ΑΒΕΡΩΦ

Διαδικτυακό Θωρηκτό

  • Ἡ Ἱστορία,ΔΕΝ ἀλλάζει !

  • Ἡ Μακεδονία εἶναι Ε Λ Λ Α Δ Α

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Kατηγορίες

  • Υπέρ της ζωής, κατά των εκτρώσεων

  • ΓΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

  • Η ΒΟΡ.ΗΠΕΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

  • Ἀπό τήν Φλωρεντία,στήν ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

  • ΜΕΤΑΜΟΥΣΕΙΟΝ – Θ/Κ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»

  • Μαθαίνουμε…

  • ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

  • ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ

  • ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ «ΗΛΙΟΥ»

  • ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ (Δ.ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ)

  • ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΣΥΧΙΟΥ

  • ΛΕΞΙΚΟΝ «LIDDEL-SCOTT»

  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

  • ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

  • 324 – 1453

  • ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

  • 1 8 2 1

  • Ἀπομνημονεύματα Ἡρώων τοῦ 1821

  • Ὁ ΕΛΛΗΝΟ – ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ τοῦ…

  • ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ (1904-8)

  • ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ’12- ’13

  • ΤΟ ΠΝ ΤΙΜΑ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ

  • Α’ ΠΠ (1914-18)

  • Μ.ΑΣΙΑ (1919-22)

  • O X I (1940-41)

  • ΙΩΑΝ.ΜΕΤΑΞΑΣ

  • ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ (9-24 Μαρ.1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (1941)

  • Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (1941)

  • Β’ ΠΠ (1 9 4 1 – 4)

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Θ/Κ «ΓΕΩΡ. ΑΒΕΡΩΦ»

  • ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

  • ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

  • ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

  • ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

  • Πρόσφατα σχόλια

    Ντοκουμέντα για τις… στη Ντοκουμέντα για τις περιπολίες…
    ΘΑΝΟΣ ΚΟΥΚ στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία: Αμαρ…
    ΘΑΝΟΣ ΚΟΥΚ στη Aφού τρόμαξαν 1,7 δισεκατομμύρ…
    Πετροβούβαλος στη Η Μακεδονική Δυναστεία (8…
    ΘΑΝΟΣ ΚΟΥΚ στη Η Μακεδονική Δυναστεία (8…
  • Ὁ Γκρεμιστής Κωστῆ Παλαμᾶ

  • Θ/Κ «Γ. ΑΒΕΡΩΦ» ΣΗΜΑ 3 Δεκ.1912

  • ΟΡΚΟΣ ΕΦΗΒΩΝ

  • ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΚΩΝ

  • ——————————

  • ΦΟΡΕΣΙΕΣ καί ΑΡΜΑΤΑ τοῦ ’21

  • Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΥΚΑ (1838)

  • ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ (1974) …ἡ ταινία

  • ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΙ ΩΜΟΤΗΤΕΣ

  • Μία ἀνοικτή πληγή Μνήμης 1914-23

  • Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

  • ——————————

  • Ζημίαι τῶν ἀρχαιοτήτων έκ τοῦ πολέμου καί τῶν στρατευμάτων κατοχῆς (1946)

  • Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

  • ΘΑ ΑΝΟΙΞΗι Ο ΦΑΚΕΛΛΟΣ ;

  • ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!!

  • 1944-49

  • ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

  • ΣΕΜΝΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΟΙ ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

  • ΔΙΟΛΚΟΣ,ΓΙΑ 1500 ΧΡΟΝΙΑ

  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  • ΟΧΙ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

  • M.K.I.E.

  • Γιά ἀποπληρωμή ἐξωτ.χρεῶν,μόνο…

  • Ἡ ἔξοδός μας,εἶναι ἡ Κ_ _ _ά _α τους !

  • ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ…

  • INSIDE JOB

Ο ΓΥΦΤΟΔΑΣΚΑΛΟΣ

Posted by ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΕΝΕΕΥΣ στο 28 Απριλίου, 2014

https://averoph.files.wordpress.com/2014/04/94c4f-ktz-25ce259c25ce259525ce25a425ce259f25ce25a725ce259925ce259525ce25a025ce259125ce259d25ce259f25ce259c25ce259725ce25a302.jpg

