ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Η ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ !

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΑΡΧΕΙΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • Tηλεοπτικές Προτάσεις

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Φαίη στο Παππούς Χατζηφλουρέντζος – τον…
    Μέλια στο Συνομιλητές και Συνέταιροι με…
    γιώργος ηράκλειο στο Συνομιλητές και Συνέταιροι με…
    Πετροβούβαλος στο Συλλογή ειδήσεων 13ης Ιανουαρί…
    Ηράκλης, ο μικρός Πο… στο Ηράκλης, ο μικρός Πορφύριος τη…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΓΡΑΦΩΝ γιά γερμ.ἀποζημιώσεις

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΝΕΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Η Αμυντική Βιομηχανία και η «Στρατηγική Σημασία» της – Παρεξηγήσεις και Μύθοι

Posted by Πετροβούβαλος στο Μαΐου 29, 2016

αναδημοσίευση από τον Βελισάριο

.

Το πρόβλημα

Η αποτυχία της Ελλάδας να αναπτύξει αμυντική βιομηχανία είναι φαινομενικά από τις πιο εντυπωσιακές αποτυχίες της Μεταπολίτευσης. Για μία χώρα που αντιμετωπίζει οξύτατη στρατιωτική απειλή, που δαπανά ένα ασυνήθιστα μεγάλο μέρος του Ακαθάριστου Εθνικού της Προϊόντος σε αμυντικές δαπάνες και η οποία έχει ένα όχι ευκαταφρόνητο επιστημονικό και τεχνικό ανθρώπινο δυναμικό, η αποτυχία αυτή φαντάζει σχεδόν ακατανόητη. Οι λόγοι της αποτυχίας αυτής είναι σύνθετοι, αλλά είναι λόγοι που πρέπει να κατανοηθούν σε βάθος αν η Ελληνική Δημοκρατία αποφασίσει να αντιστρέψει την κατάσταση αυτή. Στο παρόν θα εξεταστεί μία βασική παράμετρος του ζητήματος της Αμυντικής Βιομηχανίας, αυτό της «Στρατηγικής Σημασίας» της, η οποία αναφέρεται κατά κόρον, σχεδόν αυτόματα, σε κάθε αναφορά στην Αμυντική Βιομηχανία, αλλά της οποίας η συγκεκριμένη και ακριβής σημασία παραμένει ασαφής. Η ασάφεια αυτή και οι συνακόλουθες παρεξηγήσεις αποτελούν έναν από τους πολλούς λόγους της αποτυχίας.

Επισημαίνεται προκαταβολικά το εξής: η ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας (κάποιας σημασίας…) είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και κυρίως σύνθετο εγχείρημα. Και είναι σύνθετο εγχείρημα γιατί έχει τρεις διακριτές παραμέτρους οι οποίες την καθιστούν πιο πολύπλοκη από άλλα, αντίστοιχα ζητήματα:

  • μια στρατιωτική παράμετρο – που σημαίνει ότι η βιομηχανία θα πρέπει να υποστηρίζει αλλά, κυρίως, συντονίζεται με την αμυντική προσπάθεια της χώρας,
  • μια βιομηχανική-τεχνολογική παράμετρο, που σημαίνει ότι αφορά την ανάπτυξη τεχνογνωσίας – θέμα πολύ πιο σύνθετο και πολύπλοκο από τη συχνά αναφερόμενη εντύπωση «η χώρα μας έχει τόσους (και τόσο) καλούς μηχανικούς», και τέλος
  • μια οικονομική παράμετρο – που σημαίνει ότι για να αναπτυχθεί αμυντική βιομηχανία, αυτό θα πρέπει να γίνει με όρους οικονομικά βιώσιμους.

