ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    ΘΑΝΟΣ ΚΟΥΚ στη Τα τζαμιά στην Κολωνία θα μετα…
    nikiphoros στη Τι δρομολογεί η ανασύσταση της…
    Πετροβούβαλος στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
    Πετροβούβαλος στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
    Δημοσθένης ο Μακεδών στη Το όνομα Ρούπελ σύμβολο αντίστ…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΤΟΛΗ – μέρος τρίτο

Posted by Φαίη στο 3 Ιανουαρίου, 2016

Οι Άγιοι Μέγας Αντώνιος και Παύλος ο Θηβαίος – κοπτική αγιογραφία 14ου αιώνα.

μέρος πρώτο, μέρος δεύτερο

Του Φώτη Κόντογλου

Από τον Λίβανο ας πάμε στην Αίγυπτο.

Σ’ αυτήν τη μυστηριώδη χώρα πήγα προσκαλεσμένος από την Κυβέρνηση, για να εργαστώ στο κόπτικο μουσείο.

Παρεκτός από το αρχαίο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου, στο παλιό Κάΐρο βρίσκουνται κι άλλες παλιές εκκλησιές, που τις μελέτησα. Σ’ αυτό με βοηθήσανε ο διευθυντής του κόπτικου μουσείου Μάρκο – πασάς και, προ πάντων, ο γραμματέας Γιασά, άνθρωπος πολύ ευγενικός που είχε τη μανία να μου μιλά στην αρχαία ελληνική γλώσσα: «Βούλομαι ειπείν υμίν, κ Κόντογλε!» Και τα γράμματα που μου έγραφε, σαν γύρισα στην Αθήνα, τα έγραφε στην αρχαία γλώσσα: «Εγώ πάντοτε μέμνημαί σου και ελπίζω επανιδείν σε εν Αιγύπτω, ότι ετίμησες γένος Αθηναίων!». Μου εξηγούσε πολλά κόπτικα χειρόγραφα, που ήτανε γεμάτα από ελληνικές λέξεις. Πήγαμε μαζί και σε κάποια μοναστήρια.

Όσο διάστημα έμεινα σε κείνη τη χώρα, που είναι σκεπασμένη με ένα ιδιαίτερο μυστήριο, βρισκόμουνα σαν σε όνειρο. Εκεί φανερωθήκανε οι πρώτοι κ’ οι πιο σπουδαίοι ασκητάδες, ο Μέγας Αντώνιος, ο Παχώμιος, ο Παύλος ο Θηβαίος, οι δύο Μακάριοι, Μωυσής ο Αιθιόψ κ’ οι αμέτροιτοι αναχωρητές που είναι γραμμένοι στο Λαυσαϊκό. Σωστά είπε εκείνος ο αρχαίος, πως η Αίγυπτος δεν γεννάει εύκολα πνευματικούς ανθρώπους, «εάν δε τίκτει, μέγα τίκτει» – «αλλά όποτε γεννήσει, γεννά μεγάλον άνθρωπο».

Ο Μέγας Αντώνιος ασκήτεψε στην αρχή σ’ ένα μέρος που βρίσκεται ανατολικά του Νείλου. Εκείνον τον καιρό αυτή την τοποθεσία την λέγανε Πισπίρ, τώρα τη λένε Ντεΐρ ελ Μνεμούν. Ύστερα πήγε μέσα στη βαθύτερη έρημο.

Το παράδειμά του τράβηξε πολύν κόσμο στην έρημο, και τότες είπανε πως οι πολιτείες ρημάξανε κ’ η έρημος κατοικήθηκε. Υστερώτερα, που φανερώθηκε ο Παχώμιος κ’ έκανε το μεγάλο μοναστήρι του, ολόκληρα χωριά ρημάξανε, γιατί καλογερέψανε όλοι οι άνθρωποι που τα κατοικούσανε, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Τόση ήταν η δίψα τους για τη μέλλουσα ζωή, που είχανε κληρονομήσει από τους αρχαίους προγόνους τους.

Ο δρόμος που πηγαίνει στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου έχει στα δεξιά του κάτι κίτρινους βράχους και στ’ αριστερά την ακροθαλασσιά της Ερυθρής Θάλασσας, που δεν έχει καθόλου κόκκινο χρώμα, παρά μαβί σκούρο. Φτάνοντας σ’ έναν φάρο που τον λένε Ζαφαράν, ο δρόμος στρίβει κατά το βασίλεμα και τραβά μέσα στον άμμο.

Το μαναστήρι κρύβεται πίσω από κάτι χαμηλά αμμόβουνα, και παρουσιάζεται μονομιάς. Το σκέδιό του είναι σαν ένα μεγάλο τεσσεράγκωνο χτίριο, σαν κάστρο, με τοίχους δίχως παράθυρα. Έχει μοναχά μια μικρή πόρτα, πάντα κλειστή. Την ανοίγουνε μ’ ένα μεγάλο παράξενο κλειδί ξυλένιο, που το κρατά ο ηγούμενος.

Σαν χτυπήσει κανένας την πόρτα, παρουσιάζεται ένας καλόγερος και ζητά τη γραμμένη άδεια από τον Κόπτη πατριάρχη.

Οι τοίχοι της μάντρας έχουνε ύψος ως δέκα μέτρα, κι από απόσταση σε απόσταση υπάρχουνε κάτι μικροί πύργοι. Έχουνε μάκρος ως δύο χιλιόμετρα, και χρειάζεται παραπάνω από μιάν ώρα για να κάνει κανένας τον γύρο τους.

