ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • 1944-49

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Ας γίνουμε επιτέλους… στη Ας γίνουμε επιτέλους ρεαλ…
    Πελασγός στη Δεν έχουμε… «κουλτούρα συμβιβα…
    Γιώργος ηρακλειο στη Βγήκαν τα μαχαίρια στον ΣΥΡΙΖΑ…
    Γιώργος εις εκ των π… στη Μαρία Νεγρεπόντη – Δελιβάνη: Η…
    Μέλια στη Μαρία Νεγρεπόντη – Δελιβάνη: Η…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Επισιτισμός και εξωτερική πολιτική: Το ζωτικό ενδιαφέρον της Αθήνας για τα νησιά Ίμβρο, Λήμνο και Σκύρο κατά τον 4ο αι. π.Χ.

Posted by Πετροβούβαλος στο 7 Αυγούστου, 2015

ASLIislandsάρθρο του Αθανάσιου Ευσταθίου

.

Το έτος 404 π.Χ. σηματοδοτεί την αφετηρία των δεινών και της παρακμής της ομολογουμένως σημαντικότερης πόλης-κράτους της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, της Αθήνας. Στην περιοχή των Αιγός ποταμών σημειώνεται για την Αθήνα η επισφράγιση της μεγάλης ήττας της κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Η Αθήνα μετά το πέρας του Πελοποννησιακού πολέμου εντείνει τις προσπάθειές της για ανάκαμψη· αναλαμπές προόδου γίνονται αισθητές κατά το διάστημα 403-377 π.Χ. (η νίκη του Κόνωνα ως επικεφαλής των περσικών δυνάμεων εναντίον της Σπάρτης κατά τη ναυμαχία της Κνίδου το 394 και η ανασύσταση της ηγεμονίας του 5ου αι. με τη μορφή της Β΄ Αθηναϊκής ναυτικής συμμαχίας το 377).

Το Βυζάντιο ήταν ένα από τα πρώτα μέλη αυτής της συμμαχίας, το 375 ακολούθησε η Πέρινθος και η Σηλυμβρία και η Προκόννησος, που προστέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη συμμαχία το 374. Παρατηρείται, λοιπόν, πυκνή συσσώρευση συμμάχων της Αθήνας στις περιοχές γύρω από τον Εύξεινο πόντο.

Εντούτοις η περίοδος παρακμής, από το 357 κ.εξ., μετά το ξέσπασμα του Συμμαχικού πολέμου αλλά και ο πόλεμος καθεαυτόν στους κόλπους της συμμαχίας σχετίζονται σε κάποιο βαθμό και με την περιοχή του Εύξεινου πόντου. Κατά τον Συμμαχικό πόλεμο εξεγείρονται εναντίον της Αθήνας ορισμένοι από τους συμμάχους της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας, μεταξύ των οποίων και το Βυζάντιο. Αρχίζει έκτοτε η αδιάκοπη αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Αθήνας, που έχει ως επίκεντρο τις κτήσεις ή τα ενδιαφέροντά της στην περιοχή του Ευξείνου και της Θρακικής χερσονήσου, και εξαπλώνεται έως τις παράκτιες –κυρίως– περιοχές της Μακεδονίας, και συγκεκριμένα τη Χαλκιδική. Στις αρνητικές συνέπειες του Συμμαχικού πολέμου δεν συμπεριλαμβάνεται μόνο η αποδέσμευση των περιοχών αυτών (Ρόδος, Χίος, Κως, Βυζάντιο) από τη σφαίρα επιρροής της Αθήνας αλλά και η τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η Αθήνα μετά τον πόλεμο αυτό.

Ο Εύβουλος ο οποίος αναλαμβάνει ένα πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκρότησης για την Αθήνα μετά τον Συμμαχικό πόλεμο, διαπιστώνει ότι τα οικονομικά δεδομένα της πόλης είναι τέτοια που επιβάλλουν συντηρητική πολιτική και αποφυγή δαπανηρών και μακρινών πολέμων (σ.1) Επομένως, η προηγούμενη πολιτική των απειλών και των βίαιων επεμβάσεων αναγκαστικά παραχωρεί τη θέση της στην υιοθέτηση ήπιων και κατά το δυνατόν έξυπνων διπλωματικών ελιγμών με στόχο την εξασφάλιση των αθηναϊκών συμφερόντων στον Εύξεινο πόντο.

Στο υπόβαθρο της μείζονος διπλωματικής προσπάθειας της Αθήνας, που ξεκινά από το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και διατρέχει όλο τον 4ο αι., βρίσκεται το πρόβλημα του επισιτισμού, το οποίο επιλύεται με την εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων σιτηρών από τον Εύξεινο και με την κατοχύρωση του θαλάσσιου δρόμου από την εν λόγω θάλασσα προς την Αθήνα, για την ανεμπόδιστη μεταφορά των διατροφικών αγαθών.

Ο επισιτισμός της Αθήνας κατά τον 4ο αι. π.Χ.

Το μείζον ζήτημα της σιτάρκειας απασχολούσε κάθε πόλη του ελλαδικού χώρου κατά την αρχαιότητα. Ακόμη και περιοχές με ικανοποιητική παραγωγή σε σιτάρι, όπως η Πελοπόννησος, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες ποσότητες για τη διατροφή όλου του πληθυσμού τους και κατέφευγαν σε εισαγωγή σιταριού από διάφορες περιοχές, όπως την Αίγυπτο (σ.2) και τον Εύξεινο πόντο (σ.3). Ειδικώς όμως η περιοχή της Αττικής ήταν ιδιαιτέρως εξαρτημένη από την εισαγωγή δημητριακών κατά τον 5ο και 4ο αι.· είναι ενδεικτικές οι απόψεις αφενός του Θουκυδίδη, όπως εκφράζονται διά στόματος Νικία, κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου (Θουκ. 6.20.4) και αφετέρου οι απόψεις του Δημοσθένη ο οποίος μετά από εκατό χρόνια (βλ. τον λόγο του Περί του στεφάνου [= 18], § 87, 241) σε διάφορες ευκαιρίες επαναλαμβάνει ότι η Αθήνα περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή είναι εξαρτημένη από τις εισαγωγές σιτηρών:

τοῦθ’, ὅτι πλείστῳ τῶν πάντων ἀνθρώπων ἡμεῖς ἐπεισάκτῳ σίτῳ χρώμεθα.(σ.4)

Στην Αττική το θέμα του εφοδιασμού με σιτηρά αποκτά διαστάσεις μέγιστου ζητήματος, ισοδύναμου με τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Στη Ρητορική του Αριστοτέλη (1360a, 10-11) η εθνική ασφάλεια και η εξασφάλιση τροφίμων, γίνονται αντικείμενο πραγμάτευσης σε πλήρη συσχετισμό: ἔτι δὲ περὶ φυλακῆς τῆς χώρας, και στη συνέχεια: ἔτι δὲ περὶ τροφῆς (σ.5).