Όσο δεν κατανοούνται οι τρεις αυτές πτυχές σε κάποιο βάθος, τότε η επιδίωξη για την ανάπτυξη οποιασδήποτε αξιόλογης αμυντικής βιομηχανίας παραμένει όνειρο θερινής νυκτός. Δυστυχώς, ενώ είναι αναμενόμενη η άγνοια περί του θέματος από τα κόμματα που ασκούν ή εξαγγέλουν πολιτική, φαίνεται να υπάρχουν σοβαρά κενά στην κατανόηση του θέματος ακόμη και από εξειδικευμένες μελέτες για το θέμα, όπως του ΙΟΒΕ ή το ΤΕΕ, όπως διαφαίνεται από δημοσιευμένες εργασίες τους. Μέσα από μια σειρά κειμένων θα επιχειρηθεί να φωτιστούν οι λιγότερο προφανείς – αλλά πλέον κρίσιμες – πτυχές του θέματος.

Ο υπόρρητος συλλογισμός

Σε γενικές γραμμές, όταν γίνεται λόγος για τη «στρατηγική σημασία» της Αμυντικής Βιομηχανίας, υπορρήτως δημιουργείται η εξής σκέψη:

«Εφ΄όσον μπορούμε να κατασκευάζουμε μόνοι μας τα όπλα και τα πυρομαχικά που μας χρειάζονται σε περίπτωση πολέμου και δε χρειάζεται να τα αγοράζουμε από το εξωτερικό, τόσο πιο ανεξάρτητοι είμαστε στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό γιατί η ανάγκη για προμήθεια όπλων και (κυρίως) πυρομαχικών σε περίπτωση πολέμου και κατά τη διάρκειά του, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο πιέσεως εις βάρος μας και, τελικά, εξαρτήσεώς μας από τις προμηθεύτριες χώρες. Επιπλέον, και κατά τη διάρκεια της ειρήνης, εάν για την αγορά όπλων και πυρομαχικών εξαρτόμαστε από τρίτες χώρες, εφ΄όσον αυτές μπορούν να επηρεάζουν τον εξοπλισμό μας (και μάλιστα, και με πιο λεπτούς τρόπους από την «απλή» άρνηση, όπως με έλεγχο επί της ποιότητας και της ποσότητας που μας προμηθεύουν) οι χώρες αυτές και πάλι αποκτούν αθέμιτη πολιτική επιρροή επάνω μας. Την επιρροή αυτή μπορούμε να εξαλείψουμε με την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας, και την αμβλύνουμε στον βαθμό που αναπτύσσουμε εγχωρίως τα αμυντικά συστήματα που χρειαζόμαστε.»

Ο υπόρρητος αυτός συλλογισμός, αν και εύλογος, είναι σε πολλά σημεία λανθασμένος και οδηγεί σε στρεβλές αντιλήψεις για τις επιδιώξεις της – όποιας – βιομηχανικής πολιτικής στον αμυντικό τομέα.

Τα λάθη του συλλογισμού

α) Κανείς (σχεδόν) δεν κατασκευάζει μόνος του τα όπλα που χρησιμοποιεί σε έναν πόλεμο.