Φωτογραφία ἀπό τό: protostrator.blogspot.gr

Ἀπρίλης ἦταν· χαρούμενος ὁ ἥλιος ἀσήμωνε τοῦ Στρυμόνος τὰ διάπλατα νερὰ καὶ μὲ ὁρμὴ γονιμοποιοῦσε τὴν ὄμορφη, τὴν πλούσια, τὴν ἐλεύθερη γῆ τῆς Ἀνατολικῆς μας Μακεδονίας. Τὸ ἕνα κοντὰ στὸ ἄλλο περάσαμε τὰ χωριά της τὰ δρασερὰ κι εὐτυχισμένα καὶ φτάσαμε στὸ χωριό, ὅπου ἔμελλε νὰ περάσωμε τὴ νύχτα μας. Πηγαίναμε μὲ τὸ πέμπτο στρατοδικεῖο ἐκστρατείας ἀπὸ τὸ Μακὲς τῶν Σερρῶν στὴ Μουσθαίνη τοῦ Παγγαίου.
Τὴν ἰδιαίτερη συντροφιά μου ἀποτελοῦσαν ὁ πρόεδρος τοῦ στρατοδικείου μας, ὁ βασιλικὸς ἀντεπίτροπος καὶ ὁ ἀντεισηγητής, ὁ μόνος μεταξύ μας νέος, ὁ Θανάσης Π…, συμπολίτης μου καὶ φίλος μου ἐξαιρετικὰ ἀγαπημένος.
Καταλύσαμε σ’ ἕνα ἀπέραντο παλιὸ τουρκόσπιτο, ὅπου τώρα κατοικοῦσε πολυάνθρωπη οἰκογένεια προσφύγων καλομίλητων καὶ νοικοκυρεμένων.