Μέσα σ’ αυτό το κάστρο είναι χτισμένες εκκλησιές, τράπεζες, κελλιά, αποθήκες, αρχονταρίκια κι άλλα χτίρια. Θαρρεί κανένας πως βρίσκεται μέσα σ’ ένα χωριό, που τα περισσότερα σπίτια είναι χτισμένα με πλίθους κ’ έχουνε ξύλινα χαγιάτια. Τα σοκάκια είναι στενά και στροφογυρισμένα. Οι εκκλησιές είναι πολλές, σκεπασμένες με χαμηλούς κουμπέδες, σαν χαμάμια. Εδώ κ’ εκεί βλέπει κανένας κάποια περιβόλια με λαχανικά, στολισμένα με χουρμαδιές. Ανάμεσά τους τρέχει το νερό μέσα σ’ αυλάκια, και ποτίζει αυτήν την όαση. Όλα είναι δίχως τάξη, τα χτίρια παμπάλαια και μισογκρεμνισμένα, παρατημένα δίχως φροντίδα, που σε πιάνει μελαγχολία σαν συλλογίζεσαι τη μεγάλη ιστορία που έχει αυτό το μοναστήρι, όπου στάθηκε το πρώτο ασκηταριό της χριστιανωσύνης.

Οι μοναχοί λένε πως το έχτισε ο άγιος Αντώνιος, μα η αλήθεια είναι πως το χτίσανε Έλληνες, κατά τα 500 μ.Χ.. Οι Κόπτες το κατοικήσανε κατά τα 800 μ.Χ., και πήγανε από τη Νιτρία, αφού πήρανε μαζί τους το λείψανο του αγίου Ιωάννου του Κολοβού.

Κατά τα 1300, ένας καλόγερος Συμεών γύρισε πολλά θρησκευτικά βιβλία από τα κόπτικα κι από τ’ αραβικά στην αιθιοπική γλώσσα, κι ανάμεσα σ’ αυτά ήτανε κ’ ένας συναξαριστής με βίους αγίων της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, απ’ όπου είναι εξαρτημένη η Εκκλησία της Αιθιοπίας. Στα 1210 ένας μοναχός του μοναστηριού, λεγόμενος Ισαάκ, έγινε μητροπολίτης της Αιθιοπίας.

Αλλά στα 1493 οι μωχαμετάνοι υπηρέτες του μοναστηριού σκοτώσανε τους καλογέρους και ρημάξανε το μοναστήρι. Εξήντα χρόνια ήτανε έρημο, ως που, στα 1525, ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Ζ’ ξανάχτισε τον καστρότοιχο κ’ έβαλε στο μοναστήρι μοναχούς. Από τότε, ως τα σήμερα, το μοναστήρι δεν έπαθε τίποτα.

Μέσα σε κείνα τ’ αναρίθμητα κελλιά, ζούνε τώρα μοναχά καμμιά σαρανταριά καλόγεροι. Το φόρεμά τους είναι ένα ράσο γαλάζιο ή σταχτί και μια σκούφια άσπρη. Αλλά μπορεί να δεις και κάποιους καλόγερους που φοράνε βρακιά και κελεμπίες, όπως οι Μπεντουβίνοι.

Ζούνε με μεγάλη απλότητα. Σηκώνουνται στις τρεις ή ώρα και κάνουνε μιά πρωϊνή προσευχή, που βαστά ως τις έξι. Το βράδι, κατά το βασίλεμα του ήλιου, κάνουνε άλλη μιά προσευχή, που βαστά και κείνη τρεις ώρες. Ψέλνουνε με πολλή ιεροπρέπεια, βαστώντας τον χρόνο απάνω σ’ ένα μικρό κύμβαλον1, και θυμιάζουνε με πολλά θυμιατήρια. Μέσα στην έρημο είναι πολύ συγκινητικό ν’ ακούει κανένας αυτήν την ψαλμωδία. Τις άλλες ώρες κλείνεται ο καθένας μέσα στο κελλί του, κ’ εκεί μπορεί να δουλεύει, να μαγειρεύει ή να κάνει την προσευχή του.

Μέσα στην εκκλησιά σώζουνται κάμποσες τοιχογραφίες. Στον νάρθηκα είναι ζωγραφισμένοι έξι άγιοι καβαλάρηδες, ο άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, ο άγιος Κλαύδιος που τρυπά με το κοντάρι του τον Διοκλητιανό, ο άγιος Μηνάς με δυό καμήλες, κι άλλοι δυό. Μέσα στο καθολικό είναι ζωγραφισμένοι από άλλο χέρι, πιο μαστορικό και με πιο σοβαρά χρώματα, κάμποσοι ασκητές της ερήμου, ο Αντώνιος, ο Παύλος ο Θηβαίος, ο Αρσένιος, Μωησύς ο Αιθίοψ, ο Βαρσανούφιος, και κάποιοι άλλοι με αιγυπτιακά ονόματα. Όλοι στέκουνται σε στάση ιερατική με τα μάτια στυλωμένα. Μέσα στην κόγχη του ιερού βήματος είναι ζωγραφισμένοι ο άγιος Γιώργης κι ο Άγιος Μάρκος, κ’ οι δυό καβαλάρηδες, ο Μελχισεδέκ, που προσφέρει τους άρτους στον Αβραάμ, και κάποιες άλλες υποθέσεις που δεν ξεχωρίζουνε καλά.

Η καλύτερη τοιχογραφία βρίσκεται μέσα σ’ ένα παρεκκλήσιο, στην κόγχη του. Παριστάνει τον Χριστό Παντοκράτορα, καθισμένον σε θρόνο. Με το ένα χέρι βλογά και με τ’ άλλο κρατά το ευαγγέλιο ακουμπισμένο στο γόνατό του. Μπροστά στον θρόνο είναι γονατισμένοι δυό άγγελοι. Δεξιά κι αριστερά είναι ο ήλιος και το φεγγάρι, κι από τις δυο μεριές στέκουνται σε στάση δεήσεως δυό παράξενα πλάσματα με κεφάλια σκυλίσια, με χέρια ανθρώπινα και μ’ έξι φτερά. Όπως φαίνεται, αυπά παριστάνουνε τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, κατά το: «Εξαπτέρυγα ζώα τα Σεραφείμ ταις απαύσταις φωναίς Σε υπερυψοί.» Ο χαρακτήρας της ζωγραφικής είναι κόπτικος, μονοκόμματος, με κοφτές γραμμές, με πρόσωπα σαν είδωλα, δίχως πολή έκφραση, και με απλή και λίγο πρόχειρη εκτέλεση. Κατά τη γνώμη μου, θα έχιε γίνει κατά τον Greek Digamma cursive 02.svg’ ή Ζ’ αιώνα. Η εκκλησία δεν είναι περιποιημένη, καπνισμένη από τα κεριά και παραμελημένη.