Σύμφωνα με την Αθηναίων πολιτεία (43.iv) ο κατάλογος των προς συζήτηση θεμάτων κατά τις «κύριες» εκκλησίες του δήμου περιλάμβανε οπωσδήποτε και το θέμα της εξασφάλισης των απαιτούμενων ποσοτήτων σιτηρών (περὶ σίτου) μαζί με το θέμα της εθνικής ασφάλειας (περὶ φυλακῆς):

προγράφουσι δὲ καὶ τὰς ἐκκλησίας οὗτοι· μίαν μὲν κυρίαν, ἐν ᾗ δεῖ τὰς ἀρχὰς ἐπιχειροτονεῖν εἰ δοκοῦσι καλῶς ἄρχειν, καὶ περὶ σίτου καὶ περὶ φυλακῆς τῆς χώρας χρηματίζειν […].

Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το πρόβλημα του επισιτισμού του αθηναϊκού πληθυσμού δεν επιλυόταν μόνο με την άσκηση καλής εσωτερικής πολιτικής, διότι ήταν ζήτημα που υπερέβαινε τα γεωγραφικά όρια της Αττικής. Συγκεκριμένα, η πολιτική επισιτισμού της πόλης συνοψιζόταν στους ακόλουθους άξονες δράσης: α) εκμετάλλευση με ορθολογικό τρόπο και, ει δυνατόν, αύξηση της ούτως ή άλλως περιορισμένης εγχώριας παραγωγής, β) οργάνωση ενός αποτελεσματικού δικαϊκού συστήματος για τη συστηματοποίηση του ζητήματος του επισιτισμού, γ) εξασφάλιση μεγάλων ποσοτήτων σιτηρών με εισαγωγές από περιοχές εκτός Αττικής και δ) άσκηση έξυπνης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, για να εξασφαλισθεί η κυριαρχία ή τουλάχιστον η καλή σχέση της Αθήνας με τις σιτοπαραγωγές περιοχές. Για λόγους οικονομίας του χώρου ανάπτυξης του θέματος, θα περιορισθούμε μόνο στους δύο τελευταίους άξονες δράσης (σ.6).

Η επιχείρηση εισαγωγής σιτηρών εκ μέρους της Αθήνας από τον Εύξεινο πόντο προϋπέθετε τον έλεγχο τριών κυρίως περιοχών, του Ευξείνου, του Ελλησπόντου και του Αιγαίου: Ο Εύξεινος πόντος με τις πέριξ περιοχές παρήγαγε τις μεγάλες ποσότητες των σιτηρών, ο Ελλήσποντος αποτελούσε το σημείο ελέγχου των διερχόμενων εμπορικών καραβιών που μετέφεραν το σιτάρι, και, τέλος, το Αιγαίο ήταν η θάλασσα την οποία έπρεπε να διασχίσουν τα αθηναϊκά καράβια για να καταπλεύσουν στην Αθήνα.

Μια απλή παρατήρηση ενός χάρτη του Αιγαίου πελάγους φανερώνει την εγγύτητα της Ίμβρου με την περιοχή των Στενών του Ελλησπόντου· σχεδιάζοντας την πορεία ενός πλοίου από βορρά προς νότο εύκολα διαπιστώνουμε ότι με κατεύθυνση αρχικά βορειοανατολικά διέρχεται από το νησί της Ίμβρου, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος σταθμός του ταξιδιού· δεύτερος σταθμός σε κοντινή απόσταση, πλέοντας νότια προς την Αττική, είναι δυνητικά η Λήμνος και τρίτος η Σκύρος. Αναλυτικότερα, γι’ αυτή τη διαδρομή ένα πλοίο πρέπει να διανύσει αρχικά 20 περίπου ναυτικά μίλια, έως ότου καταπλεύσει σε μία από τις ακτές της Ίμβρου· από την Ίμβρο απαιτείται ταξίδι 30 ναυτικών μιλίων για να προσεγγίσει στη Λήμνο, ενώ απομένουν άλλα 60 ναυτικά μίλια, για να φθάσει στη Σκύρο. Με δεδομένο ότι ένα πλοίο την εποχή εκείνη μπορούσε να πλέει μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας και με ταχύτητα 4-6 κόμβων (ήτοι 4-6 ναυτικά μίλια την ώρα) –με την προϋπόθεση βέβαια των καλών καιρικών συνθηκών–, η απόσταση Ελλήσποντος – Ίμβρος μπορούσε να διανυθεί –χωρίς ενδιάμεσο σταθμό– σε 3,5 έως 5 ώρες, η διαδρομή Ίμβρος – Λήμνος σε 5 έως 7,5 ώρες και η απόσταση Λήμνος-Σκύρος σε 10 έως 15 ώρες (σ.7).

Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι τα τρία νησιά αποτελούν ιδανικούς ενδιάμεσους σταθμούς, τους οποίους τα πλοία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για ένα γρήγορο ταξίδι από και προς τον Εύξεινο πόντο, προγραμματισμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε σε διάστημα τριών διαδοχικών ημερών να περάσουν και από τα τρία αυτά νησιά (σ.8)

Αυτές οι τρεις τοποθεσίες, λοιπόν, αποτελούσαν θέσεις στρατηγικής σημασίας για τους Αθηναίους. Μάλιστα, η Λήμνος και η Ίμβρος άρχισαν να απασχολούν την Αθήνα από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ.:

Κατακτήθηκαν από τον Μιλτιάδη κατά την Ιωνική επανάσταση (490 π.Χ.), ο εντόπιος πληθυσμός εκδιώχθηκε και σταδιακά τα δύο νησιά εποικίσθηκαν από Αθηναίους (σ.9) Από την εποχή αυτή και εξής ο πληθυσμός της Λήμνου ήταν καθαρά αθηναϊκής καταγωγής, ενώ κατά τη δεκαετία του 450 π.Χ. η Αθήνα εγκατέστησε κληρουχίες και στα δύο νησιά. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Λήμνος και η Ίμβρος υπήρξαν και οι ίδιες σιτοπαραγωγές νήσοι (σ.10). Αναφορικά με τη Σκύρο, γνωρίζουμε ότι ο Κίμων την κατέκτησε το 475 π.Χ., υποδούλωσε τον πληθυσμό της και έστειλε εκεί Αθηναίους πολίτες ιδρύοντας κληρουχία η οποία δεν είχε την υποχρέωση να πληρώνει φόρους στην Α΄ Αθηναϊκή συμμαχία (σ.11). Στον Θουκυδίδη (1.98.3) αναφέρεται συγκεκριμένα:

Πρῶτον μὲν ᾿Ηιόνα τὴν ἐπὶ Στρυμόνι Μήδων ἐχόντων πολιορκίᾳ εἷλον καὶ ἠνδραπόδισαν, Κίμωνος τοῦ Μιλτιάδου στρατηγοῦντος. ἔπειτα Σκῦρον τὴν ἐν τῷ Αἰγαίῳ νῆσον, ἣν ᾤκουν Δόλοπες, ἠνδραπόδισαν καὶ ᾤκισαν αὐτοί (σ.12).

Τα τρία νησιά συνέχισαν να βρίσκονται υπό αθηναϊκό έλεγχο σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι το 322, ακόμη και μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, όταν και πάλι αναγνωρίσθηκαν ως αθηναϊκές κτήσεις. Η σχέση των τριών νησιών με την Αθήνα κατά τον 4ο αι. διαγράφεται ως εξής: Τα τρία νησιά ήδη από το 403 και για ένδεκα περίπου χρόνια, έως το 392, περιήλθαν στην κατοχή της Σπάρτης. Ο Διόδωρος (13.107.4) (σ.13) δίνει την πληροφορία ότι ως συνέπεια της ήττας στον Πελοποννησιακό πόλεμο υπήρξε η απώλεια όλων των πόλεων που ενδιέφεραν πολιτικά την Αθήνα:

διαπρεσβευσάμενοι πρὸς Λακεδαιμονίους συνέθεντο τὴν εἰρήνην, ὥστε τὰ μα- κρὰ σκέλη καὶ τὰ τείχη τοῦ Πειραιέως περιελεῖν, καὶ μακρὰς ναῦς μὴ πλεῖον ἔχειν δέκα, τῶν δὲ πόλεων πασῶν ἐκχωρῆσαι καὶ Λακεδαιμονίοις ἡγεμόσι χρῆσθαι.