Τὴν ἄλλη μέρα, περιμένοντας καὶ τ’ ἄλλο προσωπικό, μείναμε στὸ ἴδιο χωριὸ καὶ θελήσαμε νὰ τὸ γνωρίσωμε, γυρίζοντας τὰ στενὰ καὶ σκιερά του μονοπάτια.Ἦταν ἄλλοτε χωριὸ καθαρὰ τουρκικό, μὰ τώρα ἀπὸ τὸν κατακτητὴ πεντακοσίων χρόνων ἄλλο ἴχνος δὲν ἔμεινε παρὰ δυὸ τρία τζαμιά.Στὸ μεσοχώρι βρήκαμε καθισμένους στὸ πεζούλι νὰ δροσίζωνται ἀπὸ τὸν ἴσκιο τὸ βαθὺ ἐνὸς πλατάνου καὶ τὸ νεράκι, ποὺ κελάρυζε σὲ ἕνα πλατὺ καὶ καθαρὸ αὐλάκι, λίγους γέρους καθαρούς, ἂν καὶ φτωχοντυμένους.Προσηκώθηκαν, τοὺς εἴπαμε νὰ καθίσουν καὶ πιάσαμε κουβέντα.
Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς εἶχε κάτι τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ρωτήσῃ. ᾽Εγὼ ρώτησα, ποῦ εἶναι τὸ σχολεῖο τους. Μοῦ ἔδειξαν ἕνα σπίτι ψηλό, στερεό, μὲ ἕναν ἀπέραντο κῆπο· μᾶς εἶπαν, ὅτι ἦταν ἄλλοτε τούρκικο σχολεῖο.
– Καὶ τί ἔχετε; δάσκαλο ἢ δασκάλα; ρώτησε κάποιος ἀπὸ μᾶς.
– Οὔτε δάσκαλο οὔτε δασκάλα, εἶπε ὁ πιὸ ὁμιλητικὸς ἀπὸ τοὺς γέρους, ἴσως ὁ πάρεδρος.
– Γιατί;
– Γιατὶ ἔτσι· γιατὶ δὲν μᾶς ἔστειλε ἡ Κυβέρνησι.
– Ἄκου τα, κύριε ἐκπαιδευτικὲ σύμβουλε˙ μοῦ εἶπεν ὁ πρόεδρος.
– ῎Ισως, εἶπα, ἐπειδὴ εἶναι ὅλοι Ἑλληνόφωνοι ἐδῶ καὶ ἔχομε μεγάλη ἔλλειψι ἀπὸ δασκάλους, νὰ προτιμήθηκαν τὰ ξενόφωνα χωριά.
– Μὰ δὲ μοῦ λές, πατριώτη, ἐδῶ κοντὰ κανένα ἄλλο χωριὸ δὲν ἔχει δάσκαλο νὰ στέλνετε τὰ παιδιά σας;
Κάπως κρῦα μᾶς ἀπάντησε ὁ γέρος:
– Εἶναι δάσκαλος ἐκεῖ· καὶ μᾶς ἔδειξε λίγο πιὸ πέρα ἕνα συνοικισμό, ποὺ φαινόταν πολὺ μικρὸς καὶ πολὺ φτωχός· ἦταν ἕνα μεγάλο κονάκι μὲ τὴν ἀποθήκη του καὶ γῦρο ἀπὸ αὐτὸ μερικὰ καλυβόσπιτα.
– Καὶ γιατί λοιπὸν δὲν στέλνετε ἐκεῖ τὰ παιδιά σας, ἀφοῦ εἶναι τόσο κοντά;
Ὁ γέρος δὲν ἀπάντησε.
– Μίλα βρέ˙ τοῦ εἶπε μὲ ἄγριο ὁ βασιλικὸς ἀντεπίτροπος, γιατί δὲν τα στέλνετε ἐκεῖ στὸ σχολεῖο;
– Γιατ’ ἔτσι.
– Τί θὰ πῇ γιατ’ ἔτσι;
– Νά, γιατὶ αὐτὸ εἶναι Γυφτοχώρι˙ στὸ Γυφτοδάσκαλο θὰ στείλωμε τὰ παιδιά μας;
Μᾶς γεννήθηκε περιέργεια.
– Πᾶμε τὸ δειλινὸ σ’ αὐτὸ τὸ Γυφτοχώρι;
– Πᾶμε.
– Καὶ κοίταξε καλά, εἶπε ὁ πρόεδρος, ἂν εἶναι κανένας καλὸς δάσκαλος καὶ δὲν τὰ στέλνετε, τώρα, ποὺ θὰ περάσῃ ὁ στρατηγός, θὰ σᾶς δέσῃ ὅλους.
– Τί καλός, καπετάνιο μου; Γυφτοδάσκαλος, τί ἄλλο νὰ σοῦ πῶ!
῏Ηταν ἀκόμη ζέστη, ὅταν πήραμε τὸ δρόμο γιὰ τὸ Γυφτοχώρι, ὅπως μᾶς τὸ εἶχαν ὀνομάσει.Στὸ δρόμο μάθαμε, πὼς ὠνομαζόταν Πύργος˙ καὶ τὸ μάθαμε ἀπὸ ἕνα μεγάλο παιδί, ποὺ πήγαινε ἐκεῖ μὲ ἕνα κουτὶ κρεμασμένο στὸ λαιμό του.
– Καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τὸν Πύργο; τὸν ρωτήσαμε.
– Ἄ! μπᾶ! μᾶς εἶπε μὲ κάποια ἀποστροφή. ᾽Εγὼ εἶμαι πρόσφυγας.
– Καὶ τί πᾶς νὰ κάμῃς στὸ Γυφτοχώρι;