Η πρόθεση να «κατασκευάζει κανείς μόνος του τα όπλα που χρησιμοποιεί» είναι, στη σύγχρονη εποχή, εκτός πραγματικότητας. Η πρόοδος της τεχνολογίας έχει καταστήσει τόσο μεγάλη την πολυπλοκότητα και την απαιτούμενη τεχνογνωσία ακόμη και των πιο στοιχειωδών όπλων, ώστε στην πράξη ελάχιστες χώρες είναι σε θέση να αναπτύξουν μόνες τους το σύνολο του εξοπλισμού που απαιτείται για τις Ένοπλες Δυνάμεις τους. Στην πράξη σήμερα μόνον οι ΗΠΑ κατασκευάζουν το σύνολο του απαιτούμενου υλικού για τον πλήρη εξοπλισμό Ενόπλων Δυνάμεων, με τη Ρωσία και την Κίνα να ακολουθούν ασθμαίνοντας. Ακόμη και μεγάλες βιομηχανικές και τεχνολογικές δυνάμεις όπως η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ν. Κορέα κλπ δεν παράγουν παρά ένα μέρος μόνον των συστημάτων που απαιτούν για τις Ένοπλες Δυνάμεις τους, αναγκαζόμενες να εισαγάγουν τα υπόλοιπα – συνήθως από τις ΗΠΑ. Η κατάσταση αυτή δεν είναι (μόνον) αποτέλεσμα πολιτικών καταστάσεων και πιέσεων. Η κατάσταση αυτή οφείλεται στην αντικειμενική βιομηχανική πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από την ανάπτυξη και κατασκευή των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η πολυδιάσπαση της απαιτούμενης τεχνογνωσίας ακόμη και για μεσαίας πολυπλοκότητας οπλικά συστήματα, η απαιτούμενη επένδυση για την ανάπτυξη και κατασκευή τους, καθώς και ο όγκος των πωλήσεων που απαιτείται για να είναι στοιχειωδώς βιώσιμο ένα σύστημα είναι τέτοια που μόνον χώρες με μεγάλες βιομηχανίες μπορούν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις αυτές. Οι πόροι και η απαιτούμενη απόσβεση είναι τέτοιας κλίμακας που στην πράξη σήμερα μόνον ηπειρωτικής κλίμακας βιομηχανίες μπορούν να υποστηρίξουν σε όλο το απαιτούμενο εύρος.

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα το ζήτημα αυτό, πρέπει να αναλογιστεί ότι κάθε «οπλικό σύστημα», όπως, πχ, ένα άρμα μάχης ή ένα πλοίο, αποτελεί ακριβώς ένα σύστημα από αρκετά υποσυστήματα, τελείως διαφορετικού τεχνολογικού τομέα, το καθένα εκ των οποίων είναι καθ΄εαυτό ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα, το οποίο για την ανάπτυξή του (σε ανταγωνιστικό επίπεδο) απαιτεί την ύπαρξη μιας ώριμης βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης σε αυτόν τον τομέα, με το σύνολο των απαιτούμενων υποσυστημάτων να είναι τόσο μεγάλο και ετερογενές που δε γίνεται κατανοητό εκ πρώτης όψεως.

Για να γίνει κατανοητό αυτό, θα αναφερθεί ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, αντλούμενο από την ελληνική πραγματικότητα: γίνεται πολύ μεγάλος λόγος για την ελληνική ναυπηγική βιομηχανία και τη «στρατηγική σημασία» της. Υπονοείται έτσι ότι η ύπαρξη της ελληνικής ναυπηγικής δυνατότητας παρέχει στην Ελλάδα κάποιο σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, αφού αν διαθέτει κανείς ικανά ναυπηγεία μπορεί να κατασκευάσει πολεμικά πλοία μόνος του και κατά βούληση, αποφεύγοντας την εξάρτηση από ξένες δυνάμεις. Στην πραγματικότητα, η «ναυπηγική βιομηχανία» παρέχει τη δυνατότητα κατασκευής του μεταλλικού σκάφους ενός σύγχρονου πολεμικού πλοίου, καθώς και της εγκατάστασης στη μεταλλοκατασκευή των επί μέρους υποσυστημάτων τους. Αγνοώντας, για την οικονομία της συζήτησης, την τεχνογνωσία σχεδιασμού του συνολικού πλοίου (και της μεταλλοκατασκευής), αρκεί να ειπωθεί ότι το τμήμα αυτό του πλοίου αντιστοιχεί στο ένα τρίτο, περίπου, του συνολικού κόστους κατασκευής του πλοίου, με τα υπόλοιπα δύο τρίτα να αντιστοιχούν στο μεγάλο και ετερογενές πλήθος υποσυστημάτων του: προωστήριο σκεύος (κινητήρες), ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, διαφορετικών ειδών και τεχνολογιών αισθητήρες, διαφορετικών ειδών και τεχνολογιών οπλικά συστήματα (που τα ίδια αποτελούν σύνολο τελείως ετερογενών υποσυστημάτων), διαφορετικών ειδών τηλεπικοινωνιακά συστήματα, διαφορετικών ειδών πληροφοριακά συστήματα καθώς και δεκάδων άλλων λιγότερο εμφανών (αλλά απολύτως κρισίμων για τη λειτουργία και την απόδοση του πολεμικού σκάφους) υποσυστημάτων. Αντιλαμβάνεται κανείς λοιπόν ότι ακόμη και στην περίπτωση που έχουμε τα ικανότερα δυνατά ναυπηγεία, αυτό απέχει παρασάγγας από τη δυνατότητά μας να παράγουμε ολοκληρωμένα πολεμικά πλοία χωρίς να εξαρτόμαστε από το εξωτερικό για την κατασκευή (και, φυσικά, για τη συντήρησή τους).

Επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό το εξής: η υπονοούμενη δυνατότητα να «κατασκευάζει κανείς μόνος του τα όπλα του και να μην έχει ανάγκη από ξένες χώρες ώστε να μην υπόκειται σε εκβιασμούς και πιέσεις τους» πάσχει από μία μείζονα πολιτική παρανόηση. Οι τρόποι με τους οποίους οι μεγάλες βιομηχανικές χώρες-κατασκευάστριες μειζόνων οπλικών συστημάτων μπορούν να πιέσουν τις μικρότερες χώρες-«καταναλωτές» είναι δύο:

α. με την επιβολή αποκλεισμού («εμπάργκο») πωλήσεων εξοπλισμού, κατά κανόνα στο πλαίσιο πλήρους και επίσημης πολιτικής απομονώσεως μιας μικρής χώρας από τη «διεθνή κοινότητα»

β. με τον άτυπο αποκλεισμό από τη διάθεση συγκεκριμένων προηγμένων οπλικών συστημάτων – τα οποία όμως καθίστανται διαθέσιμα σε ανταγωνιστικές χώρες, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η στρατιωτική ισορροπία στο περιβάλλον της πιεζόμενης χώρας. Εναλλακτικά ή συνδυαστικά, η πίεση μπορεί να περιλαμβάνει την καθυστέρηση ή την ανεπαρκή παροχή υποστηρίξεως σε ανταλλακτικά για προηγμένα οπλικά συστήματα, γεγονός που σταδιακά θέτει τα συστήματα αυτά εκτός λειτουργίας και, τελικώς, επηρεάζει τη στρατιωτική ισορροπία του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της χώρας που υφίσταται την πίεση.

Ο μεν πρώτος τρόπος, αυτός του πλήρους αποκλεισμού, σημαίνει πολιτικά ότι η πιεζόμενη χώρα έχει προηγουμένως υποστεί μείζονα πολιτική ήττα, έχει δηλαδή απομονωθεί σε τέτοιο βαθμό ως «παρίας» του διεθνούς συστήματος, που η κατάστασή της είναι συνολικά εξαιρετικά δύσκολη και η απομείωση της στρατιωτικής της ισχύος είναι μικρό, μόνον, μέρος του προβλήματός της. Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι ένα ενδεχόμενο για το οποίο δεν έχει νόημα να προετοιμάζεται η χώρα μας, και στο οποίο καμία, πρακτικά, μικρή χώρα δεν έχει ανταπεξέλθει επιτυχώς.

Ο δεύτερος τρόπος – τον οποίον η χώρα μας έχει κατά καιρούς υποστεί, αν και όχι εμφανώς – δε μπορεί να λυθεί μέσω της ανάπτυξης πολεμικής βιομηχανίας από την πιεζόμενη χώρα. Ο λόγος είναι ότι είναι πρακτικά αδύνατον να αναπτύσσει μια μικρή χώρα τα πλέον εξεζητημένα οπλικά συστήματα από τα οποία αποκλείεται, όπως επίσης είναι πρακτικώς αδύνατον να συντηρεί μέσω της ιδίας πολεμικής βιομηχανίας το πλήθος των ετερογενών και οπλικών συστημάτων που η ίδια χρησιμοποιεί. Το εγχείρημα είναι τόσο δύσκολο που για να το επιτύχει μια χώρα θα χρειαζόταν τόσο προηγμένη και εκτενή πολεμική βιομηχανία που στην πράξη θα είχε εξ αρχής κατασκευάσει τα οπλικά συστήματα εγχωρίως. Για να το θέσουμε απλά με ένα παράδειγμα: αν, πχ, η Γαλλία αποφάσιζε να μην παρέχει ανταλλακτικά στην Ελλάδα για να συντηρεί τα αεροσκάφη M-2000 που διαθέτουμε, θα ήταν αδύνατη η ικανοποιητική υποστήριξη των αεροσκαφών αυτών από μια «προηγμένη» εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Πολύ περισσότερο, θα ήταν αδύνατη η υποστήριξη όλων των γαλλικών συστημάτων από την εγχώρια βιομηχανία, γιατί προφανώς η πολιτική πίεση από μία χώρα δε θα αφορούσε επιλεκτικά ένα μόνον οπλικό σύστημα αλλά είτε το σύνολο των συστημάτων ή, πάντως, τα πιο κρίσιμα.

Με άλλα λόγια: ο όποιος στρατηγικός σχεδιασμός για ισχυρή και προηγμένη εγχώρια αμυντική βιομηχανία δε θα πρέπει να υπαγορεύεται από ανεδαφικούς ή άστοχους πολιτικούς σχεδιασμούς. Η όποια πολιτική περί αμυντικής βιομηχανίας θα πρέπει να υποστηρίζει έναν ρεαλιστικό πολιτικό σχεδιασμό.

β) Κανείς (σχεδόν) δεν κατασκευάζει μόνος του τα πυρομαχικά που χρησιμοποιεί σε έναν πόλεμο

Ό,τι ισχύει για τα οπλικά συστήματα, ισχύει – grosso modo – και για τα σύγχρονα πυρομαχικά. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε ακόμη και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι πλέον αδύνατη από μια χώρα που δεν έχει τις βιομηχανικές δυνατότητες των μεγάλων χωρών, να κατασκευάσει μόνη της τα «πυρομαχικά» που χρησιμοποιούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της. Κι αυτό γιατί στη σύγχρονη εποχή, οι Ένοπλες Δυνάμεις χρησιμοποιούν δύο διακριτές, ευρείες κατηγορίες πυρομαχικών: τα «σιδηρά» πυρομαχικά και τα κατευθυνόμενα πυρομαχικά. Σε γενικές γραμμές, τα «σιδηρά» πυρομαχικά (τα – μη κατευθυνόμενα – βλήματα ελαφρών και βαρέων χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών μέσων) αποτελούν προϊόντα σχετικά (τονίζεται: σχετικά!) περιορισμένης τεχνολογικής πολυπλοκότητας η οποία περιορίζεται στη μεταλλουργία, τη χημική μηχανική και, σε περιορισμένο βαθμό, την αεροδυναμική. Φυσικά, ακόμη και σε ότι αφορά αυτή την κατηγορία, η πολυτυπία των χρησιμοποιούμενων πυρομαχικών είναι τέτοια που η εγχώρια κατασκευή του συνόλου τους αποτελεί πρόκληση για μία σχετικά μικρή χώρα. Πολύ περισσότερο, ακόμη και στην κατηγορία αυτή η τεχνολογική «απλότητα» τείνει να εκλείψει. Ενδεικτικά και μόνον: η ανάπτυξη (και λιγότερο η παραγωγή) ενός βλήματος κινητικής ενέργειας για ένα άρμα είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο και σύνθετο τεχνικό εγχείρημα, τέτοιο που μόνον χώρες που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού έχουν επιχειρήσει.

Όμως οι σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις στηρίζονται εξ ίσου σε μια δεύτερη κατηγορία πυρομαχικών, τα κατευθυνόμενα, και στη συντριπτική τους πλειοψηφία πυραυλικά πυρομαχικά. Κάθε κατευθυνόμενο πυραυλικό πυρομαχικό είναι απείρως πιο πολύπλοκο από ένα «σιδηρούν» πυρομαχικό, ενώ το πλήθος των κατευθυνόμενων πυραυλικών πυρομαχικών είναι ακόμη μεγαλύτερο από το πλήθος των σιδηρών. Τα πιο σημαντικά πυρομαχικά της κατηγορίας, όπως οι πύραυλοι αέρος-αέρος, επιφανείας-επιφανείας κλπ είναι πολυπλοκότητας αντίστοιχης με αυτής των κυρίων οπλικών συστημάτων, ενώ η κατασκευή τους προϋποθέτει τη συνεργασία – αν όχι τον από κοινού σχεδιασμό – με εξ ίσου πολύπλοκα συστήματα αισθητήρων που τα κατευθύνουν. Καθίσταται έτσι προφανής η ουτοπία της «αυτάρκειας σε πυρομαχικά».

γ) Κατά τη διάρκεια ενός πολέμου μιας «λογικής» διάρκειας, είναι δύσκολο να κατασκευαστούν πυρομαχικά σε ποσότητες τέτοιες που να έχουν σημασία

Η τρίτη συνήθης παρεξήγηση σχετικά με τη σημασία της εγχώριας κατασκευής πυρομαχικών αφορά τη δυνατότητα μιας χώρας να υποστηρίξει βιομηχανικά τη διεξαγωγή πολέμου αυτόνομα και χωρίς ανάγκη εξωτερικής υποστήριξης, δηλαδή παροχής ή αγοράς πυρομαχικών. Πρόκειται για μία ακόμη βασική ουτοπία, υπό το πρίσμα του σύγχρονου πολέμου. Οι αναμενόμενες επιχειρήσεις σε έναν σύγχρονο πόλεμο, και ειδικά σε έναν ενδεχόμενο ελληνο-τουρκικό πόλεμο, θα είναι εξαιρετικά υψηλής εντάσεως και, όπως όλοι οι υψηλής εντάσεως πόλεμοι, θα έχουν τρομακτικούς ρυθμούς καταναλώσεως πυρομαχικών (και όχι μόνον). Με τέτοιους ρυθμούς καταναλώσεως και με δεδομένη την πολυπλοκότητα της κατασκευής των πυρομαχικών, ακόμη και των σιδηρών, το μόνο που έχει σημασία είναι τα αποθέματα πυρομαχικών και όχι η δυνατότητα κατασκευής πυρομαχικών κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Οι εφικτοί ρυθμοί παραγωγής σιδηρών πυρομαχικών οριακά μόνον μπορούν να ενισχύσουν το υφιστάμενο απόθεμα κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ενώ για τα κατευθυνόμενα και πυραυλικά πυρομαχικά δεν τίθεται, καν, θέμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να ενισχύσουν τα δικά τους αποθέματα κατευθυνόμενων πυραυλικών πυρομαχικών κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών στη Λιβύη, όταν επαπειλήθηκε εξάντλησή τους (για λόγους που είχαν σχέση με τη γενικότερη… γενναιοδωρία των ΗΠΑ σε βομβαρδισμούς). Είναι προφανώς ουτοπικό για την Ελλάδα να έχει σχετικές φιλοδοξίες.

Είναι στρατηγικά άχρηστη, λοιπόν, η αμυντική βιομηχανία;

Η απάντηση είναι: κάθε άλλο! Η αμυντική βιομηχανία έχει σήμερα εξίσου κρίσιμη στρατηγική σημασία εθνική ασφάλεια όσο και στο παρελθόν. Απλώς, το επίκεντρο της σημασίας της έχει μετατοπιστεί σε άλλες περιοχές. Περί αυτού, σε επόμενο σημείωμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s