Φαίνεται πιθανό ότι μετά τη νικηφόρα ναυμαχία της Κνίδου το 394 οι Αθηναίοι είχαν πλέον τη δυνατότητα έναρξης διαπραγματεύσεων με την Περσία. Έτσι, άρχισαν να διεκδικούν την επιστροφή των τριών νησιών. Ωστόσο, τα διπλωματικά πλεονεκτήματα των Αθηναίων άρχισαν σύντομα να εξανεμίζονται, όταν η Σπάρτη με αντιπρόσωπο τον Ανταλκίδα άρχισε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε διπλωματικό επίπεδο. Το 392 ο Ανταλκίδας επισκέφθηκε τον Τιρίβαζο και οι δύο άνδρες κατέληξαν σε ένα κείμενο ειρήνης, το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό από τον Αρταξέρξη. Το χωρίο του Ξενοφώντα (Ελληνικά 4.8.15), που διασώζει το περιστατικό, δεν αναφέρεται με σαφήνεια στο ζήτημα του εδαφικού καθεστώτος των νησιών κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή:

τῷ μὲν δὴ Τιριβάζῳ ἀκούοντι ἰσχυρῶς ἤρεσκον οἱ τοῦ ᾿Ανταλκίδου λόγοι· τοῖς δὲ ἐναντίοις λόγοι ταῦτ’ ἦν. οἵ τε γὰρ ᾿Αθηναῖοι ἐφοβοῦντο συνθέσθαι αὐτο- νόμους εἶναι τὰς νήσους, μὴ Λήμνου καὶ ῎Ιμβρου καὶ Σκύρου στερηθεῖεν […].

Προφανέστατα οι Αθηναίοι αρνούνταν να αποδεχθούν τον όρο, σύμφωνα με τον οποίο όλα τα νησιά θα είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν την αυτονομία τους, γιατί με τον τρόπο αυτό κινδύνευαν να αποστερηθούν τα εν λόγω τρία νησιά. Τα στοιχεία που διαθέτουμε επιτρέπουν τη διατύπωση δύο διαφορετικών υποθέσεων: Πρώτον, ότι η συμφωνία θα στερούσε από τους Αθηναίους τα τρία νησιά που είχαν πρότινος ανακτήσει, ή δεύτερον, ότι θα τους στερούσε τα νησιά αυτά, που μέχρι τότε δεν είχαν καταφέρει να ανακτήσουν (σ.14) Παρά την αμφισημία του χωρίου, εκείνο που έχει ενδιαφέρον για το θέμα μας είναι ότι καθ’ όλη τη διαπραγμάτευση με τους Πέρσες το αίτημα της Αθήνας να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Ίμβρου, της Λήμνου και της Σκύρου έχει κυρίαρχη θέση.

Κατά την αποστολή του Ανδοκίδη το 392 ως πρεσβευτή της Αθήνας στη Σπάρτη (για να διαπραγματευθεί σύναψη «κοινής ειρήνης») ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είχε εξασφαλίσει κατά τις συνομιλίες τα τρία νησιά για την Αθήνα. Όμως οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν οδήγησαν τελικώς σε συμφωνία. Ενδεικτική για το θέμα είναι η αναφορά του Ανδοκίδη, στον λόγο του Περί ειρήνης, § 12:

Σκέψασθε δὲ ἐξ αὐτῶν τῶν γραμμάτων, ἅ τε ἡμῖν ἐν τῇ στήλῃ γέγραπται, ἐφ’ οἷς τε νῦν ἔξεστι τὴν εἰρήνην ποιεῖσθαι. ᾿Εκεῖ μὲν γὰρ γέγραπται τὰ τείχη καθαιρεῖν, ἐν δὲ τοῖσδε ἔξεστιν οἰκοδομεῖν· ναῦς ἐκεῖ μὲν δώδεκα κεκτῆσθαι, νῦν δ’ ὁπόσας ἂν βουλώμεθα· Λῆμνον δὲ καὶ ῎Ιμβρον καὶ Σκῦρον τότε μὲν ἔχειν τοὺς ἔχοντας, νῦν δὲ ἡμετέρας εἶναι.

Στο παράθεμα του Ανδοκίδη φαίνεται ότι συγκρίνονται δύο κείμενα, το κείμενο της ειρήνης που είχε επιβληθεί στην Αθήνα μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και το κείμενο της ειρήνης που το 392 προσπαθούσε να διαπραγματευθεί ο Ανδοκίδης με τη Σπάρτη. Είναι ενδεικτικό ότι οι όροι της επιβληθείσας ειρήνης είχαν χαραχθεί σε στήλη που ήταν δημόσια εκτεθειμένη στην Αθήνα.

Εν συνεχεία, κατά την Ειρήνη του Βασιλέως πληροφορούμαστε από το κείμενο του Ξενοφώντα (Ελληνικά 5.1.31) ότι η εξασφάλιση της κυριαρχίας των Αθηναίων στα τρία νησιά, Ίμβρο, Λήμνο και Σκύρο, ήταν σαφές και αποκλειστικό προνόμιό τους:

Ἀρταξέρξης βασιλεὺς νομίζει δίκαιον τὰς μὲν ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ πόλεις ἑαυτοῦ εἶναι καὶ τῶν νήσων Κλαζομενὰς καὶ Κύπρον, τὰς δὲ ἄλλας ῾Ελληνίδας πόλεις καὶ μικρὰς καὶ μεγάλας αὐτονόμους ἀφεῖναι πλὴν Λήμνου καὶ ῎Ιμβρου καὶ Σκύρου· ταύτας δὲ ὥσπερ τὸ ἀρχαῖον εἶναι ᾿Αθηναίων. ὁπότεροι δὲ ταύτην τὴν εἰρήνην μὴ δέχονται, τούτοις ἐγὼ πολεμήσω μετὰ τῶν ταῦτα βουλομένων καὶ πεζῇ καὶ κατὰ θάλατταν καὶ ναυσὶ καὶ χρήμασιν (σ.15).

Αξιοσημείωτες είναι και οι αντιδράσεις της Αθήνας στην εν λόγω Ειρήνη. Οι Αθηναίοι δυσανασχετούσαν θεωρώντας ότι οι όροι της αποδείκνυαν ότι ο Πέρσης βασιλιάς ήταν επί της ουσίας σύμμαχος των Σπαρτιατών (σ.16, αφού, μάλιστα, η ίδια η ειρήνη εκτός από Ειρήνη του Βασιλέως είχε γίνει γνωστή και με το όνομα του Σπαρτιάτη αξιωματούχου (Ανταλκίδειος ειρήνη). Η Αθήνα έβλεπε ότι σύμφωνα με τους όρους της Ειρήνης έχανε κάθε ευκαιρία να ανανεώσει την κυριαρχία της, κυρίως στο Αιγαίο, παρά την αναπτέρωση των ελπίδων, που προκάλεσε η νίκη του Κόνωνα στη ναυμαχία της Κνίδου επί των Σπαρτιατών. Η Αθηναϊκή δημοκρατία έσπευσε, τουλάχιστον, να συνάψει κάποιες διμερείς συμφωνίες, όπως, για παράδειγμα, με τη Χίο το 384. (σ.17).

Αφήνοντας κατά μέρος όλες τις αποτιμήσεις της Ειρήνης (από την πλευρά της Σπάρτης, της Θήβας, του συνόλου γενικά των ελληνικών πόλεων, ακόμη και της ίδιας της Περσίας), μπορούμε να συνοψίσουμε τον αντίκτυπο που είχε στην Αθήνα, στα ακόλουθα: Η Ειρήνη θεωρείται από τους Αθηναίους μάλλον ως ένα είδος τακτικής υποχώρησης, ένας διπλωματικός συμβιβασμός, αν όχι ήττα. Προσδοκάται από την Αθήνα, αν δικαιούται κανείς να το υποθέσει, να κερδηθεί χρόνος και παράλληλα να μην απεμποληθούν τα προγενέστερα δικαιώματά της. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά το γεγονός ότι εξασφαλίζονται ως αθηναϊκές θέσεις τα τρία νησιά (Ίμβρος, Λήμνος και Σκύρος)· είναι εύλογο να υποθέσει κάποιος ότι μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ηττοπάθειας, που κυριαρχούσε μεταξύ των Αθηναίων, η αποτροπή της απώλειας των τριών νησιών επέβαλε την άσκηση πολιτικής υποχωρήσεων σε άλλα ζητήματα, απόφαση που βεβαίως εμφαίνει την ιδιαίτερη σημασία που είχαν για τα αθηναϊκά συμφέροντα τα εν λόγω νησιά.

Και πράγματι οι Αθηναίοι κερδίζοντας χρόνο με τη σύναψη συνθήκης ειρήνης καθόρισαν τις εξελίξεις προς όφελός τους. Έτσι, το 377 έχουμε την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής (ναυτικής) συμμαχίας που δημιουργεί νέες προοπτικές τόσο για τους συμμάχους όσο και –πρωτίστως– για την Αθήνα (σ.18). Το 357 η συμμαχία παρακμάζει και ξεσπά ο λεγόμενος Συμμαχικός πόλεμος (357-355)· το Βυζάντιο, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της συμμαχίας αυτής, έρχεται σε συνεννόηση με τη Ρόδο, τη Χίο και την Κω και επαναστατούν από κοινού εναντίον των Αθηναίων. Κατά την περίοδο του Συμμαχικού πολέμου ο έλεγχος της Ίμβρου και της Λήμνου φαίνεται πως παραμένει για την Αθήνα εξίσου σημαντικός, γεγονός που ήταν γνωστό και στους επαναστατημένους συμμάχους. Έτσι, σύμφωνα με το κείμενο του Διοδώρου (16.21.2) (σ.19) τα δύο αυτά νησιά –αλλά και η Σάμος– δέχθηκαν την επίθεση των Χίων, των Ροδίων και των Βυζαντίων, με προφανή σκοπό την αποκοπή της Αθήνας από την επικοινωνία της με τη Μαύρη θάλασσα:

οἱ δὲ Χῖοι καὶ ῾Ρόδιοι καὶ Βυζάντιοι μετὰ τῶν συμμάχων ἑκατὸν ναῦς πληρώσαν-τες ῎Ιμβρον μὲν καὶ Λῆμνον οὔσας ᾿Αθηναίων ἐπόρθησαν […].

Η σημασία των τριών νησιών για την Αθήνα αποκαλύπτεται για μία ακόμη φορά από τον Αισχίνη ο οποίος στον λόγο Περί της παραπρεσβείας, § 72, αναφέρεται στην περίοδο μετά τη λήξη του Συμμαχικού πολέμου. Έτσι, ο Φίλιππος, μετά την κατάληψη της –αθηναϊκού ενδιαφέροντος– Αμφίπολης το 357, απειλεί κατά την εκστρατεία του το 347 εναντίον της Θρακικής χερσονήσου όχι μόνο τη σιτοπαραγωγό αυτή περιοχή αλλά και τις Ίμβρο, Λήμνο και Σκύρο. Με το κείμενο αυτό ο Αισχίνης είναι φανερό ότι θέλει να μεταφέρει στο ακροατήριό του την ατμόσφαιρα πανικού, στην οποία βρέθηκαν οι Αθηναίοι το 347, όταν οι περιοχές αυτές απειλούνταν. Δεν μπορούμε, βέβαια, να δεχθούμε αβίαστα την εικόνα που παρουσιάζει ο Αισχίνης, αφού οι ρητορικές ανάγκες επιβάλλουν στο σημείο αυτό να υπερτονισθεί πόσο δυσχερής ήταν τότε η θέση των Αθηναίων και πόσο αναγκαία ήταν η σύναψη της Ειρήνης του Φιλοκράτη, που ακολούθησε το 346. Το εξαγόμενο συμπέρασμα όμως είναι ότι τα τρία νησιά εξακολουθούσαν να αποτελούν μία εκ των σημαντικότερων πτυχών της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και κατά την περίοδο της παντοδυναμίας του Φιλίππου (σ.20).

Μετά τη μάχη της Χαιρώνειας το 338 επιβάλλονται από τον Φίλιππο στους ηττημένους στο πεδίο της μάχης Αθηναίους ανέλπιστα ευμενείς όροι συνθηκολόγησης. Σε αυτούς φαίνεται να εμπεριέχεται και η διατήρηση των αθηναϊκών δικαιωμάτων επί των τριών νησιών. Έτσι, η Αθήνα και μετά το 338 συνεχίζει να ελέγχει τα νησιά και να διατηρεί σε αυτά κληρούχους και αξιωματούχους (συναντάμε έναν Αθηναίο στρατηγό στη Σκύρο και δύο στη Λήμνο το 329/328, σύμφωνα με την επιγραφή IG ii2 1672, 275-277). Η παρουσία των Αθηναίων στα νησιά την περίοδο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας αποδεικνύεται και από τα χωρία της Αθηναίων πολιτείας 61.60:

χειροτονοῦσι δὲ καὶ εἰς Λῆμνον ἵππαρχον, ὃς ἐπιμελεῖται τῶν ἱππέων τῶν ἐν Λήμνῳ.

και 62.2:

λαμβάνουσι δὲ καὶ ὅσαι ἀποστέλλονται ἀρχαὶ εἰς Σάμον ἢ Σκῦρον ἢ Λῆμνον ἢ ῎Ιμβρον εἰς σίτησιν ἀργύριον.(σ.21)

Το 315 ο Αντίγονος διακηρύσσει, σύμφωνα με τον Διόδωρο (19.61.3) (σ.22), την ελευθερία και την ανεξαρτησία όλων των ελληνικών πόλεων. Η Λήμνος επαναστατεί εναντίον της Αθήνας ένα χρόνο μετά, δηλαδή το 314, σύμφωνα πάλι με τον Διόδωρο (19.68.3) (σ.23) ενώ η Ίμβρος έχει χαθεί για την Αθήνα την ίδια περίοδο (σ.24). Η ειρήνη του 311 επιβεβαιώνει την αυτονομία των ελληνικών πόλεων (πρβλ. Διόδωρος 19.105.1: τοὺς δὲ Ἕλληνας αὐτονόμους εἶναι, και 20.19.3: τῶν δὲ κοινῶν συνθηκῶν τοῖς ἡγεμόσι περιεχουσῶν ἐλευθέρας ἀφεῖσθαι τὰς Ἑλληνίδας πόλεις […]. Κατά συνέπεια και τα τρία νησιά αποκτούν εν τέλει αυτονομία (σ.25).

Εξίσου αναγκαία δράση της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας στο πλαίσιο της εξασφάλισης ικανών ποσοτήτων σιτηρών, από τη Μαύρη θάλασσα κυρίως, ήταν η διαμόρφωση ενός οργανωμένου προγράμματος διπλωματικών επαφών με τους ηγεμόνες των περιοχών του Εύξεινου πόντου και της Θράκης, ώστε να αναπτυχθούν δεσμοί φιλίας και στενής συνεργασίας με αυτούς. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοιου είδους σχέση με τους ηγεμόνες αυτών των πόλεων θα διευκόλυνε στον μέγιστο βαθμό την εξασφάλιση των αναγκαίων για την Αθήνα ποσοτήτων σιτηρών. Το θέμα αυτό αναφέρεται συχνά στην εκκλησία του δήμου και στη βουλή της Αθήνας και εντοπίζεται και σε διάφορα άλλα σημεία των κειμένων της εποχής. Με ψηφίσματα της εκκλησίας του δήμου, για παράδειγμα, αποδίδονται τιμές στους ηγεμόνες του Βοσπόρου Σπάρτακο, Παιρισάδη και Απολλώνιο, γιους του Λεύκωνα, επειδή συνεχίζουν την παράδοση του πατέρα τους, εξασφαλίζοντας με ειδικούς όρους τις απαιτούμενες ποσότητες σιτηρών για την Αθήνα (σ.26).

Συμπεράσματα

Η περιοχή της Αττικής ήταν ιδιαιτέρως εξαρτημένη από την εισαγωγή δημητριακών κατά τον 5ο και τον 4ο αι.· το θέμα του εφοδιασμού σε σιτηρά αποκτά διαστάσεις σημαντικότατου ζητήματος που ισοδυναμεί με το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας.

Σύμφωνα με τις πηγές, η Αθήνα κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. δεν υπήρξε ποτέ αυτάρκης σε σιτηρά, γεγονός που την εξαναγκάζει να εξασφαλίζει την τροφοδοσία της από περιοχές εκτός Αττικής, καλύπτοντας με τις εισαγωγές αυτές ποσοστό ίσως και άνω του 50% του συνόλου των αναγκών της. Αν και η Εύβοια, πριν και κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου υπήρξε η σημαντικότερη πηγή εισαγωγής σιτηρών, κατά τον 4ο αι. ο Εύξεινος πόντος και το βασίλειο του Βοσπόρου σταδιακά αποκτούν τη μεγαλύτερη σημασία.

Στο πλαίσιο αυτό οι διπλωματικές προσπάθειες των Αθηναίων θέτουν ως κύριο στόχο την εξασφάλιση ικανών ποσοτήτων σιτηρών κυρίως από τις περιοχές της Μαύρης θάλασσας· ένα οργανωμένο πρόγραμμα διπλωματικών επαφών με τους ηγεμόνες των περιοχών του Εύξεινου πόντου και της Θράκης αναπτύσσει δεσμούς φιλίας και στενής συνεργασίας με τις περιοχές αυτές. Τα ψηφίσματα της εκκλησίας του δήμου, με τα οποία αποδίδονται τιμές στους ηγεμόνες του Βοσπόρου Σπάρτακο, Παιρισάδη και Απολλώνιο, γιους του Λεύκωνα, εντάσσονται στο πλαίσιο αυτού του διπλωματικού προγράμματος και φέρουν στο φως άμεσα ή έμμεσα την αγωνιώδη προσπάθεια της Αθήνας να επιτύχει τον ανεφοδιασμό της με σιτηρά.

Επιπλέον, η εξωτερική πολιτική της Αθήνας καθ’ όλη τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ. αποδεικνύει ότι τα τρία νησιά του Αιγαίου πελάγους Ίμβρος, Λήμνος και Σκύρος αποτελούσαν θέσεις στρατηγικής σημασίας. Η Λήμνος και η Ίμβρος, σιτοπαραγωγές νήσοι και οι ίδιες, ήδη από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της Αθήνας, όταν κατά την Ιωνική επανάσταση (490 π.Χ.) ο Μιλτιάδης τις εντάσσει στην αθηναϊκή επικράτεια. Στη δεκαετία του 450 π.Χ., μάλιστα, η Αθήνα εγκαθιστά κληρουχίες και στα δύο νησιά. Η Σκύρος, εξάλλου, κατακτήθηκε από τον Κίμωνα το 475 π.Χ. Η αθηναϊκή κληρουχία που ιδρύθηκε στο νησί, απολαμβάνει το προνόμιο να μην πληρώνει φόρους στην Α΄ Αθηναϊκή συμμαχία.

Τα τρία αυτά νησιά μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (403 π.Χ.) και για ένδεκα περίπου χρόνια έως το 392 π.Χ. περιήλθαν στην κατοχή της Σπάρτης· έκτοτε συνέχισαν να βρίσκονται σε αθηναϊκά χέρια σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι το 322 π.Χ., ακόμη και μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, όταν και πάλι αναγνωρίσθηκαν ως αθηναϊκές κτήσεις. Στη σημαντική συνθήκη μεταξύ ελληνικών πόλεων και Περσίας, την Ειρήνη του Βασιλέως, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διευθέτησης των σχέσεων Αθήνας, Σπάρτης, Θήβας, ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας και Περσίας, και παρά τους εγγενείς περιορισμούς και τις δυσχέρειες στις οποίες μία πολυμερής συμφωνία εγγράφεται, η Αθήνα φροντίζει ως σαφές και μοναδικό της προνόμιο να εξασφαλίσει την κυριαρχία της στην Ίμβρο, τη Λήμνο και τη Σκύρο.

Εν τέλει, η μεγάλη ανάγκη εισαγωγής σιτηρών από τις περιοχές της Σκυθίας και του Εύξεινου πόντου επιβάλλει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για την άσκηση της αθηναϊκής εξωτερικής πολιτικής· η Αθήνα φροντίζει κατά τις διαπραγματεύσεις, όταν της επιτρέπεται και όχι χωρίς κόστος, να εξασφαλίζει την κυριαρχία της στα τρία νησιά, ώστε να είναι δυνατή και ακώλυτη η διέλευση των σιταγωγών πλοίων από τη Μαύρη θάλασσα προς στην Αθήνα. Κατά καιρούς η δυνατότητά της να ελέγχει τα νησιά απειλείται και κατά συνέπεια μια ατμόσφαιρα πανικού αποτυπώνεται στα κείμενα της εποχής και ιδιαίτερα στους ρητορικούς λόγους. Είναι, λοιπόν, προφανές το συμπέρασμα ότι η εξωτερική πολιτική της Αθήνας, όταν οι τολμηρές διεκδικήσεις ακυρώνονται και τα μεγάλα οράματα φθίνουν, περιορίζεται στην εξασφάλιση των τριών αυτών νησιών και άλλων μεμονωμένων περιπτώσεων, διότι προέχει η ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών της πόλης, εκ των οποίων βασική είναι και ο επισιτισμός.

.

Αρχική μορφή του άρθρου αυτού παρουσιάσθηκε στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Γλώσσα, λογοτεχνία και πολιτισμός στο Αιγαίο», που πραγματοποιήθηκε στη Ρόδο, τον Νοέμβριο του 2003.

Το άρθρο είναι αφιερωμένο ως εξής: «Στη μνήμη της Εύης που αγαπούσε το Αιγαίο«.

Σημειώσεις

1. Για τον Εύβουλο και την πολιτική του δραστηριότητα βλ. G. Cawkwell, «Eubulus», JHS 83 (1963), σσ. 47-67· για την προσωπικότητα και το πολιτιστικό του έργο βλ. B. Hintzen-Bohlen, Die Kulturpolitik des Eubulos und des Lykurg, Berlin 1997.
2. Σχετικά με την αξία της Ρόδου ως σπουδαίου σταθμού στη ναυτική διαδρομή της εισαγωγής σιτηρών από την Αίγυπτο βλ. Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Διονυσοδώρου (= 56), passim και ιδιαίτερα § 3.
3. Ο Εύξεινος πόντος αποτελούσε σημαντικότατη πηγή ανεφοδιασμού σιτηρών· πρβλ. Ξενοφώντας, Ελληνικά 1.1.35 και Δημοσθένης, Περί του στεφάνου (= 18), § 241.
4. Πρβλ. Δημοσθένης, Κατά Λεπτίνη (= 20), § 31.
5. Το πλήρες παράθεμα έχει ως εξής: ἔτι δὲ περὶ φυλακῆς τῆς χώρας μὴ λανθάνειν πῶς φυλάττεται, ἀλλὰ καὶ τὸ πλῆθος εἰδέναι τῆς φυλακῆς καὶ τὸ εἶδος καὶ τοὺς τόπους τῶν φυλακτηρίων (τοῦτο δ’ ἀδύνατον μὴ ἔμπειρον ὄντα τῆς χώρας), ἵν’ εἴ τ’ ἐλάττων ἡ φυλακὴ προστεθῇ καὶ εἴ τις περίεργος ἀφαιρεθῇ καὶ τοὺς ἐπιτηδείους τόπους τηρῶσι μᾶλλον. ἔτι δὲ περὶ τροφῆς, πόση [δαπάνη] ἱκανὴ τῇ πόλει καὶ ποία, ἡ αὐτοῦ τε γιγνομένη καὶ εἰσαγώγιμος, καὶ τίνων τ’ ἐξαγωγῆς δέονται καὶ τίνων εἰσαγωγῆς, ἵνα πρὸς τούτους καὶ συνθῆκαι καὶ συμβολαὶ γίγνωνται […].
6. Σύμφωνα με την επιγραφή IG ii2 1672 η παραγωγή σιτηρών στην Αττική το έτος 329 π.Χ. υπολογίζεται σε 28.500 μέδιμνους σιταριού και 340.350 μέδιμνους κριθαριού. Ακόμη, στον λόγο του Δημοσθένη Κατά Λεπτίνη (= 20), § 32 (του έτους 355 π.Χ.), παραδίδεται ότι η ετήσια ποσότητα σιτηρών, που εισήχθη στην Αθήνα από τον Εύξεινο πόντο, ήταν 400.000 μέδιμνοι, δηλαδή περισσότερη από τη συνολική παραγωγή που είχε η Αττική το έτος 329 π.Χ. Επίσης, στον ίδιο λόγο οΔημοσθένης σημειώνει ότι το ήμισυ της εισαγώγιμης ποσότητας σιτηρών προερχόταν από τον Εύξεινο πόντο (βλ. § 31). Επομένως, η συνολική ετήσια ποσότητα –παραγωγής και εισαγωγής σιτηρών– φθάνει τους 1.200.000 μέδιμνους. Η μέση ετήσια κατανάλωση σιτηρών, κυρίως σιταριού, για τους ελεύθερους πολίτες έχει υπολογισθεί περί τους 6 μέδιμνους (7,5 για τους άνδρες και 5 για τις γυναίκες). Πρβλ. A. Jones, Athenian Democracy, Oxford 1964, σσ. 77-79· για τον επισιτισμό βλ. περαιτέρω P. Garnsey, Famine and Food Supply in the Graeco-Roman World: Responses to Risk and Crisis, Cam bridge 1988 και σχετικά πρόσφατα A. Moreno, The Athenian Grain Supply in the Fifth and Fourth Centuries BC., διδακτορική διατριβή, Oxford 2004· για το δικαϊκό σύστημα της Αθήνας σχετικά με τον επισιτισμό σημαντικός είναι ο λόγος του Λυσία Κατά σιτοπωλών (= 22) και το σχετικό άρθρο του R. Seager, «Lysias against the Corndealers», Historia 15 (1966), σσ. 172-184.
7. Είναι ενδεικτικό το παράθεμα του Ηροδότου (6.139· βλ. και 6.140) για την απόσταση μεταξύ Αθήνας και Λήμνου· το κείμενο αναφέρεται στην απάντηση των Πελασγών στο αίτημα των Αθηναίων να τους παραδώσουν τη Λήμνο: παραδιδόναι οὕτω ἔχουσαν. Οἱ δὲ Πελασγοὶ ὑπολαβόντες εἶπαν· «᾿Επεὰν βορέῃ ἀνέμῳ αὐτημερὸν ἐξανύσῃ νηῦς ἐκ τῆς ὑμετέρης ἐς τὴν ἡμετέρην, τότε παραδώσομεν», ἐπιστάμενοι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον γενέσθαι· ἡ γὰρ ᾿Αττικὴ πρὸς νότον κεῖται πολλὸν τῆς Λήμνου.
8. Ευχαριστώ τη συνάδελφο κ. Τζελίνα Χαρλαύτη για τις χρησιμότατες πληροφορίες που μου έδωσε σχετικά με τη ναυσιπλοΐα στην αρχαιότητα αλλά και τη σύγχρονη εποχή· για τα ταξίδια των πλοίων κατά την αρχαιότητα βλ. περαιτέρω, L. Cass on, «Mediterranean Comm unications», Cambridge Ancient History, τ. 6, 2η έκδ., σσ. 512-526, ιδίως σσ. 519-522 για το ταξίδι προς τη Μαύρη θάλασσα.
9. Βλ. Ηρόδοτος, 6.137-140 και το Υπόμνημα των W. W. How και J. Wells, A Commentary on Herodotus, τ. 2, Oxford: Clarendon Press 1912, σσ. 122· για την κυριαρχία της Αθήνας, ειδικώς στη Λήμνο βλ. M. Rausch, «Miltiades, Athen und “die Rham nusier auf Lemnos” (IG I3 522bis)», Klio 81 (1999), σσ. 7-17· για την εξαπάτηση των Πελασγών από τον Μιλτιάδη και την εδραίωση της κυριαρχίας της Αθήνας επί της Λήμνου βλ., επίσης, Christy Constantakopoulou, The Dance of the Islands, Oxford University Press 2007, σ. 24.
10. Πρβλ. την επιγραφή IG ii2 1672.276, 297. Πέρα από τα τρία νησιά υπήρχαν και άλλα, όπως η Θάσος και η Σκιάθος, τα οποία διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο ως σταθμοί ανεφοδιασμού για τα σιταγωγά και πολεμικά πλοία των Αθηναίων, με επιπλέον δυνατότητα προμήθειας σιτηρών στον αθηναϊκό στρατό και στην ίδια την Αθήνα· πρβλ. Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου 1 (= 4), § 32.
11. Πρβλ. A.Graham , Colony and the Mother City, Manchester 1964, σσ. 184-185.