– Πάω, τώρα ποὺ θὰ σκολάσουν τὰ γυφτόπουλα, νὰ τοὺς πουλήσω σταφίδες.
– Ἄ! γι’ αὐτὸ πᾶς! γιὰ νὰ μάθῃς γράμματα δὲν πᾶς! Καὶ πῶς σὲ λένε;
– Εὐρυβιάδη.
– Τίνος εἶσαι;
– ᾽Εκείνου τοῦ Χαρίση πὄχει τὸ μαγαζὶ στὸ σχολεῖο, ποὺ περάσατε καὶ ρωτήσατε γιὰ τὸ δρόμο.
– Καλά· στάσου νὰ μᾶς δείξῃς καὶ μᾶς τὸ δρόμο γιὰ τὸν Πύργο.
Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὴ δύσι του· τὰ κοπάδια γύριζαν ἀπὸ τὶς βοσκές, τὰ σιτάρια ἤτανε μεστωμένα καὶ οἱ βρίζες ἤτανε ψηλότερες ἀπὸ τὸ ἀνάστημά μας. Εὐτυχισμένη χώρα˙ ὕστερα ἀπὸ τόσα βάσανα εἶχε ἀκόμα κοπάδια καὶ σιτάρια, εἶχε ἀκόμα πλοῦτο καὶ χαρά.
– Νά, ἐκεῖνο εἶναι τὸ σχολειό, μᾶς εἶπε ὁ Εὐρυβιάδης.
– Μὰ τώρα ἔχουν σχολάσει τὰ παιδιά˙ εἶπε κάποιος ἀπὸ μᾶς.
– Ἄ! μπᾶ! εἶπε ὁ Εὐρυβιάδης, ἂν δὲν πέσῃ ὁ ἥλιος, δὲ σκολάει ὁ Γυφτοδάσκαλος.
Καὶ ἀλήθεια· ὁ χαρωπὸς ἐκεῖνος θόρυβος, ποὺ χαρακτηρίζει τὸ σχολεῖο, μᾶς εἰδοποίησε ἀπὸ μακριά, ὅτι ὁ Γυφτοδάσκαλος ἐργαζόταν ἀκόμα.
– «Συναυλία τις μὲ φθάνει, ἁρμονία γλυκυτάτη», εἶπε ὁ πρόεδρος, ποὺ εἶχε διαβάσει καὶ θυμόταν πολλὰ ποιήματα τῶν παλαιοτέρων χρόνων.
Τὸ σχολεῖον ἦταν ἕνα εὐρύχωρο καὶ στερεὸ ἁπλὸ κτίριο μὲ κῆπο στὶς τρεῖς πλευρές του˙ ἡ πόρτα ἦταν ἀνοιχτὴ καὶ μπήκαμε μὲ τὴν ἱεραρχικὴ πάντα τάξι.
– Μᾶς ἐπιτρέπεις, δάσκαλε; ρώτησε ὁ πρόεδρος μπαίνοντας.
– Ὁρίστε, καπεταναῖοι μου, εἶπε ὁ δάσκαλος, χωρὶς νὰ διακόψῃ τὸ μάθημά του.
Μέσα τὸ σχολεῖο δὲν ἦταν πλούσιο, ἀλλὰ καὶ τίποτε δὲν τοῦ ἔλειπε ἀπὸ τὰ ὄργανα πρώτης ἀνάγκης.Στὰ θρανία του, χοντροκομμένα, ἀλλὰ ἄνετα, κάθονταν καμμιὰ τριανταριὰ παιδάκια μικρὰ καὶ μεγάλα, ἀγόρια καὶ κορίτσια, ὅλα βαθιὰ μελαχροινά, μὲ κατάμαυρα ζωηρὰ μάτια καὶ μὲ καθαρὰ τὰ χέρια τους, τὰ πρόσωπά τους, τὰ φτωχικὰ φορέματά τους.
Ὁ δάσκαλος ἦταν γέρος, ἀλλὰ καλοστεκούμενος, μὲ φορέματα ἐγχώρια, μὲ ἕνα ζευγάρι ματογυάλια στὴν ἄκρη ἀπὸ τὴ χοντρή του μύτη καὶ μιὰ χοντρὴ ξύλινη ρίγα στὸ χέρι· στεκὸταν πολὺ κοντὰ στὰ παιδιὰ καὶ τοὺς ἔκανε ἀριθμητικὴ ἀπὸ μνήμης. ῎Εδωσε ἕνα πρόβλημα τόσο σύνθετο, ποὺ ἐγὼ ἀμέσως σχημάτισα τὴν ἰδέα, πὼς ἀπὸ μέθοδο δὲν ἔνοιωθε πολλὰ πράγματα ὁ Γυφτοδάσκαλος.Μ’ ὅλα ταῦτα λίγα παιδάκια ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα σηκωσαν τὰ μελαψὰ χέρια τους.Ἕνα κοριτσάκι, τὸ μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα, μὲ μάτια ποὺ ἄφηναν ἀστραπές, εἶπε ἀμέσως τὴν ἀπάντησι μὲ μεγάλη ἐπιτυχία.
– Σιωπή, Θεσσαλονίκη, τῆς εἶπε ὁ δάσκαλος, γιατὶ θὰ σὲ δείρω.
– Γιατί τὴν καημένη; ρώτησε ὁ Θανὰσης.
– Γιατὶ δὲν ἀφήνει ἄλλον νὰ μιλήσῃ.
Ἡ Θεσσαλονίκη ἔκρυψε τὸ πρόσωπο στὰ χέρια της ἐπάνω στὸ θρανίο καὶ ἔκλαιε˙ ὡς τόσο μὲ τὸ ἕνα της ματάκι κοίταζε γελαστὰ τὸ Θανάση μὲ εὐγνωμοσύνη.
Τὸ ἕνα πρόβλημα ἀκολούθησε ἄλλο καὶ τὰ παιδιὰ ἀπαντοῦσαν, ἄν ὄχι πάντα μὲ ὀρθότητα, ἀλλὰ πάντα μὲ σκέψι καὶ μὲ ζωηρότητα πνεύματος.
Νόμισα, πὼς θὰ εἶχε κάποια εἰδικότητα στὴ λογιστικὴ ὁ δάσκαλος ἤ κάποια ἰδιοφυΐα τὰ παιδιὰ, καὶ ζήτησα νὰ διαβάσουν˙ ὕστερα ζήτησα νὰ ποὺν Ἱστορία, Γεωγραφία, Θρησκευτικὰ, νὰ μᾶς δείξουν τὴ γραφὴ τους, ἔπιασα κουβέντα μὲ τὰ μικρᾶ, ρώτησα γιὰ τὸ χωριό τους, γιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἔκαμα δηλαδὴ μιὰ ἐπιθεώρησι ἀρκετὰ ἐπαγγελματικὴ καὶ τὸ συμπέρασμα ἦταν, πὼς ὅλοι μας πέφταμε ἀπὸ θαυμασμὸ σὲ θαυμασμὸ, ὅσο ποὺ ἄρχισαν νὰ ὑγραίνωνται τὰ μάτια ὅλων μας καὶ ὁ καθένας προσπαθοῦσε νὰ κρύψῃ ἀπὸ τὸν ἄλλον τὴ συγκίνησί του.
Ὁ δάσκαλος μ’ ἄφησε ἐλεύθερον˙ ἀκολουθοῦσε μόνον μὲ τὰ μάτια, ζωηρεμένα τώρα σὰ μάτια νεανικὰ, πότε τὰ παιδιὰ του καὶ πότε ἐμένα.
Τὰ ρώτησα:
– Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ ξέρετε ἄλλη γλῶσσα;
– Ξέρομε, ἀπάντησε μονάχα ἡ Θεσσαλονίκη.
Ὁ δάσκαλος πήγε κοντὰ της σιγὰ-σιγὰ.
– Καὶ πῶς τὸ λένε τὸ ψωμὶ σ’ αὐτὴ τὴ γλῶσσα;
– Μαρὸ˙ εἶπε ἡ Θεσσαλονίκη.
– Σιωπὴ! Εἶπε μὲ ὀργὴ ὁ δάσκαλος˙ καὶ ἡ ρίγα του μ’ ἕναν ξηρό κρότο στὸ θρανίο συμπλήρωσε τὴν παιδαγωγικὴ τοῦ Γυφτοδασκάλου.
– Ξέρουν καὶ τραγούδια δάσκαλε;
– Πὼς δὲν ξέρουν; Θέλετε τροπάρια ἐκκλησιαστικὰ;
– Τὸν ὕμνο στὴν Ἐλευθερία τὸν ξέρουν;
– Τὶ θὰ πῇ αὐτὸ; τὸν ὕμνο δὲ θὰ ξέρουν; Τὸν ἤξεραν καὶ τὸν τραγουδοῦσαν οἱ μανάδες τους στὸν καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς καὶ δὲ θὰ τὸν ξέρουν αὐτὰ;
Τὰ παιδάκια σηκώθηκαν, διώρθωσαν ταὰ φτωχικὰ τους φορέματα,ὁ δάσκαλος ἔβγαλε μιὰ σκούφια, ποὺ φοροῦσε στὸ φαλακρὸ του κεφάλι, βγάλαμε καὶ μεῖς τὰ πηλήκια καὶ σταθήκαμε σὲ προσοχὴ.
Ὁ δάσκαλος χτύπησε μιὰ ρίγα στὸ θρανίο καὶ τὰ γυφτόπουλα εἶπαν τὸν ὕμνο˙ εἶπαν πολλὲς στροφὲς, ἔλεγαν ὅλα τὰ λόγια σωστὰ καὶ ἡ μουσικὴ τους δὲν ἦταν πολὺ παράτονη˙ μόνο που ὁ δάσκαλος χτυποῦσε πολὺ συχνὰ τὸ θρανίο μὲ τὴ ρίγα καὶ κινοῦσε τόσο ζωηρὰ τὰ χέρια του καὶ τὰ πόδια του, ὥστε τοῦ λύθηκε μιὰ καλτσοδέτα, ἀλλὰ ἔσκυψε νὰ τὴν δέσῃ˙ εἶχε ἱδρῶσει καὶ μεῖς δὲν κοιτάζαμε πιὰ νὰ κρύψωμε ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον τὰ μάτια μας τὰ δακρυσμένα.
Ἡ Θεσσαλονίκη μὲ μιὰ δυνατὴ καὶ γλυκειὰ φωνὴ, ἀρκετὰ ἁρμονικὴ, πρωτοστατοῦσε καὶ μὲ τὸ στόμα της καὶ μὲ τὰ μάτια της.
Ὁ δάσκαλος τὴ χάϊδεψε ὅταν τελείωσε καὶ τῆς εἶπε:
– Γιὰ τελευταία φορὰ θὰ σοῦ συγχωρήσω τὸ μεγάλο ἔγκλημα, ποὺ ἔκαμες σήμερα, Θεσσαλονίκη.
– Ἄν τὸ ξανακάνω, δάσκαλε, νὰ μὲ σκοτώσῃς.
– Δὲν ἔχω ἀνάγκη, φτάνει νὰ τὸ πῶ τῆς Μαρίας.
– Ἡ Μαρία, ποὺ τὴ φοβέρισες, ποιὰ εἶναι; ρωτήσαμε.
– Ἡ μάννα της˙ ἔτσι ἦταν καὶ κείνη ζωηρὴ˙ μὰ τώρα ἔγινε ἡ καλύτερη νοικοκυρὰ.
– Τὴν εἶχες μαθήτρια καὶ τὴ μητέρα της;
– Καὶ τὴ μητέρα τῆς μητέρας της˙ ἔχω σαράντα χρόνια δάσκαλος σ’ αὐτὸ τὸ χωριὸ˙ νὰ, σὲ τρεῖς μῆνες κλειοῦν σαράντα χρόνια ἐδῶ, ποὺ βλέπετε.
– Καὶ ποιὸς σὲ πληρώνει;
– Οἱ χωρικοὶ˙ ποιὸς θᾶ μὲ πλήρωνε; ὁ ἀγᾶς, ποὺ εἴχαμε, ποὺ μᾶς ἔβγανε ἀπὸ τὴ λειτουργία μὲ τὸ βούρδουλα, γιὰ νὰ μᾶς στείλῃ νὰ θερίσωμεν τὴν Κυριακὴ; Οἱ χωρικοὶ οἱ καημένοι μούδιναν μιὰ λίρα τὸ μῆνα καὶ τὸ ψωμὶ μου καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχαν κι αὐτοί. Φτωχόκοσμος, βλέπεις, τὸ χωριὸ ἦταν τσιφλίκι˙ δὲν εἶχαν δικὰ τους χωράφια. Κι ἔπειτα εἶναι ἐργατικοὶ πολὺ καὶ οἰκονόμοι˙ ξέρουν καὶ τὴν τέχνη˙ πλέκουν καλάθια. Τώρα, δόξα νάχῃ ὁ Θεὸς, ποὺ ἀπόχτησαν χωράφια, ζοῦν καλύτερα, μοῦ αὔξησαν καὶ μένα τὸ μισθὸ μου.
– Μὰ τώρα δὲ σὲ πληρώνει ἡ Κυβέρνησι; Ρώτησε ὁ βασιλικὸς ἀντεπίτροπος.
– Ὄχι, δυστυχὼς δὲν ἀναγνωρίστηκα˙ νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, δὲν εἶχα καὶ κανένα προσὸν˙ δὲν ἔχω οὔτε ἀπολυτήριο σχολαρχείου˙ πῶς ν’ ἀναγνωρισθῶ;
– Καὶ τὰ γράμματα ποῦ τἄμαθες λοιπὸν;
– Ποιά γράμματα, καπετάνιο μου; τὰ σπουδαῖα γράμματα, ποὺ ξέρω;Ἔ! σαράντα χρὸνια κάνω τὸ δάσκαλο· πήγαινα καὶ καμμιὰ φορὰ καὶ στὴν Καβάλλα, καὶ πρὸ πάντων στὶς Σέρρες, ὅπου εἴχαμε ἕνα μεγάλο παιδαγωγό, τὸν Μαρούλη˙ μὲ προστάτευε πολὺ καὶ μ’ ὡδηγοῦσε. Ἔ! ἔτσι κάτι ἔμαθα. Τὸν ὕμνο τὸν διάβασα σ’ ἕνα βιβλίο καὶ τὸν ἔμαθα ὅλον ἀπ’ ἔξω· ἔπειτα ἄκουσα νὰ τὸν ψάλλῃ μιὰ δασκάλα ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ποὺ εἶχαν στὸ Πράβι· τὸν δίδασκε κρυφὰ στὴ Μητρόπολι. ῎Ε! ἔτσι κάτι πῆρα˙τώρα καλὰ – καλὰ ἡ δουλειὰ ἔγινε· αὐτὸ μποροῦσα, αὐτὸ ἔκαμα.
– Ὤ! καὶ ἔκαμες τόσα πολλά, φτωχέ μου δάσκαλε! Σχόλασε τώρα τὰ παιδιά, νὰ μὴν περιμένουν.
– Ἄ! δὲν τὰ μέλει˙ τοὺς ἀρέσει πολὺ νὰ βλέπουν Ἕλληνες ἀξιωματικοὺς καὶ ν’ ἀκοῦν τὶς κουβέντες τους! Ἄ! δόξα νάχῃ ὁ μεγαλοδύναμος· ζήσαμε καὶ τὸ εἴδαμε· φτάνει αὐτό. ῎Ελα τώρα, προσευχὴ καὶ νὰ φύγετε· καὶ φρόνιμα στὸ δρόμο, καὶ σύ, Θεσσαλονίκη, εἴπαμε ἄλλη φορά…
– ῎Εννοια σου, δάσκαλέ μου, ἔννοια σου.
Στὴν πόρτα στεκόταν ὁ Εὐρυβιάδης μὲ τὸ κουτί του καὶ διαλαλοῦσε τὶς σταφίδες του. Μὰ δύο μόνο παιδάκια εἶχαν πεντάρες, γιὰ ν’ ἀγοράσουν˙τὸ ἕνα ἀπ’ αὐτὰ ἦταν ἡ Θεσσαλονίκη. Ἔφαγε κι αὐτή, μοίρασε καὶ στὰ μικρά, ποὺ τὴν τριγύρισαν. Αὐτὸ ἔφερε μιὰ ἔμπνευσι στὸν ἀντεπίτροπο.
– Πόσο θέλεις, Εὐρυβιάδη, γιὰ ὅλο τὸ κουτί σου; ρώτησε τὸ προσφυγόπουλο.
– Τρεῖς δραχμές, πάρε το δυόμιση.
Ὁ ἀντεπίτροπος πλήρωσε, δώσαμε κάτι καὶ οἱ ἄλλοι καὶ πήραμε ὅλη τὴ σταφίδα καὶ τὴ μοιράσαμε στὰ παιδιά!
Τὸ τί ἔγινε, ὁ καθένας τὸ φαντάζεται· πόση εὐτυχία σκόρπιζε ἡ μαυρομάτα τοῦ Μωριᾶ στὰ μαυρομάτικα ἐκεῖνα γυφτόπουλα! Στὸ τέλος μᾶς ἔκαμαν διαδήλωσι σωστὴ φωνάζοντας «ζήτω».
– Θέλετε τώρα νὰ ἰδῆτε καὶ τὸ χωριό μας; μᾶς ρώτησε ὁ δάσκαλος.
– Ἀκοῦς, δὲ θέλομε;
– Ἔχομε καὶ μιὰ παλιὰ ἐκκλησία καὶ ἕνα ἁγίασμα καὶ ἕνα Εὐαγγέλιο θαυματουργό˙ πᾶμε νὰ τὰ ἰδῆτε πρὶν νυκτώσῃ.
Πήγαμε. Στὸ δρόμο κουβεντιάζοντας μάθαμε πὼς ὁ δάσκαλος λεγόταν Γεώργιος Οἰκονομίδης – σὰν τί μπορεῖ νὰ πῇ ἕνα τέτοιο ὄνομα! – πὼς ἦταν ψάλτης, παντρεμένος μὲ πέντε παιδιὰ καὶ ὅτι τὰ δύο ἀπ’ αὐτὰ τὰ μικρότερα ἤτανε στρατιῶτες, καθὼς καὶ ἕνα ἐγγόνι του ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο κορίτσι του, ἄλλα στὴν παλιὰ ῾Ελλάδα καὶ ἄλλα στὴν Ἤπειρο. Μάθαμε ἀκόμα, ὅτι τὸ σχολεῖο τὸ εἶχαν χτίσει μὲ τὰ χέρια τους οἱ χωρικοί, ὅτι τὰ θρανία καὶ τοὺς πίνακες τὰ εἶχε φτιάσει μὲ τὰ χέρια του ὁ δάσκαλος, ὅτι τὸν τόπο καὶ τὴν πέτρα τὰ εἶχε παραχωρήσει ἕνας παλιὸς ἀγᾶς, πληρώνοντας ἔτσι τὴ θεραπεία τῆς γυναίκας του, ποὺ τὴ χρωστοῦσε στὸ ἁγίασμα τῆς ἁγίας Μαρίνας.
Μπήκαμε στὴν ἐκκλησία˙ μιὰ ἐκκλησία παλιά, βαθειά, σκοτεινή, σωστὴ δουλείας ἐκκλησία καὶ γιὰ τοῦτο πιὸ ἐπιβλητική, πιὸ κατανυχτική.
῾Ο δάσκαλος μᾶς ἔδειξε τὸ θαυματουργὸ Εὐαγγέλιο. Ἦταν ἕνα Εὐαγγέλιο παλιό, ποὺ τὰ ξώφυλλά του ἦταν στολισμένα βαριὰ μὲ ἀσήμι καὶ μὲ χρυσάφι. Φιλήσαμε μὲ ἀληθινὴ εὐλάβεια τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Γυφτοχωριοῦ καὶ μπήκαμε ἀπὸ κεῖ στὸν περίβολο, ποὺ ἀποτελοῦσε ὅλο σχεδὸν τὸ χωριό.Στὴ μέση ἡ μεγάλη σιταποθήκη τοῦ ἀγᾶ καὶ γῦρο τὰ καλυβόσπιτα τῶν ραγιάδων. Γυναικοῦλες καὶ γέροι κάθονταν στὶς πορτοῦλες τους καὶ ἔπλεκαν καλάθια· παιδιὰ πλῆθος φτερούγιζαν στὸν ἐλεύθερο χῶρο, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα ἀπὸ τὴ σιταποθήκη καὶ τὰ καλυβόσπιτα καὶ θορυβοῦσαν σὰ σπουργίτια· σταθήκαμε σὲ μιὰ πορτούλα καὶ καλησπερίσαμε μιὰ γριὰ καὶ μιὰ νέα, ποὺ ἔπλεκε κάλτσα.
– ᾽Εσὺ δὲν πλέκεις καλάθια;
– ῎Ε! Δόξα σοι ὁ Θεός· ἔπλεξα κι’ ἐγὼ πολλά!
– Αὐτή, μᾶς εἶπε ὁ δάσκαλος, εἶναι ἡ Μαρία, ποὺ ἀκούσατε, ἡ μητέρα τῆς Θεσσαλονίκης.
– Ἄ! νὰ σοῦ ζήσῃ, κυρα – Μαρία, εἶναι τόσο ἔξυπνο κοριτσάκι καὶ τόσο ὄμορφο, εἶπε κάποιος ἀπὸ μᾶς.
– Κάλλιο νὰ μὴ μοῦ ζὴσῃ! εἶπεν ἡ κυρα – Μαρία, καὶ τὰ κατάμαυρα μάτια της ἄστραψαν ἄγρια˙ ἂν δὲν μάθῃ γνῶσι, κάλλιο νὰ μὴ μοῦ ζήσῃ· ἢ λέτε, πὼς δὲν τἄμαθα ἐγὼ τὰ παλιόλογα, ποὺ εἶπε στὸ σχολεῖο μέσα; Ἀλλὰ ποῦ εἶναί την; Τὸ κατάλαβε καὶ τράβηξε κάτω στὸ χωράφι, στὸν πατέρα της˙ μὰ κάποτε θάρθῃ καὶ θὰ λογαριαστοῦμε.
Καὶ δάγκασε μὲ μανία τὸ δάχτυλό της ἡ Μαρία.
– Μὰ τί εἶπε; ρωτὴσαμε μὲ ἀπορία.
– Αὐτό, ποὺ σᾶς εἶπε, μᾶς ἐξήγησε ὁ δάσκαλος, πὼς λένε τὸ ψωμί˙ἐδῶ δὲν ἐπιτρέπουμε αὐτὴ τὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καμμιὰ φορὰ τὴν ἀκοῦν τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γέρους.
– Ποιούς γέρους, δάσκαλε; ρώτησε μὲ θυμὸ ἡ γριά, ἡ μάννα τῆς Μαρίας˙ δὲν ξέρεις τί λὲς τοῦ λόγου σου καὶ νὰ μὲ συμπαθᾷς˙ ποιός μιλᾷ σπίτι μας ἄλλη ἀπὸ τὴ γλῶσσά μας!
– Μὰ δὲ σοῦ εἶπα, χριστιανή μου, στὸ σπίτι σας, μὰ νά, οἱ πολὺ γέροι τὴ θυμοῦνται, βλέπεις, ἀκόμα…
Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε τριγῦρο μας, μιὰ μικρὴ τρικυμία˙ ἕνα κοριτσάκι ὥρμησε μὲ φωνὲς καὶ κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὸ δάσκαλο καὶ μιὰ γυναῖκα ἀγριεμένη τὸ κυνηγοῦσε.
– Θὰ σὲ σκοτώσω, μὲ τὰ παλιόλογα ποὺ λές…
Γνωρίσαμε ἀμέσως τὴν κακομοίρα τὴν Θεσσαλονίκη καὶ τὴ φοβερὴ τὴ μάννα της καὶ καταλάβαμε, πὼς πλήρωνε ἀκριβὰ τὸ «μαρό», ποὺ μᾶς εἶχε πῆ. Τὴν κρύψαμε λοιπόν, ὅσο μπορούσαμε, ἀλλὰ ἡ Μαρία ἦταν ἀκαταμάχητη. Καὶ τότε, σὰν ξεθύμανε, γέλασε λίγο καὶ γύρισε καὶ ἔφυγε μὲ βάδισμα θριαμβευτικό.
Ὅταν φύγαμε ἀπὸ τὸ Γυφτοχώρι καὶ ἀποχαιρετήσαμε τὸν Γυφτοδάσκαλο, εἴχαμε ἀκόμα τὸ γέλιο στὸ στόμα καὶ τὰ δάκρυα στὰ μάτια, ἀλλὰ σωπαίναμε:
– ᾽Εγώ, μοῦ εἶπε κάποια στιγμὴ ὁ Θανάσης, ἂν ἤμουν σὰν ἐσένα, γυρίζοντας στὴν Ἀθήνα θὰ ἔκανα μιὰ ἐγκύκλιο σὲ ὅλους τοὺς δασκάλους τῆς Μακεδονίας καὶ θὰ τοὺς φοβέριζα, πώς, ἂν δὲν γίνουν ὅλοι σὰν τὸν Γυφτοδάσκαλο, θὰ τοὺς παύσω.
– Κι ἐγώ, εἶπε ὁ Πρόεδρος, ἀντὶ γιὰ ὅλα αὐτά, θὰ ἔκανα σὲ ὅλους τοὺς δασκάλους καὶ σὲ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες μιὰ ἐγκύκλιο μὲ μιὰ μόνη λέξι, ποὺ περιλαμβάνει κάθε συμβουλὴ καὶ κάθε σύστημα καὶ φιλοσοφία.
– Δηλαδή;
– Τὴ μαγικὴ λέξι, ποὺ ἄφησε γιὰ διαθήκη του, στὴν ἀνθρωπότητα, ὁ Σεπτίμιος Σεβῆρος: «Λαμπορέμους».Ἂς ἐργαζώμεθα.

Ἀντώνιος Τραυλαντώνης

ΠΗΓΗ: Νεοελληνικά Ἀναγνώσματα Β’ Γυμνασίου (1957)

3 Σχόλια προς “Ο ΓΥΦΤΟΔΑΣΚΑΛΟΣ”

  1. Πετροβούβαλος said

    ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ! Και εξόχως επίκαιρο…

    Εύγε και πάλι εύγε για την επιλογή και για τον κόπο!

  2. momyof6 said

    Υπέροχο διήγημα!
    (ομολογώ πως το διάβασα απνευστί, ενώ αρχικά δίστασα μπροστά στο μέγεθός του…)
    Ευχαριστούμε πολύ για την ανάρτηση.

    «Λαμπορέμους»!

  3. Βασίλειος said

    Πάρα πολύ ωραίο δεν ειθελα να τελειώσει

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s