Το μοναστήρι του αγίου Παύλου του Απλού, από τις Θήβες της Αιγύπτου, βρίσκεται νοτινά από το μοναστήρι του αγίου Αντωνίου. Για να πάγει κανένας, περνά μιαν έρημο από κατάξερους βράχους. Βρίσκεται κάτω από ένα βουνό δίχως το παραμικρό χορτάρι. Η ερημιά σε κάνει να φοβηθείς. Αυτή είναι αληθινά «η έρημος η άνευ παρηγορίας». Συλλογίζεσαι τα δικά μας μοναστήρια, ακόμα και τα πιο ερημικά, και σου φαίνονται χαρούμενα μπροστά σε τούτην τη σκυθρωπότητα.

Κι αυτό το μοναστήρι είναι χτισμένο σαν του αγίου Αντωνίου. Μοναχά είναι τριγυρισμένο με πιο ψηλούς τοίχους, κ’ η όψη του έχει περισσότερη αγριότητα. Απ’ όξω φαίνεται σαν κοιμητήριο. Λες πως δεν υπάρχει μέσα ψυχή ζωντανή. Οι τοιχογραφίες είναι ξαναζωγραφισμένες από πάνω μ’ ελεεινά χρώματα από κάποιον μπογιατζή. Παντού ακαλαισθησία και παρακμή.

Η έρημος της Νιτρίας βρίσκεται κατά τα βορειοανατολικά του Καΐρου, δυτικά από τον Νείλο, ανάμεσα στον ποταμό και στη Μεσόγεια Θάλασσα. Λεγοτανε έτσι, γιατί από κείνα τα μέρη βγάζανε το νίτρο που μπαλσαμώνανε τους πεθαμένους οι αρχαίοι Αιγύπτιοι.

Τούτη η έρημος είναι ίδια θάλασσα, όλο άμμος, απέραντη και ίσια. Θαρρείς πως βρίσκεσαι σε άλλον κόσμο.

Στην αρχαία Νιτρία υπήρχανε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπως είναι γραμμένα στο Λαυσαϊκό. Τώρα υπάρχουνε μοναχά τέσσερα μοναστήρια, του αγίου Μακαρίου, του αββά Μπισχόϊ, των Συριάνων και το Μπαραμούς. Στ’ αραβικά τα λένε Ντεΐρ Μακάριος ή Αμπού Μακάρ, Ντεΐρ Αμπά Μπισχόϊ, Ντείρ ες Σουριάνι και Ντεΐρ Μπαραμούς. Την έρημο της Νιτρίας τη λένε Ουάντι Νατρούν.

Αυτά τα μοναστήρια είναι χτισμένα στο ίδιο σκέδιο με του αγίου Αντωνίου, αλλά είναι πιο στενά και πιο καλοδιατηρημένα. Από μακριά θαρρείς πως είναι κάποιο ξωτικό καράβι ή καμμιά κιβωτός, που αρμενίζει σιωπηλά μέσα στο χάος της θάλασσας.

Το μεγαλύτερο από τα τέσσερα μοναστήρια είναι το Μπαραμούς. Μα είναι το πιο μοντερνοποιημένο, μαζί με το μοναστήρι του αββά Μπισχόϊ. Τα πιο καλά είναι το συριάνικο και το μοναστήρι του αγίου Μακαρίου. Το Αμπού Μακάρ είναι το πιο αρχαίο.

Το καραβάνι φτάνει μπροστά σε μια θεόρατη καμαρωτή καστρόπορτα, που ανοίγει ύστερ’ από κάμποσα χτυπήματα, και παρουσιάζεται ο ηγούμενος με τους καλόγερους, που υποδέχουνται τους προσκυνητές με πολλή καλωσύνη. Μέσα το μοναστήρι είναι σαν εκείνα που ιστορίσαμε. Μοναχά που σε τούτο υπάρχει περισσότερη τάξη.

Σε τρία παρεκκλήσια υπάρχουνε κάποιες τοιχογραφίες που είναι ζωγραφισμένες κατά τον ΙΔ’ αιώνα. Οι ασκητές έχουνε ιερατικό ύφος, κ’ οι καβαλάρηδες φανερώνουνε κάποια ζωντάνια. Τα χρώματα δεν είναι τόσο χτυπητά όσο στον νάρθηκα του αγίου Αντωνίου. Οι πιο αρχαίες όμως τοιχογραφίες βρίσκουνται στη μεγάλη εκκλησία, κ’ είναι κανωμένες κατά τον Θ’ και Ι’ αιώνα. Παριστάνουνε υποθέσεις από τη ζωή του Χριστού, και πολλές απ’ αυτές είναι εκφραστικές, μ’ όλο που είναι ζωγραφισμένες με απλόν τρόπο και λίγο πρόχειρα. Το παράξενο είναι πως τα κοσμήματα είναι αραβουηργήματα μουσουλμανικά.

Τοιχογραφίες από το μοναστήρι Ντεϊρ ες Σουριάνι στην έρημο της Νιτρίας.

