ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Επικαιρότητα 1ης Ιου… στη Φθινόπωρο και τέταρτη δόση…
    georgeiraklion στη Αβέρωφ: Δέκα «ολόκληρα» χρόνια…
    3 του Ιούνη ξεχείλισ… στη Τό Ὁλοκαύτωμα στήν Κάνδανο (3…
    Επικαιρότητα 28ης Μα… στη Ο κορονοϊός και η ελευθερία το…
    Γιώργης στη Αβέρωφ: Δέκα «ολόκληρα» χρόνια…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

ΤΡΟΠΑΙΟ ΣΤΗΝ ΜΕΘΩΝΗ (29 Ἀπρ.1825)

Posted by ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΕΝΕΕΥΣ στο 29 Απριλίου, 2014

https://averoph.files.wordpress.com/2014/04/cebccf80cebfcf85cf81cebbcebfcf84cebf.jpg

Στὶς εἴκοσι ἑφτὰ τοῦ Ἀπρίλη τὰ καράβια τοῦ Μιαούλη,ποὺ ἐπῆγαν νὰ φέρουν τρόφιμα καὶ νερὸ γιὰ τὸ στόλο, ἔμαθαν τὴν ἄλωσι τῆς Σφακτηρίας. ῾Ο ναύαρχος ἀπόμεινε ἀμίλητος καὶ συντριμμένος. Σὲ δυὸ μέρες πέρασε ἔξω ἀπὸ τὸ Ναυαρίνο, νὰ ἰδῇ τί γίνεται. Ἄκουσε τὸ φοβερὸ κανονίδι, ποὺ ἐδούλευε ἀκατάπαυστα. Ὁ Ἰμπραὴμ χτυποῦσε τὸ κάστρο. ῾Ο Μιαούλης φώναξε τοὺς καπετάνιους στὸ καράβι του.

– Ἡ καρδιά μου ραγίζει, τοὺς εἶπε, νὰ βλέπω τὴν καταστροφὴ καὶ νὰ μὴ μπορῶ νὰ δώσω βοήθεια. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀπελπιζώμαστε. ῾Ο Θεὸς εἶναι μεγάλος. Θὰ μᾶς λυπηθῇ. ῎Εχω τὴν γνώμη, πὼς πρέπει νὰ πᾶμε στὸ Μαραθωνήσι, νὰ κοιτάξωμε τὶς ἐλλείψεις τῶν καραβιῶν μας καὶ νὰ περιμένουμε νὰ μᾶς ἔρθουν μπουρλότα. Τότε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νὰ πασχίσωμε νὰ δώσωμε στὸν ἐχθρὸ κανένα δυνατὸ χτύπημα. Προσέχετε νὰ μὴν παραλύσουν τὰ πληρώματα. Ἡ ψυχὴ μᾶς ἀπόμεινε· ἂν τὴ χάσωμε κι αὐτή, ὁ ἀφανισμός μας θὰ γίνῃ τέλειος.
Οἱ καπετάνιοι συμφώνησαν. Λίγο πρὶν χαράξῃ πῆρε νὰ φυσήξῃ κάπως, Ὁ Μιαούλης μὲ τὰ καράβια του ἀρμενίζει. Εἶναι σκοτάδι ἀκόμη κι ἔχει πέσει ὁμίχλη στὸ πέλαγο. Ὁ ναύαρχος, προσμένοντας πάντα βοήθειες ἀπὸ τὴν ῞Υδρα, γυρίζει καὶ ξαναγυρίζει στὸ μυαλό του τὸ πῶς θὰ δώσῃ τὸ χτύπημα. Θέλει νὰ ἐτοιμάσῃ τὰ μπουρλότα.
Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μεσημέρι, ὅταν ὁ Πιπῖνος κι ὁ Πολίτης ἑτοίμαζαν τὰ μπουρλότα καὶ τὰ πληρώματά τους, εἶδαν ἔξαφνα νὰ τοὺς ζυγώνῃ μιὰ μικρὴ κολώνα καραβιῶν. ῍Ὅλοι ἀνάσαναν, ἅμα τὰ εἶδαν νὰ σηκώνουν τὴν ἐπαναστατικὴ σημαία. Ἦταν ἡ βοήθεια, ποὺ πρόσμεναν ἀπὸ τὴν Ὕδρα.
῾Η μορφὴ τοῦ Μιαούλη φωτίστηκε ἁπὸ χαρὰ κι ἐλπίδα. Στὴ στιγμὴ πῆρε τὴν ἀπόφασι νὰ χτυπήσῃ. Φώναξε τοὺς καπετάνιους τῶν μπουρλότων· βεβαιώθηκε, πὼς ὅλα ἦταν ἕτοιμα, κι ἔβαλε πλώρη γιὰ τὸ Νιόκαστρο.
᾽Εκεῖ ποὺ ἀρμένιζαν τὸ ἀπόγευμα στὰ ἀνοιχτὰ τῆς Σαπιέτζας, ἀπάντησαν ἕνα καράβι ἑφτανησιώτικο. Ὁ καραβοκύρης, Θιακός, τοὺς ζύγωσε γιὰ νὰ τοὺς πῇ :
«Ἂν πᾶτε γιὰ τὸν ἐχθρό, δὲν εἶναι πιὰ στὸ Νιόκαστρο˙ στὰ Μοθωκόρωνα τραβᾶτε. Αὐτοῦ εἶναι ἀραγμένος».
Κι ἔτσι ἀπλοϊκὰ γυρίζει καὶ λέει στὸν Ἀντώνη Κριεζῆ :
– Μωρὲ δὲν πᾶτε νὰ τὸν κάψτε;
Ὁ καπετὰν Ἀντώνης ἔβαλε τὰ γέλια· τρέχει νὰ τὸ πῃ στὸν Μιαούλη.Ὁ ναύαρχος σηκώνει στὴ στιγμὴ τὸ σῆμα :
«Ἀκολουθῆτε τὰ κινήματά μου!».
Κι ἔβαλε πλώρη γιὰ τὸ στενό, ἀνάμεσα Σαπιέτζας καὶ στεριᾶς, πρὸς τὴ Μεθώνη. Ἦταν ἀνήσυχος γιὰ τὴν τύχη τοῦ φίλου του καπετάν Ἀναστάση Τσαμαδοῦ, τοῦ Σταύρου Σαχίνη καὶ τόσων Ὑδραίων. ῎Εβλεπε, πὼς ἦταν ἀνάγκη νὰ βρεθῇ τρόπος νὰ σηκωθῇ τὸ πεσμένο φρόνηματῶν ἀνδρῶν. Εἶχε κανονίσει νὰ μπῇ ἔξαφνα στὸ λιμάνι τῆς Μεθώνης, νὰ παραλύσῃ τὸν ἐχθρὸ μὲ τὴ ξαφνικὴ παρουσία του, νὰ μὴν προφτάσῃ νὰ κάμῃ τὸ παραμικρό.
Δὲν ἔχουν ζυγώσει στὸ λιμάνι ἀκόμα. Κατεβαίνει στὴν κάμαρά του. Ἀπὸ τὴ μιὰ της πάντα, πίσω ἀπὸ μιὰ μεγάλη κουρτίνα, εἶναι τὸ ἐκκλησάκι τοῦ καραβιοῦ. Μέσα στὸ μισόφωτο, ψηλὰ στὸ εἰκονοστάσι, φαντάζουν οἱ μορφὲς τῶν ἁγίων. Ἕνα καντήλι καίει σὲ τούτη τὴ σεπτὴ μοναξιά. Ὁ Μιαούλης μπαίνει στὸ ἐκλησάκι. Στέκεται μὲ τὸ κεφάλι γυρτὸ μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα. Σταυροκοπιέται καὶ δέεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του :
«Ταπεινὸς κι ἁμαρτωλὸς δοῦλος Σου εἶμαι, Κύριε· καὶ τὸ Γένος μου ἔχει μακρύνει πολλές φορὲς ἀπὸ τὸ δρόμο Σου. Μὰ κάμε τώρα τὸ ἔλεός Σου. Καὶ συμπόνεσε τὰ πάθη μας. Καὶ βοήθα νὰ συντρίψωμε τὸν Ἀγαρηνό…»
᾽Εκεῖ τὸν βρῆκε ὁ λοστρόμος του, γιὰ νὰ τοῦ δώσῃ τὴν εἴδησι, πως εἶναι ἀγνάντια στὴ Μεθώνη. Βρίσκεται στὴ στιγμὴ στὸ κατάστρωμα, στὴν πρύμη, πάνω ἀπὸ τὸ δοιάκι, στὴ συνηθισμένη θέσι του, μὲ τὸ κιάλι καὶ τὴν τρόμπα – μαρίνα.Μὲ τὴ χαρούμενη λαχτάρα τοῦ γερακιοῦ, ποὺ ξανοίγει ἀπὸ ψηλὰ μπόλικο κυνήγι, βλέπει δάσος τὰ κατάρτια στὸ λιμάνι. Εἶναι ὡς εἰκοσιοχτὼ καράβια, δεκάξι πολεμικά, τὰ περισσότερα ἀλγερίνικα, καὶ δώδεκα φορτηγά.
Μπαίνει στὸ λιμάνι σὰν κεραυνός μὲ γεμᾶτα πανιά, σηκώνοντας τὸ ἄλικο σῆμα τοῦ πολέμου. Ἡ ναυαρχίδα καὶ τὰ καράβια του ἀδειάζουν τὶς μπαταριές τους στὸν ἀραγμένο ἐχθρό, πρὶν προφτάσῃ καλὰ – καλὰ νὰ καταλάβῃ τί γίνεται. Ἦταν κάτι ἀφάνταστο ἡ σύγχυσι καὶ ἡ ταραχὴ στὰ δεμένα καράβια τῶν ἀραπάδων. Μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ πληρώματά τους εἶναι στὴ στεριά. Οἱ ἀξιωματικοί, ποὺ βρίσκονται ἐπάνω, τοὺς κράζουν μ’ ἀπελπισμένα σήματα, νὰ τρέξουν νὰ βοηθήσουν. Ἄλλοι ἀκοῦν καὶ φτάνουν. Ἄλλοι φεύγουν. Κι ὅσοι βρίσκονται στὰ καράβια δὲ ξέρουν τί νὰ κάμουν. Ἄλλοι κόβουν τὶς ἄγκυρες, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι κι εὔκολο νὰ κουνήσουν τὰ καράβια. Καὶ ἡ τρομάρα καὶ ἡ παραζάλη κυριεύει ὅλους, μεγάλους καὶ μικρούς.
῾Ο Μιαούλης δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ συνέλθουν. Πάνω στὸ πρῶτο σάστισμα τοῦ ἐχθροῦ κάνει σημεῖο στὰ μπουρλότα νὰ προχωρήσουν. Προβαίνουν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπ’ τὸ ἄλλο, κι ἔχουν ὅλα μπροστά τους πλούσια τροφή. Ἀγνάντια του στέκει ἡ «Ἀσία», περήφανη φρεγάδα, μὲ πενῆντα τέσσερα κανόνια, ἕνα πολεμικὸ ἀπ’ τὰ καλύτερα τοῦ ᾽Ιμπραήμ· μιὰ ἄλλη φρεγάδα μὲ τριανταέξ κανόνια˙ δυὸ κορβέτες μὲ εἰκοσιὲξ κανόνια ἡ κάθε μιά˙ καὶ τέλος τὰ πολεμικὰ μπρίκια.
Τὰ τέσσερα πρῶτα μπουρλότα μοιράζονται τὰ μεγάλα κομμάτια˙ τ’ ἄλλα δυὸ πέφτουν μέσα στὰ μπρίκια καὶ τὰ φορτηγά. Στὸν καπνὸ καὶ στοὺς βρόντους τῶν κανονιῶν προβαίνουν τὸ ἕνα ὕστερα ἀπ’ τὸ ἄλλο τὰ καράβια τοῦτα τῆς καταστροφῆς. ῞Οσοι πυροβοληταὶ βρέθηκαν στ’ ἀραγμένα καράβια, πάσχισαν νὰ χτυπὴσουν μὲ τὰ κανόνια˙ μὰ γρήγορα παρατήθηκαν· οἱ μπάλες τους χτυποῦσαν τοὺς δικούς τους. Δὲν τοὺς ἀπόμεινε παρὰ ἡ ψιλὴ φωτιά˙ μὲ τούτη δούλευαν. Μὰ τοῦ κάκου. ῾Η λύσσα τῶν μπουρλοτιέρηδων εἶναι τόση, ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ τοὺς κρατήσῃ τίποτε. Κανεὶς δὲ χάνει τὸ σκοπό του· καὶ τὰ ἓξ μπουρλότα ποὺ ὥρμησαν, καὶ τὰ ἒξ κόλλησαν στὶς φρεγάδες καὶ στὶς κορβέτες. Κι οἱ φλόγες ἄρχισαν ν’ ἀνεβαίνουν σὲ λίγο καλὰ θρεμμένες.
Σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ θέλημα Θεοῦ, σηκώθηκε ἐπάνω στὴν ὥρα δυνατὸς ἀέρας˙ κι ἐφυσοῦσε ἀπ’ τὴν εἴσοδο γεμᾶτα κι ὁλόϊσα στὸ λιμάνι· καὶ δὲν ἄφηνε τὰ καράβια τοῦ ἐχθροῦ νὰ σηκώσουν πανιά. Καὶ τὰ ἔσπρωχνε νὰ πέφτουν τὸ ἕνα ἐπὰνω στὸ ἄλλο. Καὶ συδαύλιζε μὲ μανία τὶς φωτιές.
Ὅταν βράδυασε, ὅλα τὰ καράβια εἶχαν πάρει φωτιά, οὔτ’ ἕνα δὲν εἶχε μείνει. Οἱ βάρκες τῶν μπουρλότων εἶχαν γυρίσει στὰ καράβια. Κανεὶς δὲν ἔπαθε. ῾Ο Μιαούλης ἔκαμε σημεῖο νὰ τὸν ἀκολουθήσουν˙ τραβὴχτηκε καὶ στάθηκε στὶς μικρὲς βόλτες.
Νύχτωσε. Οὐρανός, στεριά, πέλαγο ἔφεγγαν ἀπ’ τὴν τεράστια πυρκαϊά. Οἱ φλόγες ἀπὸ τὰ εἴκοσι ὀχτὼ καράβια ἔφτιαναν ἕνα πελώριο τόξο, τετράψηλο καὶ κυματιστό. Ἔγλειφαν ὅλο τὸ λιμάνι, σπίτια κι ἀποθῆκες. Χυνόνταν μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πόλι κι ἀνέμιζαν ψηλὰ – ψηλὰ στὰ οὐράνια, μὲ ἄπειρα πύρινα κρόσσια. ῾Ο ἄνεμος βογγοῦσε. Κάθε τόσο ἀκουόταν κι ἕνας φοβερὸς κρότος ἀπ’ τὶς μπαρουταποθῆκες τῶν καραβιῶν. Σύγνεφα πυκνὰ σκέπασαν σὲ λίγο τὴ Μεθώνη. ῝Ως τὰ μεσάνυχτα ἔβλεπαν ἀπ’ τὰ καράβια τοῦτο τὸ ἀτελείωτο πυροτέχνημα.
Ἄποτραβήχτηκαν. Πρωῒ – πρωῒ τοὺς ἔφεραν εἴδησι γιὰ τὸν χαμὸ τοῦ Τσαμαδοῦ καὶ τοῦ Σαχίνη. ῾Ο Μιαούλης θλίβεται. Ἡ μόνη του παρηγοριὰ εἶναι, πὼς ἐκδικήθηκε τὸν ἐχθρὸ γιὰ τὸ θάνατό τους. Πρόσταξε νὰ γίνῃ μνημόσυνο γιὰ τὴν ψυχή τους καὶ δοξολογία γιὰ τὸ τρόπαιο στὴ Μεθώνη.
Ὁ Στόλος εἶχε ξαναύρει τὸ θάρρος του !

Σπύρος Μελᾶς
«Ναύαρχος Μιαούλης»

ΠΗΓΕΣ

1. Νεοελληνικά Ἀναγνώσματα Β’ Γυμνασίου (1957)
2. hydramysoul.blogspot.gr
3. odosell.blogspot.gr

Ένα Σχόλιο προς “ΤΡΟΠΑΙΟ ΣΤΗΝ ΜΕΘΩΝΗ (29 Ἀπρ.1825)”

  1. oxtapus said

    Reblogged this on Oxtapus *blueAction.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: