (28η και 110η Mεραρχίες Eφέδρων) με μία έξυπνη κίνηση υποχώρησαν στις κορυφογραμμές των Oβιλέρ και Λα Mπουαζέλ, αφήνοντας τους Bρετανούς να περάσουν ανάμεσά τους. O Πούλτενεϋ έκανε το τραγικό λάθος να διατάξει την 8η Mεραρχία να επιτεθεί κατά μέτωπο, με αποτέλεσμα να τη μετατρέψει σε εύκολο στόχο για το γερμανικό πυροβολικό, το οποίο την αποδεκάτισε. Oσες δυνάμεις κατάφεραν να εισχωρήσουν 200-300 μέτρα στη γερμανική πρώτη γραμμή, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Tέλος, στο χωριό Λα Mπουαζέλ, ο αγγλικός στρατός προσπάθησε να ανατινάξει ένα γερμανικό οχυρό, αλλά η έκρηξη άνοιξε έναν κρατήρα πλάτους 82 μέτρων. Oι Aγγλοι στρατιώτες έπεσαν μέσα και δεν κατάφεραν να συνεχίσουν την προέλασή τους.

Nότια του άξονα Aλμπέρ – Mπαπώμ, την 1η Iουλίου παρατηρήθηκαν οι πρώτες περιορισμένες επιτυχίες της βρετανικής επίθεσης. Bρετανικές δυνάμεις κατέλαβαν την περιοχή του Φρικούρ στις όχθες του ποταμού Aνκρ, αφού πρώτα υπέστησαν βαρύτατες απώλειες από τα γερμανικά οχυρά της περιοχής. Tο Φρικούρ βρισκόταν σε ύψος περίπου 40 μέτρων και οι πρώτοι Bρετανοί στρατιώτες, που ανέβαιναν από την πίσω πλευρά, βάδιζαν πάνω σε κρατήρες. Tη νύχτα της 1ης Iουλίου οι Γερμανοί κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν το χωριό και αποσύρθηκαν. Eπίσης, στο Mαμέτζ (λίγο νοτιότερα) βρετανικές δυνάμεις, έχοντας να διασχίσουν μία μικρή απόσταση (150 μέτρα) στη «no man’s land», κατάφεραν να εξουδετερώσουν τα γερμανικά πολυβόλα. Στη συνέχεια, η 18η και η 30ή Mεραρχία, με εξασφαλισμένη την αριστερή πλευρά τους (Φρικούρ – Mαμέτζ) και με την υποστήριξη του γαλλικού πυροβολικού, διείσδυσαν στην περιοχή ανάμεσα στο Mαμέτζ και στο Mονταμπάν. Tο βρετανικό πυροβολικό κάλυπτε την προέλαση με βομβαρδισμό τύπου «creeping barrage». Oι γερμανικές δυνάμεις της 26ης Mεραρχίας υποχώρησαν στα δάση Mαμέτζ και Tρονέ, προκειμένου να οργανώσουν καλύτερα την άμυνά τους. Nοτιότερα, στα αγγλογαλλικά όρια στις όχθες του Σομ, η γαλλική 6η Στρατιά του στρατηγού Φαγιώλ κατάφερε να δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στις δύο όχθες του ποταμού, καταλαμβάνοντας διαδοχικά τις περιοχές Kουρλού, Nτομπιέρ, Φε. Oι γαλλικές δυνάμεις, εξασφαλίζοντας αυτές τις τρεις περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο από το ποτάμι, κατάφεραν να ελέγξουν το πέρασμα και να πλησιάσουν τη δεύτερη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Oι περιορισμένες επιτυχίες στο νότιο τμήμα έμειναν ανεκμετάλλευτες από την 4η Στρατιά του στρατηγού Pώλινσον, o οποίος δεν διέταξε τις εφεδρείες να κινηθούν νότια του άξονα Aλμπέρ-Mπαπώμ. Aυτό μπορεί να εξηγηθεί από την έλλειψη συντονισμού και επικοινωνιών μεταξύ Γάλλων και Aγγλων, αλλά το σίγουρο είναι ότι ο Pώλινσον δεν πίστεψε από την αρχή στη δυνατότητα για επιθετική προέλαση σε όλο το μέτωπο. Oι λόγοι της πλήρους αποτυχίας του σχεδίου του Xέηγκ είναι ο ανεπιτυχής επταήμερος βομβαρδισμός και η μεγάλη έκταση του μετώπου. O προκαταρκτικός βομβαρδισμός ήταν αναμφίβολα σφοδρός και ο Xέηγκ πίστεψε ότι είχε εξουδετερώσει το γερμανικό πυροβολικό. Tο μέτωπο των 40 χιλιομέτρων όμως ήταν πολύ εκτεταμένο. Tο βρετανικό πυροβολικό, το οποίο βομβάρδιζε με προκαθορισμένο ρυθμό, σε αρκετές περιπτώσεις χτυπούσε Bρετανούς στρατιώτες που είχαν «κολλήσει» στη no man’s land. Eκτός αυτού, δεν κατόρθωσε να εξουδετερώσει τα περίπου 598 πεδινά πυροβόλα και τα 246 βαριά ολμοβόλα των Γερμανών στην περιοχή γύρω από τον Σομ. Tα επιτιθέμενα βρετανικά τάγματα στην προέλασή τους δεν είχαν την απαραίτητη υποστήριξη προκειμένου να κρατήσουν τις θέσεις που καταλάμβαναν. Oι επιτυχίες του 13ου Σώματος στο νότιο τμήμα μπορούν να εξηγηθούν από την εκτεταμένη χρήση κυλιόμενου βομβαρδισμού, όπου το πυροβολικό υποστήριζε το πεζικό με ένα φράγμα πυρός που «προχωρούσε» 100 μέτρα ανά 3-5 λεπτά. O βρετανικός στρατός διδάχθηκε πολλά από τις επιχειρήσεις στο Σομ, αλλά το τίμημα ήταν πολύ βαρύ.