Το Ντεΐρ ες Σουριάνι, ήγουν το μοναστήρι των Συριάνων, είναι περισσότερο σιγυρισμένο και ευπρεπισμένο. Η εκκλησία του είναι αφιερωμένη στην Παναγία, που τη λένε η Άραβες, Ελ Χάντρα. Είναι στολισμένη με τοιχογραφίες ζωγραφισμένες σε συριάνικο ύφος, που κατά βάθος δεν έχει διαφορά από το καθαρό βυζαντινό. Ξεχωρίζουνε οι σκηνές από το Δωδεκάορτο: η Γέννηση, η Βάπτιση, η Ανάληψη, η Κοίμηση της Θεοτόκου κι άλλες. Οι πόρτες της εκκλησιάς είναι δουλεμένες με τα λεγόμενα φυτευτά2, που τ’ αγαπάνε στην Αίγυπτο.

Το μοναστήρι λέγεται των Συριάνων, γιατί το βαστάξανε οι Σύροι από τα 700 μ.Χ. έως τα 1600. Τώρα το ‘χουνε οι Κόπτες.

Ιδρύθηκε στα 535 μ.Χ.. Το πρώτο όνομά του ήτανε «Θεοτόκος του αββά Μπισχόϊ». Αυτό φανερώνει πως ήτανε μετόχι του άλλου μοναστηριού που έχει αυτό τ’ όνομα. Οι Συριάνοι το πιάσανε ύστερ’ από διακόσα χρόνια, με την υποστήριξη που τους δώσανε κάποιοι πλούσιοι έμποροι συριάνοι, που είχανε εγκατασταθή στο Φοστάν, το σημερινό Κάϊρο. Αυτοί πλουτίσανε το μοναστήρι και με πολλά σπάνια βιβλία, γραμμένα στη συριάνικη γλώσσα. Αλλά τα περισσότερα και τα πιο σπουδαία βιβλία τ’ απόχτησε αυτό το μοναστήρι χάρη σ’ έναν σπουδαίο ηγούμενό του, τον αββά Μωυσή της Νισίβεως, που έθρεψε μεγάλη αγάπη στα γράμματα.

Αυτός ο σπουδαίος καλόγερος πηγε στο Μπαγνάτ στα 927, για να παρακαλέσει τον καλίφη Αλ Μοκταντίρ να σηκώσει τη φορολογία που είχε βάλει στους μοναχούς του μοναστηριού του και, με κείνην την ευκαιρία, έκανε ένα αξίδι στη Μεσοποταμία και στη Συρία, που βάσταξε τρία χρόνια. Στον γυρισμό του στο μοναστήρι, έφερε μαζί του απάνω από διακόσα πενήντα συριάνικα χειρόγραφα, άλλα αγορασμένα κι άλλα χαρισμένα. Παρεκτός απ’ αυτά, είχε καλλιγράφους μοναχούς και κάνανε αντίγραφα από χειρόγραφα που λείπανε από τη βιβλιοθήκη της μονής.

Ύστερ’ απ’ αυτόν, τη βιβλιοθήκη την πλουτίσανε κι άλλοι που τον μιμηθήκανε, όπως ο Κόπτης πατριάρχης της Αλεξανδρείας Αβραάμ, που δώρισε, στα 927, κάμποσα βιβλία, που πολλά απ’ αυτά σώζονται ακόμα σήμερα.

Στα κατοπινά χρόνια οι μοναχοί πάψανε να ενδιαφέρονται για τη σπουδή. Κάπου – κάπου βρίσκεται κανένας που αγαπά τα βιβλία και φροντίζει να τα φυλάξει από την καταστροφή. Ύστερ’ από τα 1700 σκορπιστήκανε τα περισσότερα εδώ κ’ εκεί. Τα πολλά πήγανε στις βιβλιοθήκες της Ευρώπης.

Τα συριάνικα χειρόγραφα είναι πολύτιμα, γιατί είναι από τα πιο αρχαία της χριστιανωσύνης. Ένα χειρόγραφο, από την Έδεσσα, είναι γραμμένο στα 411 μ. Χ.. Ένα άλλο είναι γραμμένο στα 464, στο Ντιάρ – Μπεκίρ. Στα 474 γράφτηκε στη Δαμασκό ένα βιβλίο με τα έργα του Πέρση ασκητή Αφραάτη. Όλ’ αυτά είναι από τα πλέον σπάνια στον κόσμο. Ύστερα έρχουνται άλλα χειρόγραφα, κι αυτά σπάνια, από τα 600 μ. Χ, έως τα 800. Μέσα σε κείνην την κλειδωμένη κιβωτό, που βρίσκεται ξεχασμένη στην απέραντη έρημο, φυλάχτηκε η σοφία που είχανε οι ασκητές της Μεσοποταμίας.

Παρεκτός από τα θρησκευτικά, υπάρχουνε στο συριάνικο μοναστήρι της Νιτρίας και βιβλία επιστημονικά, μαθηματικά, ιατρικά, γραμματικά, του Αριστοτέλη, του Αρχιμήδη, του Ευκλείδη, του Πτολεμαίου, του Ιπποκράτη, του Γαληνού κι άλλα, μεταφρασμένα στα συριάνικα, πριν να μεταφραστούν στ’ αραβικά και στα λατινικά. Για τούτο, το μοναστήρι των Συριάνων έχει πολύ σπουδαία θέση στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας.

Εκείνην τη μεγάλη βιβλιοθήκη την ξεγυμνώσανε από τα βιβλία της οι Ευρωπαίοι. Πρώτος ο πάπας Κλήμης ο ΙΑ’ έστειλε στο Ντεΐρ ες Σουριάνι έναν σοφόν, που τον λέγανε Ηλία Ασσεμάνη, με τη διαταγή ν’ αγοράσει όσα βιβλία μπορέσει. Αγόρασε λοιπόν κάμποσα χειρόγραφα, κ’ ένας καλόγερος τα φόρτωσε σε μια βάρκα, για να πάγει στο Κάϊρο. Μα, σαν να μην το ‘θελε ο Θεός ένα τέτοιο πράγμα, η βάρκα αναποδογύρισε, κι ο καλόγερος πνίγηκε μέσα στον ποταμό. Με πολλά βάσανα οι άλλοι καλόγεροι μπορέσανε και γλυτώσανε λιγοστά βιβλία, που φτάξανε στραπατσαρισμένα στο Βατικανό.

Έπειτ’ από λίγα χρόνια, ο πάπας έστειλε τον ξάδερφο του Ηλία Ασσεμάνη, τον Ιωσήφ Σίμωνα, μα δεν μπόρεσε να καταφέρει τους καλόγερους να του δώσουνε κάποια από τα σπάνια χειρόγραφα. Πήρε μοναχά λιγοστά, και τα πλήρωσε ακριβά.

Ύστερ’ αρχίσανε οι Εγγλέζοι, που κουβαλήσανε στο Βρεττανικό Μουσείο τα περισσότερα από τα βιβλία που είχανε απομείνει στο μοναστήρι. Τώρα στη βιβλιοθήκη του βρίσκουνται πολύ λίγα.

Τα τελευταία χρόνια η κόπτικη Εκκλησία της Αιγύπτου αποφάσισε ν’ αναζωογονήσει πάλι τον μοναχικό βίο. Κέντρο αυτής της κίνησης είναι το μοναστήρι των Συριάνων του Ουάντι Νατρούν, η αρχαιότατη μονή της Θεοτόκου. Σήμερα ζούνε σ’ αυτήν ως σαράντα μοναχοί, οι περισσότεροι νέοι, που έχουνε πολύν ζήλο να ξαναγυρίσει η Νίτρία στην παλιά δόξα της. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκουνται και κάμποσοι διαβασμένοι, που μελετούνε τα πατερικά βιβλία.

Κοντά σ’ αυτά, οι Κόπτες δώσανε μεγάλη φροντίδα και στην κόπτικη τέχνη. Κέντρο της καταστάθηκε το κόπτικο μουσείο, που βρίσκεται στο Παλιό Κάϊρο και που εργάστηκα κ’ εγώ για τη συγκρότησή του.

Στα κόπτικα οσιολόγια το αρχαίο Όρος της Νιτρίας είναι γραμμένο Πτόου Αμπιχόσεμ. Κοντά στο βουνό ήτανε χτισμένο ένα χωριό, που το λέγανε στα αιγυπτιακά Φαμπιχόσεμ, δηλαδή Πολιτεία του Νίτρου. Το νίτρο που βγάζανε από τις λίμνες, το κουβαλούσανε σε μια πολιτεία που ήτανε απάνω στον ποταμό και που λεγότανε Τερένουθις. Τώρα τη λένε Ταράνα.

Τον παλιόν καιρό, ήγουν κατά τα 300 – 400 μ.Χ., βρισκόντανε στη Νιτρία ως πενήντα μοναστηράκια, και παραπέρα βρισκόντανε τα λεγόμενα Κελλία, που ήτανε καλύβες σκόρπιες, η μια μακριά από την άλλη, ώστε οι ερημίτες να μη βλέπουνε ο ένας τον άλλον, παρεκτός την Κυριακή που μαζευόντανε σε μια εκκλησιά και λειτουργόντανε.

Ανάμεσα στους αναχωρητές που αγιάσανε σ’ αυτήν την έρημο, οι πιο φημισμένοι σταθήκανε οι δυο Μακάριοι, ο ένας λεγόμενος Αιγύπτιος κι ο άλλος Αλεξανδρεύς, Άμπα Μογάρ λεγόμενοι στην αιγυπτιακή γλώσσα. Άλλοι άγιοι αββάδες της Νιτρίας είναι ο Αμούν, ο Παφνούτιος, ο Παΐσιος, ο Σεραπίων, ο Πατούβαστος, ο Πιτυρίων κι άλλοι.

Τούτη η χώρα είχε πρωτύτερα τ’ όνομα Σχιΐτ, που το κάνανε οι Έλληνες Σκυθική Χώρα. Στ’ αραβικά λέγεται Σχιχάτ. Κατά κει βρισκότανε και το φημισμένο μαντείο του Άμμωνος Διός, που το γράφουνε οι παλιοί Αιγύπτιοι Ουαχέ – Αμμούν3 και που τώρα το λένε Σιουάχ. Σ’ αυτό το μαντείο πήγε κι ο Μέγας Αλέξαντρος. Σήμερα ζούνε σ’ ελεεινή κατάσταση ως χίλιες πεντακόσες ψυχές, άγριοι στην όψη, μέσα σε κάτι βρωμερές καλύβες που μοιάζουνε με μελισσοκόφινα.

Στην Άνω Αίγυπτο βρισκότανε η Θηβαΐς, που επήρε τούτο τ’ όνομα από την πολιτεία Ταπίτ, και που την ονομάσανε Θήβες οι Έλληνες, όπως είχανε τότες αλλάξει τα περισσότερα ονόματα. Εκεί τώρα βρίσκουνται το σημερινό Κάρνακ, το Λούξορ, το Αμές Σουτ, το Επέτ Εζουέτ.

Μέσα στον Νείλο υπάρχει ένα νησί που το λέγανε Ταβέννα, κ’ εκεί ο άγιος Παχώμιος έχτισε το πρώτο μεγάλο κοινόβιο μοναστήρι κατά τα 840 μ.Χ., που είχε τρεις χιλιάδες μοναχούς. Την Ταβέννα τη λένε οι Άραβες Τζεζιρέτ – ιλ – Γαρπ, που θα πει νησί που βρίσκεται κατά το βασίλεμα του ηλίου. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τη λέγανε Ταβέν, που θα πει νησί.

Ο πρώτος Αιγύπτιος ασκητής που έζησε στην έρημο ήτανε ο Παύλος ο Απλούς, που ασκήτεψε κοντά σ’ ένα βουνό λεγόμενο Μερόεϊτ.

Μια σπουδαία πολιτεία που βρίσκεται γραμμένη στα κοπτικά συναξάρια είναι η Κροκοδειλούπολις. Το αρχαίο ονομά της στην αιγυπτιακή γλώσσα ήτανε Πιόν ή Φιόμ Μεδινέ. Το τωρινό όνομά της είναι Ελ Φαγιούμ. Βρίσκεται μέσα σε μια κοιλάδα καταπράσινη, που είναι το πιο καρπερό μέρος της Αιγύπτου. Κατά το βασίλεμα βρίσκεται η λίμνη Μοίρις. Η αρχαία πολιτεία ήτανε χτισμένη απάνω στο κανάλι που έδενε τη λίμνη με τον Νείλο ποταμό, κ’ ήτανε στολισμένη με αρχαίους ναούς και μ’ άλλα επίσημα χτίρια, που δεν απόμεινε απ’ αυτά τίποτα, παρεκτός από κάτι τιποτένια ερείπια και μια κολόνα μυτερή, από κείνες που τις λέγανε οβελίσκους. Σ’ αυτήν την πολιτεία της ειδωλολατρίας θρεφόντανε οι ιεροί κροκόδειλοι μέσα σε μια μεγάλη δεξαμενή, και για τούτο πήρε τ’ όνομα Κροκοδειλούπολις. Από τα πολλά νερά, το καρπερό χώμα είναι σκεπασμένο από κάθε λογής δέντρα κι αμέτρητες τριανταφυλλιές. Στον καιρό του Πτολεμαίου πήρε τ’ όνομα Αρσινόη, για τιμή της γυναίκας του. Σ’ αυτήν την πολιτεία βρεθήκανε πολλές προσωπογραφίες ζωγραφισμένες απάνω σε σανίδια, που πολλές απ’ αυτές είναι ωραία έργα και μοιάζουνε με εικονίσματα.

Παλαιές αγιογραφίες βρίσκουνται ακόμα σήμερα σε κάποια μέρη της Αιγύπτου, αλλά είναι πολύ λίγες και χαλασμένες. Οι περισσότερες παριστάνουνε ασκητάδες σε σχήμα ησυχίας. Μερικές είναι ζωγραφισμένες απάνω στον ασβέστη, που μ’ αυτόν έχουνε χρίσει τα ειδωλολατρικά ανάγλυφα οι χριστιανοί. Πολλά μοναστήρια χαθήκανε, χωμένα μέσα στον βαθύν άμμο.

Ο Οξύρογχος ήτανε μια σπουδαία πολιτεία στη Μεσαία Αίγυπτο, κι αυτό το όνομα της το δώσανε οι Έλληνες από ένα ψάρι του Νείλου που το λέγανε έτσι, και που μοιάζει με τα μερτζάνια της Μαύρης Θάλασας όπου βγάζουνε το χαβιάρι. Οι Αιγύπτιοι τη λέγανε Πέμζε ή Πχεμζ. Τώρα οι Άραβες τη λένε Παχνάζα. Κατά τ’ αρχαία χρόνια της ειδωλολατρίας, οι κάτοικοί της ξεχωρίζανε για την ευσέβειά τους, κι όταν κηρύχτηκε ο χριστιανισμός στην Αίγυπτο, όλοι σχεδόν γινίκανε καλόγεροι, άντρες και γυναίκες. Τότες όλοι οι αρχαίοι ναοί αλλάξανε σε μοναστήρια. Οι καλόγεροι κ’ οι καλογριές ήτανε απάνω από είκοσι χιλιάδες.

Στην Άνω Αίγυπτο, κοντά στο Σουάντυ, βρίσκουνται δυο έρημα μοναστήρια πολύ παλιά, από τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού.

Το ένα ονομάζεται Εμπεσνάντα, κ’ είναι στα δυτικά του Νείλου, εκεί που αρχίζει η έρημος. Είναι χτισμένο με πελεκητές πέτρες κ’ έχει πολλή μεγαλοπρέπεια αυτό το μαστορικό χτίριο, όπως στέκεται μέσα στην έρημο, που δε φαίνεται ψυχή ζωντανή. Κάθησα πολλή ώρα συλλογισμένος μπροστά του. Άραγε ποιοι ήτανε οι μαστόροι που το χτίσανε; Σίγουρα θα ήτανε Έλληνες, γιατί οι κολόνες του είναι κορινθιακού ρυθμού, κ’ είναι στολισμένο με σκαλίσματα που παρασταίνουνε λουλούδια, κλαδιά και σταυρούς. Φαίνεται πως είχε δυο πατώματα, και πως στο απάνω πάτωμα βρισκόντανε τα κελλιά που καθόντανε οι μοναχοί. Μπαίνοντας μέσα στην εκκλησία, σε πιάνει φόβος. Ο άμμος έχει σκεπάσει τα πάντα. Εδώ κ’ εκεί φαίνουνται οι κοκκινωπές πλάκες που είναι στρωμένη η εκκλησία, και φαίνεται πως είναι παρμένες από αρχαίον ειδωλολατρικό ναό, γιατί έχουνε απάνω ιερογλυφικά.