12. Πρβλ. και Πλούταρχος, Θησέας 36.1-3, Κίμων 8.3-7 (όπου γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι ο Κίμωνας ανακάλυψε τα οστά του Θησέα στη Σκύρο και προέβη στη θριαμβευτική μετακομιδή τους στην Αθήνα), Διόδωρος 11.60.2, Παυσανίας 1.17.6.
13. Ο Πλούταρχος (Λύσανδρος 14.4) παραθέτει σε δωρική διάλεκτο την πρόταση των εφόρων για ειρήνη μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης μετά το τέλος του πολέμου, που περιλαμβάνει ανάμεσα στα άλλα την απόσυρση των Αθηναίων από όλες τις πόλεις και τη διατήρηση μόνο της δικής τους γης: «Τάδε τὰ τέλη τῶν Λακεδαιμονίων ἔγνω· καββαλόντες τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰ μακρὰ σκέλη, καὶ ἐκβάντες ἐκ πασῶν τῶν πόλεων τὰν αὑτῶν γᾶν ἔχοντες, ταῦτά κα δρῶντες τὰν εἰράναν ἔχοιτε, αἰ χρήδοιτε, καὶ τοὺς φυγάδας ἀνέντες. περὶ τᾶν ναῶν τῶ πλήθεος, ὁκοῖόν τί κα τηνεὶ δοκέῃ, ταῦτα ποιέετε.» ταύτην δὲ προσεδέξαντο […]· εξάλλου, η επιγραφή IG xii (8) 2 από τη Μύρινα της Λήμνου, η οποία χρονολογείται περί το 400 π.Χ., δεν κάνει λόγο για Αθηναίους αλλά για Μυριναίους. Τις συνέπειες της ήττας των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο διασώζει και ο Ξενοφώντας (Ελληνικά 2.2.20), χωρίς όμως αναφορά στις αθηναϊκού ενδιαφέροντος πόλεις και την τύχη τους μετά το τέλος του πολέμου.
14. Η ερμηνεία του χωρίου δεν είναι μονοσήμαντη. Είναι ενδεχόμενο ο φόβος των Αθηναίων περί απώλειας των τριών νησιών, αν δέχονταν τη γενική διατύπωση περί αυτονομίας, να σημαίνει ότι τα νησιά είχαν μεν αποδοθεί στους Αθηναίους πριν από την Ειρήνη και θα τα έχαναν με την αποδοχή του προαναφερθέντος γενικού όρου, αλλά και ότι τα νησιά πριν την Ειρήνη δεν ήταν υπό την κυριαρχία των Αθηναίων και, αν γινόταν δεκτή ως βασική διατύπωση των όρων της Ειρήνης η αυτονομία όλων των νήσων, θα καθίστατο ιδιαιτέρως δυσχερές για τους Αθηναίους στις διαπραγματεύσεις να εξασφαλίσουν έναν όρο που να εξαιρεί από τη γενική αυτονομία τουλάχιστον τα τρία αυτά νησιά. Είναι, επίσης, ενδιαφέρουσα η επιγραφή IG ii2 30 (= Agora XIX.L3: πρβλ. R. Stroud, «Inscriptions from the North Slope of the Acropolis», Hesperia 40 [1971], σσ. 162-173), στην οποία περιγράφεται μία μη αναγνωρισμένη κατοχή της Λήμνου προ της Eιρήνης του Βασιλέως: Στους στίχους a13, 20, 22, b6 και c5 φαίνεται να γίνεται λόγος για κληρούχους. Η επιγραφή μπορεί να ενισχύσει την πρώτη από τις δύο προαναφερθείσες απόψεις. Πρβλ. C. Brownson, Xenophon – Hellenica I-IV, LOEB Class ical Library, 1918, σσ. 365, υποσ. 2, ο οποίος σχολιάζοντας το εν λόγω χωρίο του Ξενοφώντα (Ελληνικά 4.8.15) ισχυρίζεται ότι πράγματι είχαν ανακτηθεί τα νησιά αυτά από τους Αθηναίους πριν από την Ειρήνη του Βασιλέως. Πρβλ. J. Cargill, The Second Athenian League, Empire or free Alliance?, University of California Press , 1981, σ. 9, υποσ. 4.
15. Πρβλ. και μια πιο συντετμημένη εκδοχή του κειμένου της Ειρήνης, όπως παρατίθεται από τον Διόδωρο, 14.110.3· βλ. και J. Cargill, The Second Athenian League, ό.π., σ. 8, υποσ. 3, καθώςκαιG. Cawkwell, «The Foundation of the Second Athenian Confederacy», CQ 23 (1973), σσ. 47-60, ιδιαίτερα σ. 53.
16. Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.29: συμμάχου Λακεδαιμονίοις βασιλέως γεγενημένου.
17. Πρβλ. J. Cargill, The Second Athenian League, ό.π., σ. 9 και υποσ. 6, που παραθέτει επιγραφή από το βιβλίο του H. Bengtson, Die Staatverträge des Altertums II2, München 1975, σσ. 248, σχετική με την εν λόγο συμφωνία το 384: βλ. συγκεκριμένα τους στίχους 9-12 και 20-23 της επιγραφής.
18. Για περισσότερα ως προς την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας βλ. G.Cawkwell, «The Foundation», ό.π., και J. Cargill, The Second Athenian League, ό.π.· για την κατάλυσή της βλ. G. Cawkwell, «Notes on the Failure of the Second Athenian Confederacy», JHS 101 (1981), σσ. 40-55.
19. Βλ., περαιτέρω, Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Βιβλίο XVI, Εισαγωγή – Ερμηνευτικό Υπόμνημα: Αθανάσιος Ευσταθίου, Μετάφραση: Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα 2009, σσ. 446-447.
20. Πρβλ. Αισχίνης, Περί παραπρεσβείας, § 72: Ἀντὶ δὲ ἀξιώματος καὶ τῆς τῶν ῾Ελλήνων ἡγεμονίας, ἡ πόλις ἡμῶν <τῆς> Μυοννήσου καὶ τῆς τῶν λῃστῶν δόξης ἀνεπίμπλατο· Φίλιππος δὲ ὁρμηθεὶς ἐκ Μακεδονίας οὐκέθ’ ὑπὲρ ᾿Αμφιπόλεως πρὸς ἡμᾶς ἠγωνίζετο, ἀλλ’ ἤδη περὶ Λήμνου καὶ ῎Ιμβρου καὶ Σκύρου, τῶν ἡμετέρων κτημάτων· ἐξέλειπον δὲ Χερρόνησον ἡμῶν οἱ πολῖται, τὴν οὖσαν ὁμολογουμένως Ἀθηναίων· πλείους δὲ ἐκκλησίας συγκλήτους ἠναγκάζεσθε ἐκκλησιάζειν […]· για την ανάλυση του χωρίου βλ. A. Efstathiou, AC – Commentary on Aischines -’ «De falsa legatione», chapters 1-96, διδακτορική διατριβή, London 2000, σ. 164 κ.εξ.· για την ιστορική περίοδο βλ. G. Cawkwell, Philip of Macedon, London 1978, σ. 92, N. G. Hamm ond και G. T. Griffith, History of Macedonia, Oxford 1979, σ. 331 και M. H. Hansen, The Athenian Ecclesia: A Collection of Articles 1976-83, Copenhagen 1983, σ. 63 κ.εξ.
21. Σημειωτέον ότι το κείμενο της Αθηναίων πολιτείας πρέπει να γράφθηκε περί το 330 π.Χ., και μάλλον υπέστη κάποιου είδους αναθεώρηση στις αρχές της δεκαετίας του 320. Πρβλ. P. Rhodes, A Commentary on the Aristotelian Athenaion Politeia, Oxford 1981, σ. 58.
22. Πρβλ. Διόδωρος19.61.3: ἀποδῷ τοῖς Μακεδόσι καὶ τὸ σύνολον ἐὰν μὴ πειθαρχῇ τῷ καθεσταμένῳ στρατηγῷ καὶ τῆς βασιλείας παρειληφότι τὴν ἐπιμέλειαν Ἀντιγόνῳ. εἶναι δὲ καὶ τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας ἐλευθέρους, ἀφρουρήτους, αὐτονόμους.
23. Πρβλ. στοίδιο19.68.3: ἔγραψε δὲ καὶ πρὸς Δημήτριον τὸν Φαληρέα καὶ Διονύσιον τὸν φρουροῦντα τὴν Μουνυχίαν, προστάττων εἴκοσι ναῦς εἰς Λῆμνον ἐκπέμψαι. ἀποστειλάντων δ’ αὐτῶν εὐθὺς τὰ σκάφη καὶ ναύαρχον ἐπ’ αὐτῶν Ἀριστοτέλη οὗτος μὲν καταπλεύσας εἰς Λῆμνον καὶ μεταπεμψάμενος Σέλευκον μετὰ στόλου τοὺς Λημνίους ἔπειθεν ἀποστῆναι τῶν περὶ Ἀντίγονον.
24. Πρβλ. W.S. Ferguson, Hellenistic Athens, London: Macmillan 1911, σσ. 49-51.
25. Ειδικώς για τη Σκύρο διαπιστώνουμε ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη πηγών γι’ αυτή την περίοδο.
26. Ο Λεύκωνας διαδέχθηκε το 389 τον πατέρα του Σάτυρο στην ηγεμονία της περιοχής τού Βοσπόρου και το 349 ήλθε η σειρά των γιων του, Σπαρτάκου ΙΙ και Παιρισάδη (349-344), να αναλάβουν από κοινού την εξουσία. Μετά τον θάνατο του Σπαρτάκου ο Παιρισάδης παρέμεινε μόνος στην εξουσία για το διάστημα 344-311. Ο Λεύκωνας ήταν ο πλέον σημαντικός βασιλιάς του Βοσπόρου, ξεχώριζε για τη σοφία του και υμνήθηκε από τον στωικό φιλόσοφο Χρύσιππο (πρβλ. Χρύσιππος, Αποσπάσματα ηθικά, απόσπ. 691). Επιπλέον, με τον Λεύκωνα ειδικώς αλλά και με τους δύο γιους του Σπάρτακο και Παιρισάδη η Αθήνα διατηρούσε πολύ καλή επικοινωνία, μέσω της οποίας φρόντιζε να προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες σιτηρών από τον Βόσπορο. Για το βασίλειο του Βοσπόρου και τις σχέσεις του κυρίως με την Αθήνα βλ. περαιτέρω τις επιγραφές αρ. 115, 163, 167, 171 στο βιβλίο του Μ. Tod, A Selection of Greek Historical Inscriptions, τ. II, Oxford 1948· βλ., επίσης, J. Hind, «The Bosporan Kingdom», στο Cambridge Ancient History, τ. VI, Cam bridge University Press 1994(2), σσ. 476-511.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Bengtson, H., Die Staatverträge des Altertums II2, München 1975.
Brownson, C., Xenophon Hellenica I-IV, LOEB Classical Library, 1918.
Cargill, J., Athenian Settlements of the Fourth century B.C., Brill: Leiden 1994.
――, The Second Athenian League. Empire or free Alliance?, University of California Press 1981.
Cass on, L., «Mediterranean Comm unications», Cambridge Ancient History, τ. VI, Cambridge University Press 19942, σσ. 476-511.
Cawkwell, G. L., «Eubulus», JHS 83 (1963), σσ. 47-67.
――, «Notes on the Failure of the Second Athenian Confederacy», JHS 101 (1981), σσ. 40-55.
――, «The Foundation of the Second Athenian Confederacy», CQ 23 (1973), σσ. 47-60.
Constantakopoulou, Christy, The Dance of the Islands, Oxford University Press 2007.
Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Βιβλίο XVI, Εισαγωγή – Ερμην. υπόμνημα: Αθανάσιος Ευσταθίου, Μετάφραση: Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα 2009.
Efstathiou, A., A Commentary on Aischines’ «De falsa legatione», chapters 1-96, διδακτορική διατριβή, London 2000.
Ferguson, W., Hellenistic Athens, London: Macmillan 1911.
Garnsey, P., Famine and Food Supply in the Graeco-R oman World: Responses to Risk and Crisis, Cam bridge University Press 1988.
Graham , A., Colony and the Mother City, Manchester 1964.
Hamm ond, N. και Griffith, G., History of Macedonia, Oxford 1979.
Hansen, M., The Athenian Ecclesia: A Collection of Articles 1976-83, Copenhagen 1983.
Hind, J., «The Bosp sp oran Kingdom», Cambridge Ancient History, τ. VI, Cambridge University Press 19942, σσ. 476-511.
Hintzen-Bohlen, B., Die Kulturpolitik des Eubulos und des Lykurg, Berlin 1997.
How, W. και Wells, J., A Commentary on Herodotus, Oxford: Clarendon Press 1912.
Jones, A., Athenian Democracy, Oxford: Blackwell 1964.
Moreno, A., The Athenian Grain Supply in the Fifth and Fourth centuries BC., διδακτορική διατριβή, Oxford 2004.
Rausch, M., «Miltiades, Athen und “die Rham nusier auf Lemnos” (IG I3 522bis)», Klio 81 (1999), σσ. 7-17.
Rhodes, P., A Commentary on the Aristotelian Athenaion Politeia, Oxford 1981.
Seager, R., «Lysias against the Corndealers», Historia 15 (1966), σσ. 172-184.
Stroud, R., «Inscriptions from the North Slope of the Acropolis», Hesperia 40 (1971), σσ. 162-173.
Tod, Μ., A Selection of Greek Historical Inscriptions, τ. II, Oxford 1948.

.

Πηγή: Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου (αρχείο σε μορφή .pdf)

Ένα Σχόλιο to “Επισιτισμός και εξωτερική πολιτική: Το ζωτικό ενδιαφέρον της Αθήνας για τα νησιά Ίμβρο, Λήμνο και Σκύρο κατά τον 4ο αι. π.Χ.”

  1. Reblogged στις Ῥωμηῶν Ἐνημέρωση.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s