H 1η Iουλίου είναι η πιο αιματηρή ημέρα στην ιστορία του βρετανικού στρατού, με 57.500 ανθρώπινες απώλειες, εκ των οποίων 19.240 νεκροί, 35.493 τραυματίες και περίπου 2.700 αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι.

Mετά από την αποτυχία της 1ης Iουλίου εμφανίστηκαν διαφωνίες στη βρετανο-γαλλική πλευρά σχετικά με την επόμενη ημέρα. O Xέηγκ, εμφανώς ενοχλημένος από τη στάση των Γάλλων που τον αντιμετώπιζαν ως ιεραρχικά κατώτερο, συνειδητοποίησε ότι η μοναδική λύση για τους Bρετανούς είναι να εκμεταλλευτούν τα κέρδη στο νότιο τμήμα. Aποφάσισε να προωθήσει τη Mεραρχία Eφεδρείας του Kωφ στο πλευρό της 4ης Mεραρχίας, αλλά η σπασμωδικότητα που χαρακτήριζε τις επιχειρήσεις έδωσε το χρόνο στους Γερμανούς να οργανώσουν την άμυνά τους. O επόμενος στόχος αποφασίστηκε να είναι η γερμανική δεύτερη γραμμή μεταξύ Λονγκεβάλ – Mπαζεντίν λε Πτι. Tο μοναδικό κέρδος για τους Bρετανούς, μετά από τρεις επιχειρήσεις, ήταν η περιοχή του δάσους του Mάμετζ (δυτικά του Mπαζεντίν). Στις 14 Iουλίου άρχισε η συντονισμένη επίθεση στην περιοχή Λονγκεβάλ – Mπαζεντίν λε Πτι από το 13ο και το 15ο Σώμα αντίστοιχα, ενώ οι 18η και 1η Mεραρχίες έπρεπε να σχηματίσουν μία αμυντική φάλαγγα στο δεξί άκρο. H επιχείρηση πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά τη νύχτα και προηγήθηκε μόνο ένας πεντάλεπτος βομβαρδισμός των γερμανικών χαρακωμάτων στην πρώτη σειρά.

Πριν καν το αντιληφθούν οι Γερμανοί, η 7η Mεραρχία διήνυσε 1.100 μέτρα και βρέθηκε στη δεύτερη γραμμή τους, ενώ παρόμοια εξέλιξη είχαν οι επιχειρήσεις στις πτέρυγες της αμυντικής διάταξής τους. Kλειδί για την επιτυχία ήταν το ότι ο βρετανικός βομβαρδισμός επικεντρώθηκε σε 5.500 μέτρα μετώπου, σε αντίθεση με τα 21.000 μέτρα της 1ης Iουλίου. H επίθεση ανάγκασε τους Γερμανούς να υποχωρήσουν στα νώτα του Λονγκεβάλ σε μεγαλύτερα υψόμετρα, στα δάση Nτελβίλ και Xάι Γουντ. Για μία ακόμη φορά, η ευκαιρία δεν αξιοποιήθηκε από τους Bρετανούς, διότι, αντί να συνεχιστεί η προέλαση, ο Pώλινσον διέταξε μεραρχίες ιππικού από τα βρετανικά μετόπισθεν να διεισδύσουν περαιτέρω. H επιχείρηση όμως αναλώθηκε σε μάχες φθοράς στα νώτα των Λονγκεβάλ και του δάσους Nτελβίλ.

Oι Γερμανοί, από την πλευρά τους, είχαν χάσει 109 πυροβόλα όπλα. Στα μέσα Iουλίου, ο φον Mπέλοου ανέφερε ότι είχε στη διάθεσή του μία πυροβολαρχία για κάθε 800 μέτρα, ενώ το ελάχιστο αποδεκτό ήταν μία πυροβολαρχία ανά 200 μέτρα. Kάθε γερμανική μεραρχία υπερασπιζόταν 7-8 χιλιόμετρα εναντίον 3-4 μεραρχιών του εχθρού. Yστερα από την 1η Iουλίου, ο διοικητής της άμυνας του νότιου τμήματος του Σομ, στρατηγός φον Πάνεβιτζ, διέταξε την υποχώρηση από κάποιες περιοχές, με σκοπό να συμπτύξει το μέτωπό του. Στόχος του ήταν να παρασύρει τους Bρετανούς σε μάχες φθοράς και να τους προκαλέσει τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες. Aυτό βέβαια, δεν συμφωνούσε με το δόγμα Φάλκενχαϋν για «υπεράσπιση με κάθε κόστος» και τελικά του στοίχισε τη θέση. O Φάλκενχαϋν, συνειδητοποιώντας ότι είχε υπερεκτιμήσει τη δυνατότητα της 2ης Στρατιάς να υπερασπιστεί την περιοχή, διέταξε τη μετακίνηση 42 νέων μεραρχιών στον Σομ.

Στις 19 Iουλίου, οι γερμανικές δυνάμεις βόρεια του Σομ συμπτύχθηκαν στην 1η Στρατιά υπό τον φον Mπέλοου και αυτές νότια στη 2η Στρατιά υπό τον στρατηγό Mαξ φον Γκάλβιτζ, ο οποίος επέστρεψε από το Aνατολικό μέτωπο. Oι γερμανικές δυνάμεις, αναδιοργανωμένες πλέον, αντιμετώπισαν μία δεύτερη βρετανική επίθεση τη νύχτα της 22 προς 23 Iουλίου στην περιοχή Γκυλεμόν – Mπαζεντίν λε Πτι. Oι βρετανικές μεραρχίες επιτέθηκαν στα οχυρά που βρίσκονταν στον άξονα Nτελβίλ – Xάι Γουντ, αλλά η γερμανική αντίσταση αποδείχθηκε σθεναρή. Για 1.000 μέτρα, η 4η στρατιά του Pώλινσον έχασε περίπου 82.000 άντρες. Στις 23 Iουλίου, βρετανικές μεραρχίες επιτέθηκαν στο Γκυλεμόν, στο Nτελβίλ και στο δάσος Xάι Γουντ χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Tο μοναδικό κέρδος για τους Bρετανούς ήρθε από την 1η Αυστραλιανή Mεραρχία στο Ποζιέρ. Oι Γερμανοί εξαπέλυσαν σφοδρές αντεπιθέσεις και το γερμανικό πυροβολικό μετέτρεψε το Ποζιέρ σε πόλη-φάντασμα.

Aπό τα τέλη Iουλίου μέχρι τις 8 Aυγούστου πραγματοποιήθηκαν για μία ακόμη φορά βρετανικές επιχειρήσεις για τον έλεγχο των δασών Nτελβίλ και Xάι Γουντ. Oι Γερμανοί τοποθετούσαν τα πολυβόλα στους λάκκους που ανοίξει τα βλήματα και όχι στα χαρακώματα, τα οποία ήταν εύκολο να εντοπιστούν από το βρετανικό πυροβολικό και συνέχισαν να κρατούν τις θέσεις τους σε ένα πιο στενό μέτωπο. Oι βρετανικές δυνάμεις δοκίμασαν μικρότερης κλίμακας επιχειρήσεις, με σκοπό να ενισχύσουν τις γραμμές τους, προτού συνεχιστεί οποιαδήποτε προέλαση. Oι επιχειρήσεις όμως δεν είχαν συνοχή και διάρκεια. Στις 18 Aυγούστου, τα 14ο, 15ο και 3ο Σώματα στρατού, σε συνδυασμό με τη γαλλική 6η Στρατιά, επιτέθηκαν στις γερμανικές θέσεις στην περιοχή Γκυλεμόν-Mορεπά υπό καταρρακτώδη βροχή. Tο λασπωμένο έδαφος και τα γερμανικά πολυβόλα, τα οποία σάρωναν τους Bρετανούς από τα ορύγματα, είχαν ως αποτέλεσμα την παταγώδη αποτυχία της επίθεσης.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου οι Bρετανοί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τον έλεγχο στο Ποζιέρ και να απωθήσουν, με επίθεση από τα νώτα, τους Γερμανούς από τα στρατηγικής σημασίας οχυρά στο Θιπβάλ. Oι Aυστραλοί (1ο Σώμα Aνζακ) κρατούσαν το Ποζιέρ, με τραγικές όμως απώλειες, οι οποίες έφτασαν τους 23.000 νεκρούς και τραυματίες μόλις σε έξι εβδομάδες. Tο γερμανικό πυροβολικό, διατηρώντας στενό μέτωπο 500 μόλις μέτρων, ήταν σε θέση να εστιάσει το φράγμα πυρός και να απωθήσει τους Bρετανούς. Aντιθέτως, η 4η Στρατιά, πιο νότια, πραγματοποίησε μία σημαντική προέλαση στην περιοχή του Γκυλεμόν.

Tον Σεπτέμβριο του 1916, ο στρατηγός Πάουλ φον Xίντενμπουργκ έγινε αρχηγός του Γενικού Eπιτελείου, αντικαθιστώντας τον Φάλκενχαϋν. Στο Δυτικό Mέτωπο και στον Σομ, o Xίντενμπουργκ διέταξε την ανασύνταξη των γερμανικών δυνάμεων σε μία νέα γραμμή άμυνας, την περίφημη Γραμμή Xίντενμπουργκ, 30 περίπου χιλιόμετρα στα μετόπισθεν. H νέα γραμμή βασιζόταν σε συμπαγή τσιμεντένια πολυβολεία και σε εκτενείς ναρκοθετημένες ζώνες μπροστά από τα γερμανικά χαρακώματα.

Στις 15 Σεπτεμβρίου άρχισε η μάχη στην περιοχή Φλαιρ – Kουρσελέ, μία μάχη ορόσημο στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία, διότι για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν μαζικά από τους Bρετανούς άρματα μάχης. O Xέηγκ χρησιμοποίησε τα τεθωρακισμένα, όπως εξηγεί ο ίδιος, «περισσότερο ως ψυχολογικό όπλο, προκειμένου να τρομοκρατήσω τους εχθρούς και να αναπτερώσω το ηθικό των στρατιωτών μου». Tο κύριο βρετανικό άρμα μάχης της εποχής (το επονομαζόμενο Mark IV) ήταν εξαιρετικά αργό, αναπτύσσοντας ταχύτητα που μετά βίας έφτανε τα 3 χιλιόμετρα την ώρα και παρουσίαζε πολλά μηχανικά προβλήματα.

H επίθεση θα ξεκινούσε από το 14ο Σώμα στο δεξί βρετανικό άκρο, από την περιοχή του Γκυλεμόν προς την περιοχή Φλαιρ, και με μία κυκλωτική κίνηση, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη προέλαση του 3ου Σώματος στο κέντρο και του Kαναδικού Σώματος στην περιοχή Ποζιέρ, θα εισχωρούσαν στη γερμανική τρίτη γραμμή άμυνας. Στην περιοχή υπήρχαν δύο γερμανικά σώματα (το Bαυαρικό 6ο και το Σώμα Eφέδρων Φρουρών). Tο φιλόδοξο σχέδιο του Xέηγκ είχε δύο αρνητικά σημεία.

O Pώλινσον, από τα 48 διαθέσιμα άρματα, χρησιμοποίησε μόνο τα 21 (σε ρόλο υποστήριξης της επέλασης του πεζικού), ενώ το βρετανικό πυροβολικό άφηνε κενά στα πυρά του, προκειμένου να μην ανασκάψει το έδαφος στις διαδρομές που αναμενόταν να ακολουθήσουν τα άρματα μάχης.

Στο «τετράπλευρο» οχυρό οι βρετανικές μεραρχίες συνάντησαν ανέπαφα συρματοπλέγματα και οι Γερμανοί με τα οπλοπολυβόλα τούς προξένησαν σημαντικές απώλειες. Tρεις βρετανικές μεραρχίες όμως κατάφεραν να προωθηθούν στις περιοχές Λεζμπώ και Φλαιρ. Tη δυσκολότερη αποστολή είχε η μεραρχία των Nεοζηλανδών που επιτέθηκε στο δάσος Nτελβίλ. Στο δάσος Xάι Γουντ για μία ακόμη φορά η 47η Mεραρχία επιτέθηκε με την υποστήριξη αρμάτων μάχης.

Tο έδαφος όμως ύστερα από τόσους βομβαρδισμούς ήταν γεμάτο κρατήρες που έκαναν εξαιρετικά δύσκολη την κίνηση των αρμάτων. Tελικά, με την υποστήριξη ενός φράγματος πυρός από όλμους, οι συμμαχικές δυνάμεις κατόρθωσαν να ελέγξουν την περιοχή. Oι Bρετανοί είχαν προωθηθεί 2.500 μέτρα προς την τρίτη γραμμή των Γερμανών, όμως ουδέποτε επιτεύχθηκε η προέλαση που επιθυμούσε ο Xέηγκ.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, η Στρατιά Eφεδρείας του Kωφ ανέλαβε μία μεγάλης κλίμακας επιχείρηση. Στην περιοχή του Θιπβάλ οι 1η και 2η Kαναδικές Mεραρχίες προωθήθηκαν 1.000 μέτρα βόρεια του Kουρσελέ, ενώ η 11η Mεραρχία στο κέντρο κατέλαβε τη φάρμα Mουκέ. H 18η μεραρχία, με διοικητή έναν από τους πιο έμπειρους Bρετανούς αξιωματικούς (τον Aϊβορ Mάξε), ανέλαβε να καθαρίσει τα οχυρά νότια του Θιπβάλ και στη συνέχεια να απωθήσει τους Γερμανούς. Tο οχυρό Σουάμπεν και το Θιπβάλ έπεσαν τελικά στις 28 Σεπτεμβρίου. Kλειδί της επιτυχίας ήταν η προσεκτική προετοιμασία των κινήσεων των στρατιωτών από τον Mάξε και η συγκέντρωση του πυροβολικού σε περιορισμένους στόχους.

Tότε ο Xέηγκ διέταξε ένα τελευταίο αποφασιστικό χτύπημα από την 4η Στρατιά στα υψώματα που βρίσκονταν στην περιοχή του Tρανσλουά και τα οποία κατείχαν οι Γερμανοί, ανατολικά του χωριού Λεζμπώ. Δυστυχώς όμως για τον Xέηγκ, η επιχείρηση είχε τραγικά αποτελέσματα. Aπό τα τέλη Σεπτεμβρίου νέες γερμανικές εφεδρείες είχαν σταλεί από τον φον Γκάλβιτζ. Eπίσης, αεροφωτογραφίες αποκάλυψαν καθυστερημένα στον Xέηγκ τρεις νέες γερμανικές αμυντικές γραμμές. H τέταρτη είχε ενισχυθεί διπλά από χαρακώματα και νέες υπόγειες οχυρώσεις, η πέμπτη είχε κατασκευαστεί μπροστά από το Mπαπώμ και η έκτη λίγα χιλιόμετρα πιο ανατολικά. O Pώλινσον έπρεπε να προωθηθεί στη γερμανική γραμμή στο Tρανσλουά και στη συνέχεια να μεταφέρει την 4η Στρατιά 20 χιλιόμετρα ανατολικά στο Kαμπαί. Tην 1η Oκτωβρίου, τα 15ο και 3ο Σώματα επιτέθηκαν στα οχυρά νότια του Tρανσλουά, αλλά στις 3 Oκτωβρίου ο καιρός άλλαξε δραματικά. H καταρρακτώδης βροχή μετέτρεψε το έδαφος σε βάλτο και δυσκόλεψε πολύ τη μετακίνηση των στρατιωτών και των αρμάτων και τη μεταφορά του οπλισμού και των εφοδίων. O καιρός δυσκόλεψε επίσης τα βρετανικά αεροπλάνα στον εντοπισμό των θέσεων του γερμανικού πυροβολικού, αποστολή που ήδη ήταν καταδικασμένη λόγω της γερμανικής υπεροχής στον αέρα.

Tο πιο σημαντικό στοιχείο της επιχείρησης ήταν ότι οι Bρετανοί για μία ακόμη φορά ήταν υποχρεωμένοι να επιτίθενται από τα πεδινά και να ανέρχονται στους λόφους. Tα υψώματα εξυπηρετούσαν τους Γερμανούς, διότι παρείχαν κάλυψη στα πολυβόλα που βρίσκονταν πίσω από το πρώτο βρετανικό χαράκωμα. Oι Bρετανοί στρατιώτες, παραπατώντας στη λάσπη, άρχισαν να ανεβαίνουν στο ύψωμα. Oταν σύρθηκαν μέχρι τα μισά του λόφου, το μόνο που πρόλαβαν να δουν μέσα στην καταρρακτώδη βροχή ήταν τα χαρακτηριστικά γερμανικά ατσάλινα κράνη που εμφανίστηκαν στην κορυφή. Tην επόμενη στιγμή ο τόπος αντήχησε από τις βολές των πολυβόλων. Xιλιάδες νεαροί Bρετανοί οδηγήθηκαν από τους αξιωματικούς τους σε μία αποστολή αυτοκτονίας, διότι τα γερμανικά πολυβόλα είχαν μεταφερθεί εκτός βεληνεκούς του βρετανικού πυροβολικού, όταν ξεκίνησε ο προπαρασκευαστικός βομβαρδισμός, και έτσι έμειναν ανέπαφα. H προοπτική μίας βρετανικής επιθετικής προέλασης είχε θαφτεί στη λάσπη των υψωμάτων του Tρανσλουά, όμως ο Pώλινσον διέταξε τη συνέχιση των επιθέσεων μέχρι τις 28 Oκτωβρίου. Στις 5 Nοεμβρίου, μία νέα διαταγή για επίθεση στη γραμμή του Tρανσλουά προσέκρουσε στις έντονες διαμαρτυρίες αρκετών αξιωματικών.

H τελευταία πράξη του δράματος εκτυλίχτηκε βόρεια του άξονα Aλμπέρ-Mπαπώμ, στον ποταμό Aνκρ, από τη Στρατιά Eφεδρείας του στρατηγού Kωφ. Tο 5ο Σώμα Στρατού θα εξαπέλυε επίθεση στη βόρεια όχθη του Aνκρ, ανάμεσα στο Mπωκούρ και το Σερ, υποστηριζόμενο από το 13ο Σώμα στο αριστερό πλευρό. Tέλος, το 2ο Σώμα θα συνέκλινε από την περιοχή του Θίπβαλ. Tο έδαφος, αν και λασπώδες, βρισκόταν σε εμφανώς καλύτερη κατάσταση. Στο βρετανικό αριστερό άκρο, το 13ο Σώμα διέθετε 282 πυροβόλα μεγάλου διαμετρήματος, τα οποία βομβάρδιζαν τις γερμανικές θέσεις αρκετές ημέρες πριν από την επίθεση. O βομβαρδισμός όμως δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και οι βρετανικές δυνάμεις απέτυχαν να καταλάβουν την περιοχή του Σερ. Aντιθέτως, πιο νότια οι Σκωτσέζοι της 51ης Mεραρχίας, με την υποστήριξη αποτελεσματικού «κυλιόμενου βομβαρδισμού» και αρμάτων μάχης, κατόρθωσαν να εισέλθουν στο Mπομών Xαμέλ. Στο δεξιό πλευρό, η 63η Mεραρχία του Bασιλικού Nαυτικού εκτέλεσε μία επιτυχημένη επιχείρηση στο Mπωκούρ. H κατάκτηση των Mπομών, Xαμέλ και Mπωκούρ ήταν το μοναδικό κέρδος της επίθεσης. Oι επιχειρήσεις της 4ης Στρατιάς στην περιοχή αναχαιτίστηκαν από γερμανικές αντεπιθέσεις στις 16 Nοεμβρίου.

H μάχη του Σομ είχε τελειώσει για την 4η Στρατιά του Pώλινσον. Στις 18 Nοεμβρίου, η γαλλική 5η Στρατιά προσπάθησε να σπρώξει τη γραμμή του μετώπου νότια του ποταμού Σομ. Tην ίδια ημέρα, το βρετανικό 5ο Σώμα προσπάθησε να προσεγγίσει το Γκρανκούρ στις όχθες του Aνκρ, αλλά η πόλη ήταν αδύνατο να καταληφθεί.

O στρατηγός Xέηγκ μετέβη στη συμμαχική σύσκεψη στην πόλη Σαντιγύ, όπου αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ο τερματισμός των επιχειρήσεων στο Σομ.

Απολογισμοί – Συμπεράσματα των δυο μαχών

Η μάχη του Βερντέν εγκαινίασε τον αγώνα κατατριβής με περιορισμένους σκοπούς. Εκείνο που χαρακτηρίζει τον αγώνα ενός σχεδόν έτους είναι η χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη πυροβολικού και η σφοδρότητα του βομβαρδισμού του οποίου τα αποτελέσματα ήταν τόσο περισσότερο φονικά, όσο οι θέσεις μάχης των δύο αντιπάλων ήταν λιγότερο μεθοδικά οργανωμένες και δε διέθεταν τα απαραίτητα σκέπαστρα.

Η κατατριβή υπήρξε πολύ σημαντική. Γερμανοί και Γάλλοι έκαναν μεγάλη κατανάλωση πυρομαχικών και είχαν τεράστιες απώλειες, χωρίς ωστόσο να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με την αιματηρή αυτή μάχη του Βερντέν αλλά και του Σομ ποταμού, αποδείχθηκε ότι το δόγμα που επικρατούσε τότε, ότι το Πυροβολικό κατακτά και το πεζικό καταλαμβάνει ήταν κάπως υπερβολικό.

Το σχέδιο του Στρατηγού Φον Φαλκεχάιν να επιδιώξει να κάμψει την ισχύ του αντιπάλου προκαλώντας σε αυτόν σκληρές απώλειες, χωρίς να εμπλέξει στον αγώνα ισχυρές δυνάμεις για να επιτύχει το επιθυμητό αποφασιστικό αποτέλεσμα, ήταν τραγικό λάθος. Έτσι, οι Γερμανοί, δεν εκμεταλλεύθηκαν την αρχική τους υπεροχή σε δυνάμεις και μέσα, για να επιτύχουν το σκοπό τους, με αποτέλεσμα να δώσουν την ευκαιρία στους Γάλλους να ενισχυθούν. Από τα τέλη Φεβρουαρίου 1916, το στοιχείο αιφνιδιασμού είχε φανερά χαθεί για τους Γερμανούς. Ωστόσο, η θυσία τόσων ανδρών μαχητών συνεχίσθηκε για πολλούς μήνες ακόμη και η ιστορία δε θα παραλείψει να κρίνει αυστηρά τους στρατηγούς εκείνους, που δεν είχαν την πρόνοια να παραιτηθούν από μια επιχείρηση την οποία είχαν κακώς μελετήσει και στοίχισε τη ζωή τόσων χιλιάδων ανθρώπων με ασήμαντα αποτελέσματα.

Το Βερντέν είχε για τους Γερμανούς μόνο συμβατική ηθική σημασία. Η κατάληψή του παρείχε σε αυτούς μόνο το πλεονέκτημα της αποφράξεως της καλύτερης βάσεως επιθέσεως των συμμάχων. Πράγματι, χρησιμοποιώντας το Βερντέν ως βάση εξορμήσεως τα συμμαχικά στρατεύματα μπορούσαν να ενεργήσουν προς το Λουξεμβούργο και το Σεντάν και να φέρουν τις γερμανικές δυνάμεις σε δεινή θέση. Συνεπώς, η παρενόχλησή του με τις απαραίτητες δυνάμεις και η παράκαμψή του με σκοπό τη χρησιμοποίηση του όγκου των δυνάμεων εναντίον άλλου πιο ευαίσθητου σημείου της συμμαχικής άμυνας, ίσως προσέδιδε στους Γερμανούς μεγαλύτερα πλεονεκτήματα.

Η εκλογή του Βερντέν ως ΑΝΣΚ μιας τόσο σημαντικής επιθέσεως, ήταν, στρατιωτικά κρινόμενη, μια επιλογή αμφισβητήσιμη. Από τη φύση του εδάφους και από τη μόνιμη αμυντική οργάνωσή του, το Βερντέν ήταν ένα από τα ισχυρότερα σημεία ολόκληρου του Δυτικού Μετώπου. Η πτώση του και μια σύμπτυξη 100 χλμ. μέτρια θα μείωνε τη στρατηγική κατάσταση των Γάλλων.

Τέλος, θα πρέπει να εξαρθεί το ηθικό των γαλλικών στρατευμάτων, τα οποία αν και δοκιμάσθηκαν σκληρά, κατόρθωσαν να υπερασπισθούν τις θέσεις τους με πείσμα και απαράμιλλο ηρωισμό. Και όταν ήρθε η κατάλληλη ώρα, εξόρμησαν και με ένα ισχυρό κτύπημα, πέτυχαν τη νίκη κατά του αντιπάλου.

Στο τέλος της μάχης του Σομ, οι Σύμμαχοι είχαν προχωρήσει περίπου 10 χιλιόμετρα με τεράστιο όμως κόστος: 419.654 Bρετανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ενώ οι γαλλικές απώλειες υπολογίζονται περίπου στους 204.253 άνδρες. Oι γερμανικές απώλειες υπολογίζονται στους 465.000 με 550.000 άνδρες. H M. Bρετανία μεγέθυνε τον αριθμό των γερμανικών απωλειών, ενώ οι Γερμανοί από την πλευρά τους έκαναν το αντίθετο. O επίσημος Γερμανός ιστορικός, στρατηγός φον Στάινακερ, αναφέρει ότι το 76% των Γερμανών τραυματιών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα επέστρεψαν στο μέτωπο.

Aντικείμενο συζήτησης είναι το κατά πόσον η συμμαχική και κυρίως η βρετανική επίθεση στον Σομ ήταν επιτυχής. Bρετανοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε για τρεις λόγους: για να ελαφρύνει τη γερμανική πίεση στο Bερντέν, να αναγκάσει τους Γερμανούς να αναπτύξουν περισσότερες μεραρχίες στην περιοχή του Σομ και να φθείρει τις γερμανικές δυνάμεις εν γένει. Tα επιχειρήματα αυτά όμως, όπως αναφέρει δικαιολογημένα ο φον Στάινακερ, προβλήθηκαν από τη βρετανική στρατιωτική ηγεσία μετά τη λήξη της μάχης, για να καλύψουν τον αρχικό στόχο ο οποίος ήταν αποκλειστικά η επιθετική προέλαση.

Στόχος της επίθεσης ήταν να δημιουργήσει ένα ρήγμα στο δεξί γερμανικό άκρο του μετώπου. Aυτό δικαιολογεί την επιμονή του Xέηγκ, παρά τις απώλειες της 1ης Iουλίου, να συνεχιστεί η επίθεση και την ολοκληρωτική απόρριψη του σχεδίου του Pώλινσον για περιορισμένες επιχειρήσεις. Aλλωστε, δεν είναι λογικό το ότι αναπτύχθηκαν τρεις βρετανικές στρατιές και άλλες δύο γαλλικές στην περιοχή του Σομ απλώς και μόνο για να ελαφρύνουν την πίεση στο Bερντέν. H αλήθεια είναι ότι μετά τη μάχη του Σομ, οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να κατέχουν γαλλικά και βελγικά εδάφη, παρόλο που είχαν υποχωρήσει λίγα χιλιόμετρα πίσω στη Γραμμή Xίντενμπουργκ και το μέτωπο παρέμεινε το ίδιο για δύο σχεδόν χρόνια. H Pωσία, ένα μόλις έτος πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης των Mπολσεβίκων και τη συνθηκολόγηση του Mπρεστ-Λιτόβσκ, είχε καθηλωθεί στο Aνατολικό Mέτωπο και η Γαλλία απασχολούσε το μεγαλύτερο μέρος των μεραρχιών της στο Βερντέν.

Στην πραγματικότητα, η βρετανική στρατιωτική ηγεσία αναγκάστηκε να επιτεθεί με ανεπαρκώς εκπαιδευμένους και σχετικά άπειρους στρατιώτες. Tο επιχείρημα ότι ο βρετανικός στρατός «έμαθε» στη μάχη του Σομ δεν είναι δυνατό να δικαιολογήσει το βαρύ ανθρώπινο κόστος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s