Το άλλο μοναστήρι βρίσκεται ως μισό μίλι απόσταση, κατά τον βοριά, και το λένε Εμπαμσέ. Μοιάζει σαν κάστρο, κ’ έχει γύρω του ένα φαρδύ χαντάκι, σαν τα φρούρια, επειδή τα μοναστήρια φοβόντανε τους ληστές. Το χτίριο είναι χτισμένο με πλίθους, και μοναχά οι γωνίες είναι από πέτρα. Οι παραστάτες της πύλης είναι πεσμένοι χάμω, σκαλισμένοι σε κορινθιακό ρυθμό, και φαίνεται πως απάνω στον καθέναν στεκότανε από ένα άγαλμα του αγίου Γεωργίου. Έξω από την εκκλησία βλέπει κανείς μια μεγάλη κολυμπήθρα, που βαφτίζανε τους προσήλυτους, τον καιρό εκείνον. Ο άνθρωπος απομένει βουβός μπροστά σε κείνα τ’ αγιασμένα ερείπια, που είναι χαμένα μέσα στη νεκρή έρημο. Σαν να βρίσκεται σε άλλον κόσμο. Ποιός ξέρει ποιοι καλογερέψανε εδώ μέσα, ποιοι αγιάσανε, και παραδώσανε το πνεύμα στον Κύριο «επ’ ελπίδι αναστάσεως αιωνίου», ψυχές δυνατές, που καταλάβανε καλά τη ματαιότητα του κόσμου και που νοιώθανε τη δίψα της αθανασίας, όπως οι πατεράδες τους, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι! Ερημιά ολόγυρα, νέκρα! Εδώ καταλαβαίνεις πόσο τιποτένιος είναι ο κόσμος, πως εσύ, ο άνθρωπος, είσαι ένα τίποτα, ενώ στην πολιτεία ξεγελιέσαι πως είσαι κάποιο σπουδαίο πλάσμα. Πνίγεσαι μέσα στην απέραντη έρημο, και νοιώθεις πως μοναχά η πίστη μπορεί ν’ αντέξει σε τούτην τη δοκιμασία που σε καταποντίζει. Ο αγέρας είναι βαρύς, σαν άμμος και κείνος. Πνοή δεν έρχεται από πουθενά, να σε δροσίσει λίγο, να σε βγάλει από τον βαρύν λήθαργο. Σαν ν’ ακούς μοναχά, όχι με τ’ αυτιά, αλλά από μέσα σου, ένα αργό και βουβό βούϊσμα. Όλα τρίβουνται, γίνουνται σκόνη, κι αυτή η σκόνη κάθεται σαν σάβανο απάνω σε κάθε πράγμα που στέκεται ακόμα, πριν να τ’ αλέσει ο φοβερός κι ο άσπλαχνος μύλος του καιρού. Σαν να καταποντίζουμαι, και φωνάζω μέσα μου, όπως ο Πέτρος: «Κύριε, σώσον με!» Ακούω μια φωνή να μου λέγει: «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» Περπατώ σαν νυχτοπάτης, και ψέλνω τα νεκρώσιμα, σαν να κάνω μνημόσυνο για τους πατέρες που ασκητέψανε σε τούτο το μοναστήρι: «Άμωμοι εν οδώ. Αλληλούϊα. Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας, βεβαίωσόν με εν τοις λόγοις σου. Αλληλούϊα. Της φωνής μου άκουσον, Κύριε, κατά το έλεός σου, κατά το κρίμα σου ζήσον με. Αλληλούϊα.» Κ’ ύστερα ψέλνω: «Πού εστίν η του κόσμου προσπάθεια; Πού εστίν η των προσκαίρων φαντασία; Πού εστίν ο χρυσός και ο άργυρος; Πού εστίν η των οικετών πλημμύρα και ο θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά…» Φέρνω στον νου μου τις ανόητες φιλοδοξίες, τα μαλώματα, τα δικαστήρια, τις λογοτεχνίες, τις πολιτικές, τις επιχειρήσεις, τις θεωρίες για την τέχνη, τις γύμνιες, όλες τις ματαιότητες που καταγινόμαστε στην Αθήνα, στα Παρίσια, στη Νέα Υόρκη, και κουνώ το κεφάλι μου. Πάντα σκιά, πάντα τέφρα, πάντα κόνις, κόνις, κόνις, Αλληλούϊα.

Ακούω μια φωνή βαθειά που μου λέγει: «Μη φοβάσαι, τέκνον!» Είναι η φωνή του Θεού της ερήμου, του Ισχυρού, του Ζώντος, που φανερώνεται από καταβολής κόσμου μέσα στην έρημο, αυτός, ο ζωντανός, μέσα στο βασίλειο του θανάτου και της σιωπής, εκεί που δεν υπάρχει τίποτα, παρά μοναχά σκόνη. Μονομιάς νοιώθω τον εαυτό μου λευτερωμένον, κάνω φτερά να πετάξω, να φύγω από τούτον τον κόσμο, να γλυτώσω από τις μικρολογίες. Όλα τα είδα. Η ψυχή που θρέφεται από την πίστη, αυτή μοναχά ζει αληθινά, και γι’ αυτή η έρημος ανθίζει σαν κρίνο. «Επάκουσον εμού, Κύριε, του εν στενώσει ψυχής, και σώματος ακηδία κεκραγότος προς Σε.»

Από το μοναστήρι Εμπαμσέ ένας κατσικόδρομος, που ξεχωρίζει μέσα στον άμμο, πηγαίνει σε κάτι βουνά που στέκουνται κατά το βασίλεμα. Κοπάδια άγρια τσακάλια τριγυρίζουνε παντού. Τί τρώνε; Άμμο; Χώμα; Μυστήριο!

Ύστερ’ από ένα μίλι βρίσκουμε ένα χριστιανικό κοιμητήριο κοντά σ’ έναν αρχαίον αιγυτπιακόν ναό, που είχε γίνει χριστιανική εκκλησία. Φοβερή τοποθεσία, που δεν μπορώ να πειργράψω τα αισθήματα που ένοιωσα. Κοπάδια λύκοι που περιπλανιούνται εδώ τριγύρω. Φίδια μεγάλα. Αϊτοί και όρνια φωλιάζουνε μέσα στις τρύπες, απάνω σε κείνα τα βουνά που δεν τα πατά ανθρώπινο ποδάρι, κι άλλα διάφορα αγρίμια και σερπετά ζούνε σε τούτο το ξωτικό μέρος. Κ’ οι λιγοστοί άνθρωποι, που φανερώνονται στα χαμηλά, είναι σαν ίσκιοι, σαν φαντάσματα.

Εδώ κοντά βρίσκουνται πολλές τρύπες σαν πηγάδια, κι από μέσα βγάζανε οι φελάχοι γάτες μπαλσαμωμένες και φασκιωμένες με λουιρίδες από πανί. Πολλές είναι τυλιγμένες μαζί μέσα σε ψάθες. Υπάρχουνε και μούμιες από άλλα τετράποδα, τσακάλια, σκύλοι, μαϊμούδες. Κατεβαίνει κανένας μέσα σε κάποια υπόγεια, μ’ έναν αράπη που βαστά έναν δαυλό, κ’ εκεί μέσα είναι κοιμητήρια γεμάτα από κόκκαλα λογιών – λογιών, από λιοντάρια, τίγρηδες, ούγαινες κι άλλα θηρία. Τούτο το μέρος λέγεται Μπενί Χασάν. Οι τοίχοι είναο ζωγραφισμένοι με ζωηρά χρώματα, και παρασταίνουνται άνθρωποι και πολλά ζώα, πουλιά και ψάρια.

Στη Θηβαΐδα, βρίσκεται η μονή των Μαρτύρων, στα ριζοβούκια, ανατολικά του Νείλου, σ’ ένα μέρος πολύ άγριο κ’ έρημο, που δεν βαστά άνθρωπος να καθήσει μήτε λίγη ώρα. Τόσο σφίγγεται η ψυχή του. Το μάτι του πουθενά δεν βρίσκει παρηγοριά. Απάνω στα πλίθια της εκκλησιάς ξεχωρίζουνε κάποια κόπτικα γράμματα. Από ένα μονοπάτι πηγαίνει κανένας κοντά στα βουνά, και βλέπει ένα παράδοξο μικρό χτίσμα, κρεμασμένο στον βράχο. Εκεί μέσα θα καθότανε τρυπωμένος κανένας ερημίτης. Παραπέρα αναβρύζει από τον βράχο καθαρό νερό. Εκεί κοντά βλέπεις χαλάσματα από καλύβες και σπηλιές που καταφεύγανε οι χριστιανοί κατά τους διωγμούς.

Στο Ασσουάν, κοντά στη Συήνη, βρίσκεται ένα ρεπιασμένο κόπτικο μοναστήρι, χτισμένο απάνω σ’ έναν βράχο, με κάποια μικρά κελλιά και με κάτι σπηλιές που τις είχανε για παρεκκλήσια. Από κει φαίνεται ο δεύτερος καταρράχτης του Νείλου. Στα νησιά του σώζουνται πολλά κόπτικα χαλάσματα. Τα πιο σπουδαία βρίσκουνται στην αριστερή ακροποταμιά, και τα λένε Άπκετ. Τούτα είναι τα πιο έρημα μέρη της Νουβίας. Ανάριοι άνθρωποι φαίνουνται δω κ’ εκεί, γυμνοί, πεινασμένοι, σαν φαντάσματα. Ληστές τριγυρίζουνε σαν τ’ αγρίμια.

Στη Νουβία υπάρχει και ο αρχαίος ναός του Αμαντά, που τον είχανε κάνει χριστιανική εκκλησία οι Έλληνες κ’ οι Κόπτες. Τ’ αρχαία ανάγλυφα τα ‘χουνε χτισμένα με ασβέστη, κι απάνω ζωγραφίσανε αγίους. Το ίδιο βλέπει κανένας και στον ναό του Μεσσαρράκκα.

Είπαμε πως, κατά τα παλιά χριστιανικά χρόνια, η αιγυπτιακή γλώσσα ήτανε ανακατεμένη με πολλές ελληνικές λέξεις. Ο αρχαιολόγος Γιασά μου διάβασε και μου ξήγησε πολλά κόπτικα χειρόγραφα. Βάζω εδώ λίγα λόγια από ένα κόπτικο συναξάρι, για να φανεί αυτό που λέγω: «Πι διάκων Πισσόϊ, ου γιος Μακάρι Άμμε, πι μοναχός Πιχορμεσταμούλ Κεν Πθοςς Ταμιάτι.» Που θα πει: «Ο διάκονος Πισσόης, ο γυιος του Μακαρίου Άμμε (Ποιμένος), μοναχός του Πιχορμεσταμούλ στον νομό της Ταμιάθης.»

Σημειώσεις:

1. Ντέφι

2. Σιντέφι

3. Ουαχέ θα πει όαση

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΕΡΓΑ
Ε’

ΠΕΔΡΟ ΚΑΖΑΣ,
ΒΑΣΑΝΤΑ
ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΕΣ
Γ’ ΕΚΔΟΣΗ (1986)

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ»
ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

σελ. 348-360

για την αντιγραφή Φαίη/Αβέρωφ

Ένα Σχόλιο προς “Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΤΟΛΗ – μέρος τρίτο”

  1. Φαίη said

    Ο Όσιος Παύλος ο Απλούς ή Απλός, ήταν μαθητής του Αγίου Αντωνίου και ασκήτεψε σε μεγάλη ηλικία.
    Ο Όσιος Παύλος ο Ερημίτης ή ο Αναχωρητής (αναφέρεται και ως ο Θηβαίος), ασκήτεψε για πάνω από 80 χρόνια αφού επεδιώξε την ασκητική ζωή από πολύ μικρός.
    Υπάρχει μία διαφωνία ως το ποιός υπήρξε ο πρώτος ασκητής.
    Αυτό που έχω καταλάβει γράφοντας αυτήν την σειρά είναι ότι επειδή μπαίνουν μέσα και άλλοι: π.χ. καθολικοί, σε κάποια θέματα υπάρχει μία σύγχυση και οι ερμηνείες ποκίλουν.

    Στην παρακάτω διεύθυνση υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για τα χριστιανικά μοναστήρια στην Αίγυπτο με πλούσιο υλικό των τοιχογραφιών και των εικόνων τους. Περισσότερο υλικό υπάρχει και στους συνδέσμους που έχω βάλει διάσπαρτα στην ανάρτηση.
    http://www.touregypt.net/featurestories/copticpainting.htm

    Όσο για την ‘πολιτισμένη Δύση’, μια ζωή κατσικοκλέφτες ήταν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: